Προσωρινά κρατούμενη κρίθηκε χθες μετά την απολογία της, με ομόφωνη απόφαση Ανακρίτριας και Εισαγγελέα, η κατηγορούμενη για κατοχή, μεταφορά και μεσολάβηση σε παράδοση ιδιαίτερα μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, κατ’ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση, Ι. Ε. του Ε., 43 ετών, κάτοικος Αγίων Αναργύρων Αττικής, που συνελήφθη από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, την 4η Αυγούστου 2012.
Ελεύθερος με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και της εμφάνισής του δύο φορές κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του, αφέθηκε ο κατηγορούμενος για απόπειρα αγοράς ιδιαίτερα μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια Γ. Κ. του Χ. 37 ετών, κάτοικος Αφάντου που φέρεται να ήταν ο παραλήπτης της μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης που μετέφερε η πρώτη.
Κατηγορούμενος για οργάνωση, χρηματοδότηση και παροχή οδηγιών σε μεταφορά, πώληση και παράδοση ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση είναι και ο K. C. του S. 29 ετών, υπήκοος Αλβανίας, έγκλειστος στις δικαστικές φυλακές της Πάτρας, που θα μεταχθεί στη Ρόδο για να απολογηθεί στο προσεχές διάστημα.
Όπως έγραψε χθες η “δ”, αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών ενεργούσαν την 4η Αυγούστου 2012, διατεταγμένη υπηρεσία εποχούμενης περιπολίας, καθώς και ελέγχων υπόπτων ατόμων, μαζί με άνδρες του Λιμενικού Σώματος, στον εμπορικό λιμένα της Ρόδου.
Την 11:00 ώρα, αποβιβάστηκε από το πλοίο «BLUE STAR», το οποίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς -Ρόδος, μια εύσωμη γυναίκα, την οποία αποφάσισαν να ελέγξουν. Σε σωματική έρευνα που της έγινε, βρέθηκαν μέσα στο στηθόδεσμό της, δύο ανισοβαρείς αυτοσχέδιες, πλαστικές συσκευασίες με κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους 307 γραμμαρίων.
Eυρισκόμενη στα γραφεία της υπηρεσίας η 43χρονη, ανέφερε ότι ο υπήκοος Αλβανίας που βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές της Πάτρας, επικοινωνεί μαζί της μέσω δύο κινητών τηλεφώνων, τους αριθμούς των οποίων έδωσε στους αστυνομικούς και της αναθέτει μεταφορές ναρκωτικών ουσιών κυρίως στη Ρόδο. Μάλιστα ανέφερε, ότι πριν ενάμιση μήνα περίπου είχε μεταφέρει ξανά στη Ρόδο ναρκωτικές ουσίες, κατ’ εντολή του Αλβανού τις οποίες είχε παραδώσει, σε άγνωστο άτομο, που όπως προέκυψε στην πορεία, ήταν ο Γ. Κ., τον οποίο και αναγνώρισε από φωτογραφίες.
Η 43χρονη δέχτηκε κλήση στο κινητό τηλέφωνό της με απόκρυψη και κανόνισε ραντεβού στα Κολύμπια για να παραδώσει τα ναρκωτικά.
Υπό τη διακριτική παρακολούθηση των αστυνομικών, επιβιβάστηκε σε ταξί και αναχώρησε για τα Κολύμπια. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής δέχτηκε νέα κλήση από το ίδιο άτομο που της είπε ότι η παράδοση θα γινόταν στην εκκλησία της Παραμυθίας. Στη λεωφόρο Ρόδου-Λίνδου, λίγο πριν την έξοδο που οδηγεί στην εκκλησία της Παραμυθίας, εμφανίστηκε, οδηγώντας μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, ο Γ. Κ., ο οποίος αντιλαμβανόμενος την παρουσία των αστυνομικών σταμάτησε σε παρακείμενη καντίνα. Οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν και σε σωματική έρευνα που του έγινε, βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε το χρηματικό ποσό των 1995 ευρώ, σε χαρτονομίσματα και ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας HTC.
Στον Γ.Κ. είχε επιβληθεί από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου ποινή φυλάκισης 4,2 ετών για όμοια υπόθεση. Είχε συλληφθεί συγκριμένα την 12η Απριλίου 2004 από αστυνομικούς του Τμήματος Ναρκωτικών Ρόδου ως εμπλεκόμενος στη διακίνηση ποσότητας 635 γραμμαρίων κοκαΐνης.
Εξεταζόμενος χθες από την Ανακρίτρια αρνήθηκε την κατηγορία της απόπειρας αγοράς ναρκωτικών ουσιών που του απαγγέλθηκε, ως «προϊόν κακόβουλης συμπεριφοράς αστυνομικών», ισχυριζόμενος ότι στην προσπάθειά τους να «επιδείξουν έργο» και να τον καταστήσουν κατηγορούμενο, υπαγόρευσαν σενάριο στη συγκατηγορούμενή του.
Τόνισε ότι ουδέποτε στη ζωή του συναντήθηκε ή είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τη συγκατηγορούμενή του, η οποία παρουσία της συνηγόρου της δήλωσε ευθαρσώς στο γραφείο του κ. Αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου ότι δεν τον έχει συναντήσει ποτέ κατά το παρελθόν και ότι δεν τον γνωρίζει!!
Αρνήθηκε ως «κατασκευασμένη» την προανακριτική απολογία της υποστηρίζοντας ότι «υποχρεώθηκε» να τον «αναγνωρίσει» με την επίδειξη σ’ αυτήν αορίστου αριθμού φωτογραφιών από το αρχείο της αστυνομίας μεταξύ των οποίων υπήρχε και η δική του. Υποστήριξε ότι είναι αδύνατον να επιδεικνύονται σε κατηγορούμενο άγνωστος αριθμός φωτογραφιών (προφανώς χιλιάδων φωτογραφιών αφού από το έτος 2004 που είχε εμπλακεί σε υπόθεση αγοράς ναρκωτικών για δική του χρήση είναι πρόδηλο ότι παρήλασαν χιλιάδες κατηγορουμένων από το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών), προκειμένου να «αναγνωρίσει» τον υποψήφιο αγοραστή.
Έκανε λόγο για «μεθοδεύσεις», που δυστυχώς πολλές φορές υιοθετούνται, με αποτέλεσμα να σύρονται αθώοι στα ανακριτικά γραφεία ή και να διατάσσεται η προσωρινή τους κράτηση πριν καν επιβεβαιωθεί από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου η διατεινόμενη τηλεφωνική επικοινωνία ή πριν ακόμη αποφανθούν τα αρμόδια εργαστήρια αν η ουσία που κατασχέθηκε ήταν ναρκωτική.
Ζήτησε να αρθεί το γρηγορότερο το απόρρητο της τηλεφωνικής του συσκευής για να αποδειχθεί ότι καμία απολύτως τηλεφωνική επικοινωνία δεν είχε με την συγκατηγορούμενή του.
Τόνισε ότι είναι μόνιμος κάτοικος Αφάντου Ρόδου και σε καθημερινή βάση από ώρα 12:00 – 15:00 γυμνάζεται σε γυμναστήριο στα Κολύμπια.
Το Σάββατο το μεσημέρι είχε προορισμό το σπίτι ενός εργολάβου οικοδομών που κατονόμασε στον οποίο επρόκειτο να καταβάλει το ποσό των 1.750 ευρώ για να παραλάβει το σώμα της οφειλόμενης από εκείνον ισόποσης επιταγής η οποία βρίσκεται στα χέρια του απλήρωτη από το έτος 2010.
Τα χρήματα αυτά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος από το ποσό των 1.995 ευρώ που κατασχέθηκε ύστερα από σωματική του έρευνα.
Ιδιαίτερα σημείωσε ότι η σύλληψή του και η κατάσχεση των χρημάτων και της τηλεφωνικής του συσκευής έγιναν την 11:45 ώρα της 4ης Αυγούστου 2012 και συνεπώς οποιαδήποτε κλήση από ή προς το κινητό του τηλέφωνο μετά την ώρα αυτή έγινε είτε από τον αστυνομικό που τον συνέλαβε είτε από άλλο αστυνομικό του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών.
Την «λεπτομέρεια» αυτή σημείωσε ιδιαίτερα διότι αφού έλαβε αντίγραφα της δικογραφίας διεπίστωσε ότι η έκθεση σύλληψής του συντάχθηκε την 17:20 ώρα δηλαδή αρκετές ώρες μετά τη σύλληψή του και για το λόγο αυτό την προσέβαλε ως πλαστή.
Η 43χρονη υποστήριξε ότι έχει συνάψει σχέση με τον Αλβανό κρατούμενο από πενταετία διαψεύδοντας την προανακριτική της κατάθεση. Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι δεν γνώριζε τον Γ. Κ. και ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε συναντηθεί μαζί του. Τόνισε ότι δεν έχουν μιλήσει ποτέ στο τηλέφωνο και ζήτησε προς τούτο να γίνει άρση του τηλεφωνικού της απορρήτου. Είπε ακόμη ότι υπέγραψε την κατάθεσή της στους αστυνομικούς χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενό της.
Ως συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορούμενων παρέστησαν οι δικηγόροι κ.κ. Μ. Κουτσούκος, Τ. Διάκος και Μαρία Κρικοπούλου.













