Επικήδειος στον Δάσκαλο Φώτη Βαρέλη

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Βαθύτατο αίσθημα χρέους και οφειλής συγκροτεί σήμερα την πενθηφόρο σύναξή μας για να προπέμψουμε στην αιώνια πατρίδα, την άνω Ιερουσαλήμ, τον εκδημήσαντα από την ματαιότητα της παρούσης ζωής αείμνηστο πλέον Δάσκαλο Φώτη Βαρέλη. Για τον άνθρωπο τον όποιο σημειώθηκε χαρακτηριστικά προ δεκαεξαετίας ότι «αν σήμερα στη Ρόδο θέλεις να δείξεις στα παιδιά σου το πρότυπο του Δασκάλου, θα φωνάξεις με τον δείκτη τεντωμένο ίσια μπροστά: Νάτος, ο Φώτης ο Βαρέλης!».
O Δάσκαλος από την περασμένη Παρασκευή δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσά μας. Η υψικάρινος δρυς του πνεύματος έγειρε από το βάρος των χρόνων. Το σώμα του που κλονίστηκε από το γήρας βρίσκεται χωρίς πνοή ξαπλωμένο μπροστά μας. Το πνεύμα του φτερουγίζει ήδη στον χώρο των αφράστων ωραιοτήτων, του κόσμου που καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής νοστάλγησε και εξύμνησε. O Φώτης Βαρέλης εκοιμήθη, δεν πέθανε. Οι πνευματικοί άνθρωποι, που ολοένα γίνονται και σπανιώτεροι, δεν αφήνουν απλώς παρακαταθήκη. Γίνονται οι ίδιοι παρακαταθήκη. O θάνατος έρχεται να τους τοποθετήσει στο βάθρο της όντως ζωής για να δίνουν με πιο αυθεντικό τρόπο την μαρτυρία της ζωής. Να επαληθεύουν με το είναι της επιγείου υπάρξεώς τους την ρήση του αρχαίου σοφού: «Ως χαρίεν άνθρωπος, όταν άνθρωπος ει».
O αείμνηστος Δάσκαλος βάσταξε με νεανικό σφρίγος πνεύματος το βάρος εκατόν και πλέον χρόνων ζωής. Όταν τον έβλεπα να περπατάει στον δρόμο, με τον χαρακτηριστικό του τρόπο βαδίσματός του, απεκόμιζα την εντύπωση του ώριμου στάχυ που γέρνει από το βάρος της πλούσιας καρποφορίας. H παρουσία του είχε μια ιδιάζουσα αρχαϊκότητα και έμφυτη αρχοντιά. H έκφρασή του πρόδιδε πυρφόρο εσωτερικό, καρδιακό ζήλο. O λόγος του λεπτή τρυφερότητα. H ματιά του απεριόριστη κατανόηση και αποδοχή του άλλου. Ειλικρίνεια και τιμιότητα. Αρετές που δεν χρειαζόταν χρόνο πολύ να τις διαπιστώσεις. Αρκούσε ένας χαιρετισμός και μια μικρή συζήτηση. Όλα αυτά γιατί ήταν αληθινός Δάσκαλος. Και πραγματικός Δάσκαλος σημαίνει πολλά άλλα κυρίως ότι υπάρχει καθαρή και αγαπώσα καρδιά.
O Φώτης Βαρέλης γεννήθηκε στη Σάλακο το έτος 1911. Έμαθε τα εγκύκλια γράμματα στην γενέτειρά του και συνέχισε στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Σπούδασε στην Ιταλική Ακαδημία της Ρόδου άλλα μετά το πέρας των σπουδών του αναγκάστηκε να αφήσει την πάτριο γη γιατί αρνήθηκε να υποταχθεί στην προπαγανδιστική εκπαιδευτική πολιτική αφελληνισμού του λαού που είχε επιβάλλει o κατακτητής. Ηλθε στην Αθήνα και ενεγράφη στην φιλοσοφική Σχολή. Μετά το πέρας των σπουδών του θα εργασθεί ως φιλόλογος σε διάφορα σχολεία της ελεύθερης Ελλάδας. H ελληνική διασπορά θα τον κερδίσει. Το οικουμενικό πνεύμα του ελληνισμού της Διασποράς ήταν περισσότερο οικείο στο δικό του πνεύμα. Θα διδάξει για κάποια χρόνια στο ελληνικό σχολείο της Κωνστάνζας στην Ρουμανία. Οι ιστορικές για τον εκεί ελληνισμό συγκυρίες θα τον αναγκάσουν να επιστρέψει στην Αθήνα. Πεζός θα διανύσει όλη την απόσταση Κωνστάνζας-Αθηνών θέτοντας σε κίνδυνο και αυτή ακόμα την ζωή του. Μετά την ενσωμάτωση έρχεται στην αγαπημένη του Ρόδο. Εδώ για δεκαετίες θα προσφέρει στην εκπαίδευση. Δεν θα είναι ο εκπαιδευτικός που προσφέρει απλά γνώση. Γίνεται ο μυσταγωγός της παιδείας. Μετά την συνταξιοδότησή του επιδίδεται στο συγγραφικό έργο.
Ποιος μπορεί να αποτιμήσει γνήσια και αυθεντικά ένα Δάσκαλο αν όχι οι μαθητές του. Γι’ αυτό θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα ενός από τους καλύτερους μαθητές του, του κ. Παναγιώτη Χαμουζά. Που ως καλός μαθητής και καλός δάσκαλος επίσης είχε την ευκαιρία να τον κατανοήσει καλύτερα.
Γράφει λοιπόν:
«Φώτης Βαρέλης – ο Δάσκαλος: έννοιες ισοδύναμες, ταυτόσημες, επικοινωνούσες, επάλληλες, κατά τη λογική, συνείρονται και αλληλοπροσδιορίζονται. Ομογνώμονες είναι όλοι, χωρίς εξαίρεση, όσοι είχαν πνευματική χειραψία μαζί του. Ο Δάσκαλός μας ξάνοιγε μπροστά μας δρόμους πρωτόγνωρους. Στους φραστικούς του λογισμούς, στη συλλογιστική του πειθώ, στο παιχνίδισμα της φαντασίας του, ένιωθες, άκουες, έβλεπες τον καρπό της γνώσης στη χούφτα σου. Η λύρα του η διδακτική, σαν έκρουε, όριζε τον βηματισμό εκείνο, που σ’ έκανε συγχορευτή με του Ομήρου τα έπη, με του Πλάτωνα τις ιδέες, συστρατιώτη με τους Μύριους του Ξενοφώντα… με τόσα και τόσα πράγματα και ιδέες.
Πολυσχιδής, φιλόλογος, ποιητής, συγγραφέας, ζωγράφος, μουσικός, χορευτής, προσιτός και μειλίχιος, σαγήνευε καταλυτικά τις ευαίσθητες ψυχές των μαθητών του. Η θέρμη του διδακτικού του λόγου, άφηνε, κι όταν ακόμα τέλειωνε η διδασκαλία του, άφηνε επαναλαμβάνω, έναν απόηχο, που αντιλαλούσε παρατεταμένα στα μνημονικά μας κύτταρα…
Μεσολαβούσε πάντα ανάμεσα στο κείμενο και στην ψυχή τού μαθητή, με την ένθεη εκείνη μανία, με το πάθος εκείνο το ερωτικό. Ανέβαινε στο φως της Τέχνης, με γαλήνια απλότητα, σαν γινόταν ανατόμος της μορφής και του περιεχομένου τού κάθε κειμένου. Και σαν λειτουργούσε στον ναό της Σοφίας, πλάταινε τους ορίζοντες, και μάς έμπαζε πότε στο βάθος εκείνο, να μυηθούμε στα μυστικά, να καταδυθούμε στην ψυχή τού συγγραφέα, και πότε μάς ανέβαζε στο ύψος του Ολύμπου, στην κατοικία των θεών, όπου ο Δίας, ο Κρονίων, ο πατήρ ανδρών τε θεών τε, όπου η χορεία των θεών, όπου η Αθηνά, η θεά της Σοφίας, όπου ο Ερμής ο λόγιος, που κρατούσε το μαγικό του ραβδί… Και εκείνη τη μέρα, την ειμαρμένη, και με εντολή της Αθηνάς, ο φτερωτός αγγελιοφόρος Ερμής: “Είλετο ράβδον τη δ’ ανδρών όμματα θέλγει, ων εθέλει, τους δ’ αύτε και υπνώοντας εγείρει”, (πήρε στα χέρια το ραβδί, που μ’ αυτό γοήτευε τους ανθρώπους, όποιους ήθελε, και που άλλους πάλι κι όταν κοιμούνταν τους ξυπνούσε…).
Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, την ειμαρμένη, ο θεόμορφος Ερμής, ροβόλησε απ’ τις κορφές του Ολύμπου και κρατώντας αυτό το μυστηριώδικο ραβδί το ‘φερε και το χάρισε στο δάσκαλό μας. Μ’ αυτό το μαγικό ραβδί τού λόγου, γοήτεψε τους μαθητές του, μ’ αυτό ξεπέρασε τις κακοτοπιές της ζωής του, μ’ αυτό ανέβηκε “στο ξάγναντό του”, στη θέα του απείρου! (Είναι υπέροχη η θέα του κόσμου από το ξάγναντο, που έστησε ο λόγος του ανθρώπου! Μου το ‘παν οι Μούσες…) γράφει ο ίδιος. Προσωπικά θεωρούμε “το ξάγναντό του” ως τη συμβατική έκφραση του αόρατου κόσμου του. Προειδοποιούμε και παρακαλούμε αυτό το “ξάγναντο” να το κρατήσουμε στη μνήμη μας».
Αυτός ήταν ο Φώτης Βαρέλης. Γι’ αυτό δεν διστάζουμε να ομολογήσουμε ότι η κοινωνία από το περασμένο Σάββατο στερήθηκε ένα υψιπέτη αετό, ένα γνήσιο πνευματικό άνθρωπο, ένα αληθινό κεφάλαιο. Στην συλλογή των ποιημάτων του «Ευχαριστώ τους ανθρώπους», στην εισαγωγή, μέσα σε λίγες γραμμές μας αφήνει την πνευματική διαθήκη του. Έγραψε: «Υπηρέτησα την έδρα και την πατρίδα μου για περίπου 55 χρόνια, σε διαφόρων βαθμίδων και ειδικοτήτων σχολεία, με αγάπη και τιμιότητα, σε ό,τι είπα, σε ό,τι έγραφα και σε ό,τι έπραξα. Τώρα που γέρασα πολύ, ένα έχω να πω σαν Έλληνας και σαν δάσκαλος. H γλώσσα μας που τόσο την περιφρονούμε, όσο περνούν τα χρόνια, είναι η τρίσβαθη ρίζα που μας κρατάει ακόμα ζωντανούς». Επίκαιροι λόγοι τώρα που αποφάσισαν να μας αλλάξουν την Γραμματική.
Αείμνηστε Δάσκαλε. Σε χρόνους που όλοι έκλιναν τον γόνυ στην λατρεία τής ύλης, εσύ στάθηκες όρθιος σαν άλλος ζηλωτής Προφήτης Ηλίας φωνάζοντας προφητικά το «Στώμεν καλώς». Με τον λόγο σου και την ζωή σου. Δέν λάτρευσες τον Βάαλ της ύλης. Έμεινες προσηλωμένος στο πνεύμα. H αιωνία τράπεζα τού πνεύματος σε έχει πλέον συνδαιτημόνα της. Ευφραίνου και αγάλλου «ένθα ούκ έστι πόνος, ού λύπη, ού στεναγμός».
Αυτές τις μέρες γιορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου. O Δάσκαλος μιλώντας για την Παναγία μιλούσε για την πονεμένη μάνα. Έτσι την αισθανόταν και την ευλαβούνταν με αγάπη. H Παναγία τον κάλεσε κοντά της τις μέρες της γιορτής της. Για να ψάλλει όπως ωραία έψαλλε τους ύμνους επί της γης, τώρα, με την συνοδεία των Αγγέλων και των Αγίων στους ουρανούς.
Κλείνοντας θα διαβάσω αποσπάσματα από ένα ποίημα του Δασκάλου που επιγράφεται «Χαίρε κόσμε απρόβλεπτε». Δίνοντάς του τον λόγο για να μας διδάξει, άπνους πλέον.

Γράφει:
«Στον θεό εγώ θέλω
να μιλήσω. Κατ’ ευθείαν
σ’ Εκείνον,
Πού και πώς θα τον δω;
– Ήρθα, θα του πω, ναι ήρθα στον κόσμο.
Γιατί να μου είναι τώρα αδύνατο να φύγω;
Να φύγω από παντού από ομορφιές κι από ασχήμιες,
Κι από τις αμαρτίες μου.
Και τις αμαρτίες των άλλων
Γέρος είμαι. Έχω πάψει, από καιρό να κυνηγώ
τη χαρά της ζωής
Δέχομαι, έκαμα λάθος.
Λάθη πολλά. Ωστόσο
δεν σας φαίνεται πολύ
βαρύ, μέσα στα βάσανά μου σαν θνητός
να μπω σε τούτα τάλλα
σαν αθάνατος;
Δούλεψα στ’ αλώνι
στο χωράφι, μάζεψα
γονατιστός ελιές, γύρισα λαδόμυλο με τους ώμους, έκαμα δρόμους με ξινάρι και φτυάρι, να περνούν οχήματα για τους πολλούς.
Έσωσα ζώα από γκρεμούς, κοίταξα ορφανά.
Στο κλουβί πουλάκι
δεν έβαλα ποτέ.
Σκυλί δεν έδεσα να ζήσει σκλάβο, το κρέας σιγά σιγά το ξέχασα.
Διηγήθηκα παραμύθια
σε παιδιά.
Είπα λόγια που λεν οι
ανθρώποι κι οι χριστιανοί.
Πικρά και γλυκά. Ταπεινά
κι περήφανα.
Πέρασα από σκληρές
φυλακές άδικα.
Κι ας με συγχωρέσει ο θεός με την αιώνια Γαλήνη του,
Δεν μέτρησαν αυτά
να ισοζυγιάσω;
Να πάψω να υπάρχω θέλω. Να μην ενοχλώ κανένα
πράγμα που θα εύχονταν
κι οι υπεύθυνοι
της κόλασης για τις
σκοτούρες τους.
Να εξαφανισθώ ολότελα.
Ούτε πίσω, ούτε μπρος, στους ουρανούς
ή τα τάρταρα,
Τίποτα! Κι εγώ
κι όσα έκανα.
Να ησυχάσει κι ο θεός σαν Κριτής, από μένα.
κι ας γελάσει. Πρέπει
να γελά κι ο θεός μας!
Και ναστειεύεται.
Δεν μπορώ λοιπόν
γελώντας να ζητήσω
– Σας ρωτώ σοφοί
των ανθρώπων-
να με ξανακάμει ένας θεός όπως ήμουνα, πριν γίνω
απ’ Αυτόν;
Ένα τίποτα; Ή μήπως καλά τάπε ο φιλόσοφος εκείνος,
ας μην τον πω
μην τον πάρω
στο λαιμό μου
ότι το μόνο που δεν μπορεί κι ο ίδιος ο Θεός
είναι να κάμει αγίνοτα
όσα ήδη έχουν γίνει.
«Τούτου μόνου και Θεός στερίσκεται
άγένητα ποιεΐν άττ’ αν
ή πεπραγμένα»
Μ’ ένα λόγο δεν γίνεται
να ξαναπάω
εκεί που δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει μνήμη!;
Κι εγώ θέλω να ξεχάσω.
Ορίστε θα προσευχηθώ.
Θα γονατίσω.
– Δόσε Θεέ μου, να γίνω
ξανά ένα τίποτα πούτε
θέλει, ούτε θυμάται.
Σε πειράζει; ή μήπως
χτυπάει στ’ αυτιά ενός θεού
αυτό το «πειράζει»;
Είν’ αναιδές δηλαδή;
¶νθρωπος είμαι.
Ένα πλάσμα αδύνατο.
Παιδί σου, θα του πω,
εγωιστικό έστω και
πεισματάρικο
μ’ αγύριστο κεφάλι. Όμως χωρίς άλλο, παιδί σου.
Και τα παιδιά, σ’ ακούσαμε που μας δίδαξες,
να τα συγχωράμε.
Σε παρακαλώ Πανάγαθε συχώραμε κι εξαφάνισέ
με εντελώς
μέσα απ’ τον χρόνο
στο τίποτα,…
πριν η πόρτα τούτη
του τρόμου η παντοτινή ανοίξει!»

Αιωνία σου η μνήμη Δάσκαλε τής Ρόδου. Αιωνία σου η μνήμη.