«Κύκλωμα αρπαγής και λεηλασίας» ακινήτων στο Καστελόριζο!!

Kλιμάκιο επιθεωρητών της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου διενήργησε την τελευταία εβδομάδα ελέγχους σε οικοπεδικές εκτάσεις στο Καστελόριζο μετά από ενυπόγραφες καταγγελίες του Δήμου Μεγίστης και δημοτικών συμβούλων για καταπατήσεις δημοσίων εκτάσεων από κύκλωμα που δρα στο νησί.
Από τις μέχρι τώρα έρευνες διαπιστώθηκε η υπόσταση των καταγγελλομένων και σύμφωνα με τις πληροφορίες προέκυψε ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εκτάσεις που έχουν καταπατηθεί είναι δασικές!!
Εντύπωση προκαλεί μάλιστα ότι σε ορισμένες έχουν εκδοθεί οικοδομικές άδειες και ως εκ τούτου αναζητούνται στοιχεία για τυχόν εμπλοκή στην υπόθεση και δημόσιων λειτουργών.
Ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί στο νησί είναι η αναφορά που υποβλήθηκε στην ΚΥΔ από τον δημοτικό σύμβουλο κ. Γ. Παπουτσή:
“Το νησί Καστελόριζο, προπολεμικά είχε πληθυσμό αρκετών χιλιάδων κατοίκων οι περισσότεροι των οποίων διέμεναν σε ιδιοκτήτη κατοικία, την οποία «άφησαν» μετά τη λήξη του Β πολέμου, όταν λόγω των δυσχερών οικονομικών συνθηκών αναγκάσθηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλες ηπείρους και πρό παντός στην Αυστραλία, όπου υπάρχουν πλείστες Οργανώσεις και Σωματεία μέσω των οποίων διατηρείται η επαφή των μελών με τη γενέτειρα πατρίδα τους.
Όπως είναι γνωστό κατά τη διάρκεια του πολέμου το μεγαλύτερο μέρος των κατοικιών του νησιού κατεστράφη από τις πολεμικές επιχειρήσεις και από «μεγάλη πυρκαγιά» η οποία αποτέφρωσε χιλιάδες νησιωτικές οικίες, που έκτοτε παρέμεναν τά ερείπια τους, χωρίς να μπορούν οι μακρινοί μετανάστες να «διαφεντεύουν» από τους τόπους διαμονής τους [Αυστραλία, Αμερική, κλπ] και χωρίς να ορίσουν αντιπρόσωπο ή διαχειριστή των ερειπωμένων κατοικιών πιστεύοντας ότι το Ελληνικό Κράτος, όπως έχει εκ τού Συντάγματος υποχρέωση θα προστάτευε τις περιουσίες τους αλλά και σε εφαρμογή των νόμων που ισχύουν υπέρ αυτού και θα ελάμβανε όλα τα απαραίτητα διοικητικά μέτρα για το Κρατικό συμφέρον αφού, σε τελική ανάλυση στην «ιδιωτική περιουσία» του Δημοσίου περιλαμβάνονται τα αναφερόμενα ρητά στο άρθρο 972 ΑΚ. δηλ. τα «αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους».
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 34 του Ν. 1539/1938 ορίζεται ότι «ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ αυτών ουδέ δι’ αντιπροσώπων, καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ’ αυτού ως διοικητού αλλότριων..»
Πρέπει να σημειωθεί ότι νομολογιακά πάγια έγινε δεκτό ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει την εξουσία να εκπροσωπεί τους απόντες ιδιοκτήτες εγκαταλελειμμένων ακινήτων έναντι τρίτων σφετεριστών και παράνομων κατόχων, σαν να είναι αυτό, ο ίδιος ο απών ιδιοκτήτης, τον οποίο υποκαθιστά πλήρως στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι τα ερείπια των αποτεφρωθεισών οικιών στη νήσο Καστελόριζο, παραμένουν ως «σωροί πλίνθων και κεράμων» και το οικόπεδο κάθε οικίας, δεν προσφέρεται για οιαδήποτε άλλη χρήση πλην της ανεγέρσεως αστικής οικίας. Ως εκ τούτου η δήλωση απλής κατοχής του ερειπίου, [προσχηματική] από οιονδήποτε σφετεριστή ή άρπαγα, χωρίς την ταυτόχρονη άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και ειρηνικά, [επί 20ετία τουλάχιστον], κατά την προσιδιάζουσα στο ακίνητο φύση του δηλ. χωρίς την κατασκευή επί του ερειπίου κτίσματος κατοικίας ή άλλου κτίσματος αστικής μορφής] δεν δημιουργεί προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητος με χρησικτησία.

Περαιτέρω σας υπενθυμίζουμε ότι η Υπηρεσία σας, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, της νήσου Καστελορίζου ανέκαθεν εδέχετο, ότι «ολόκληρο το νησί αποτελεί ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και είναι εγγεγραμμένο στα βιβλία καταγραφής της υπηρεσίας σας με α/α/ ΒΚ5242» [ιδ.έγγραφο σας με αρ.πρωτ.ΔΚ361/27.2.1992 απευθυνόμενο προς τον Δήμαρχο Καστελορίζου].
Παρά το ανωτέρω ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, τά τελευταία χρόνια και εξ αιτίας της τουριστικής ανάπτυξης του νησιού, με αποτέλεσμα να ανατιμηθούν οι αξίες των ακινήτων υπέρμετρα, διάφοροι επιτήδειοι, κάτοικοι του νησιού, δυστυχώς οι περισσότεροι τους, κατέχουν δημοτικές θέσεις ως αιρετοί τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και ως συγγενείς αιρετών, οι οποίοι με παράνομες μεθόδους, ψευδή αποδεικτικά στοιχεία παραπλανούν τους συμβολαιογράφους και επιτυγχάνουν, εκμεταλλευόμενοι την απουσία των ιδιοκτητών, ή των κληρονόμων των ερειπωμένων ακινήτων,αλλά και τήν αδράνεια των κρατικών Υπηρεσιών, ευνοούμενοι προκλητικά από ένα υφιστάμενο και γνωστό στις Διοικητικές και Δικαστικές Αρχές «κύκλωμα αρπαγής και λεηλασίας», να μεταγράψουν στο όνομά τους, πλείστα ακίνητα απόντων ιδιοκτητών, είτε είναι εγκαταλελειμένα είτε αδέσποτα, τα οποία μεταβιβάζουν σε τρίτους, αλλοδαπούς κατά το πλείστον [Ιταλούς και Αγγλους] με τίμημα που αναγράφεται στα συμβόλαια μεταβίβασης κατά πολύ μικρότερο του αληθινού, με αποτέλεσμα να διαπράττονται κάθε φορά και αδικήματα «ξεπλύματος χρημάτων»”.