ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η ατμοσφαιρική ρύπανση «σκοτώνει» 2.500 ανθρώπους κάθε χρόνο στην Ελλάδα

news room 1 λεπτό ανάγνωση
342

Ο «σιω­πη­λός δολο­φό­νος» που αφα­νί­ζει κάθε χρόνο στην Ελλάδα τον πλη­θυ­σμό μιας μικρής πόλης

Οι ειδικοί χαρα­κτη­ρί­ζουν την ατμο­σφαι­ρική ρύπανση «σιωπηλό δολο­φόνο». Και αυτός ο σιω­πη­λός δολο­φό­νος έγινε πλέον παγκό­σμιος. Τα στοι­χεία του ΠΟΥ είναι απο­κα­λυ­πτικά: το 92% του παγκό­σμιου πλη­θυ­σμού ανα­πνέει μολυ­σμένο αέρα, με συνέ­πεια κάθε χρόνο τρία εκα­τομ­μύ­ρια άνθρω­ποι να χάνουν τη ζωή τους από ασθέ­νειες που σχε­τί­ζο­νται με την ατμο­σφαι­ρική ρύπανση.

Τη Δευτέρα 5 Ιουνίου γιορ­τά­ζε­ται η Παγκό­σμια Ημέρα Περι­βάλ­λο­ντος. Περι­βάλ­λον σημαί­νει – πάνω απ’ όλα – υγεία και ποιό­τητα ζωής. Δυστυ­χώς, σύμφωνα με τον Παγκό­σμιο Οργα­νι­σμό Υγείας, το 24% της νοση­ρό­τη­τας και το 23% όλων των θανάτων απο­δί­δο­νται σε περι­βαλ­λο­ντι­κούς παρά­γο­ντες.

Το φετινό αφιέ­ρωμα των «ΝΕΩΝ», με αφορμή τον εορ­τα­σμό της Παγκό­σμιας Ημέρας Περι­βάλ­λο­ντος, αρχίζει με την απο­τύ­πωση της ατμο­σφαι­ρι­κής ρύπαν­σης, η οποία τα τελευ­ταία χρόνια, εξαι­τίας – κυρίως – της οικο­νο­μι­κής κρίσης, εκτο­ξεύ­τηκε στα ύψη, τις επι­πτώ­σεις που έχει στην ανθρώ­πινη υγεία και, στη συνέ­χεια, επε­κτεί­νε­ται σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα – πληγές του περι­βάλ­λο­ντος.

Οι επι­στή­μο­νες είναι ξεκά­θα­ροι. Η κλι­μα­τική αλλαγή δεν είναι κάτι που θα συμβεί αύριο. Συμ­βαί­νει τώρα. Είναι πλέον και επι­στη­μο­νικά τεκ­μη­ριω­μένο ότι η υγεία των ανθρώ­πων επη­ρε­ά­ζε­ται από το κλίμα. Και ο παρά­γο­ντας που έχει συσχε­τι­στεί περισ­σό­τερο με την υγεία είναι η θερ­μο­κρα­σία του περι­βάλ­λο­ντος. Πολλοί είναι, άλλωστε, όσοι θυμού­νται τον φονικό καύσωνα του 1987 στην Αθήνα, ο οποίος είχε ως απο­τέ­λε­σμα περίπου 2.000 θανά­τους, αλλά και τον πιο πρό­σφατο (του 2003) στη Δυτική Ευρώπη με 70.000 θανά­τους.

Αναπνέουµε µολυσµένο αέρα

Οι κάτοι­κοι του Λεκα­νο­πε­δίου (αλλά κι άλλων περιο­χών της Ελλάδας) ανα­πνέ­ουν μολυ­σμένο αέρα, ο οποίος ευθύ­νε­ται για ανα­πνευ­στικά προ­βλή­ματα, εγκε­φα­λικά και καρκίνο του πνεύ­μονα.

Την τελευ­ταία δεκα­ε­τία, τα επίπεδα του όζοντος παρα­μέ­νουν σε υψηλά επίπεδα, τα αιω­ρού­μενα σωμα­τί­δια με διά­με­τρο μικρό­τερη των 10 και 2,5 μικρό­με­τρων (ΡΜ 10 και ΡΜ 2,5) κάνουν πάρτι, ενώ το «παρών» δίνουν και οι συγκε­ντρώ­σεις των οξει­δίων του αζώτου που επη­ρε­ά­ζουν το ανα­πνευ­στικό σύστημα – ιδίως σε περιο­χές με έντονη κυκλο­φο­ριακή κίνηση. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τα οξείδια του αζώτου (ΝΟx), το παρή­γορο είναι, σύμφωνα με τους ερευ­νη­τές του Αστε­ρο­σκο­πείου, ότι δεν παρου­σιά­ζουν αυξη­τική τάση, κυρίως λόγω της επι­βρά­δυν­σης της βιο­μη­χα­νι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας εξαι­τίας της οικο­νο­μι­κής κρίσης, αλλά και της χρήσης αυτο­κι­νή­των με κινη­τή­ρες νέας τεχνο­λο­γίας.

Θα πρέπει όμως να σημειω­θεί ότι τα NOx είναι κατε­ξο­χήν ρύποι που εκπέ­μπο­νται από τα πετρε­λαιο­κί­νητα αυτο­κί­νητα και απο­τε­λούν νέο πρό­βλημα με την αύξησή τους σε πολλές ευρω­παϊ­κές πόλεις. Στην Ευρώπη, σύμφωνα με ειδι­κούς, οι εκπο­μπές ρύπων των οχη­μά­των ευθύ­νο­νται για 75.000 πρό­ω­ρους θανά­τους. Επι­πλέον, επι­στή­μο­νες από τη London School of Economics παρα­τή­ρη­σαν, εξε­τά­ζο­ντας στοι­χεία μιας πεντα­ε­τίας, πως αύξηση των επι­πέ­δων ΝΟx κατά μόλις ένα μικρο­γραμ­μά­ριο ανά κυβικό μέτρο αέρα συνο­δευό­ταν από αύξηση κατά 2% στα τροχαία ατυ­χή­ματα των αστικών κέντρων.

Στο μεταξύ, σε ό,τι αφορά το όζον, στην Ελλάδα παρα­τη­ρεί­ται κατά μέσον όρο αυξη­τική τάση των συγκε­ντρώ­σεων κατά 0,71 μικρο­γραμ­μά­ρια ανά κυβικό μέτρο αέρα ετησίως – κυρίως κατά τους καλο­και­ρι­νούς μήνες.

Αύξηση κατά 10 μg/m3 στην προ­σω­πική έκθεση σε όζον συν­δέ­ε­ται με 19% αύξηση στην εμφά­νιση ανα­πνευ­στι­κού συμ­πτώ­μα­τος. Επίσης υπάρχει σχέση με μικρή μείωση της ανα­πνευ­στι­κής λει­τουρ­γίας και της συγκέ­ντρω­σης μονο­ξει­δίου του αζώτου στον εκπνε­ό­μενο αέρα που απο­τε­λεί δείκτη φλεγ­μο­νής. Το συμπέ­ρα­σμα αυτό προ­κύ­πτει στο πλαίσιο του προ­γράμ­μα­τος Respoze (η επι­τό­πια έρευνα έγινε το 2013-2014), όπου μελε­τή­θη­καν οι βασικοί παρά­γο­ντες που επη­ρε­ά­ζουν την έκθεση των παιδιών ηλικίας 10 και 11 ετών στο όζον της ατμό­σφαι­ρας σε αντι­προ­σω­πευ­τικό δείγμα μαθητών σε σχολεία της Αθήνας και της Θεσ­σα­λο­νί­κης.

Επίσης, από την έρευνα προ­έ­κυψε πως όταν αυξά­νε­ται η συγκέ­ντρωση του όζοντος στον εξω­τε­ρικό χώρο, αυξά­νε­ται και η προ­σω­πική έκθεση. Ετσι, για παρά­δειγμα, όταν η συγκέ­ντρωση σε εξω­τε­ρι­κούς χώρους αυξά­νε­ται κατά 10 μg/m3, η προ­σω­πική έκθεση αυξά­νε­ται κατά 20,9%. Επι­πλέον, όπως φάνηκε, μισή ώρα περισ­σό­τε­ρος χρόνος σε μετα­κί­νηση συν­δέ­ε­ται με αύξηση της προ­σω­πι­κής έκθεσης κατά 7%.

Τα αιωρούµενα σωµατίδια κάνουν πάρτι

Την ίδια ώρα, οι συγκε­ντρώ­σεις των αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων δεν κάνουν δια­κρί­σεις ανάλογα με την εποχή, ενώ οι υπερ­βά­σεις του διο­ξει­δίου του αζώτου είναι πιο έντονες στο κέντρο της Αθήνας. Τα στοι­χεία για την ατμο­σφαι­ρική ρύπανση προ­κύ­πτουν από την έρευνα που διε­ξή­χθη από το Εθνικό Αστε­ρο­σκο­πείο Αθηνών και τον Δημό­κριτο. Η έρευνα που παρου­σιά­στηκε στα «ΝΕΑ» τον Οκτώ­βριο του 2016 βασί­στηκε στα δεδο­μένα από τους σταθ­μούς ρύπαν­σης του υπουρ­γείου Περι­βάλ­λο­ντος για τη χρονική περίοδο 2003-2014 στο Λεκα­νο­πέ­διο Αθηνών, στα Μεσό­γεια και στο Θριάσιο. Η αύξηση των εκπο­μπών των αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων τα τελευ­ταία χρόνια αντι­κα­τρο­πτί­ζει το μέγεθος του προ­βλή­μα­τος. Ενδει­κτικό είναι το γεγονός ότι στην Αττική οι εκπο­μπές των αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων πριν από την κρίση – το 2007 – προ­έρ­χο­νταν κατά 47% από στα­θε­ρές πηγές καύσης (καύση ξύλων) και το 2011 ξεπέ­ρα­σαν το 54% εξαι­τίας της καύσης της βιο­μά­ζας για θέρ­μανση.

Το συμπέ­ρα­σμα εδώ, σύμφωνα με ειδι­κούς, είναι πως αυξά­νο­νται οι εκπο­μπές από καύση βιο­μά­ζας, χωρίς αυτό να σημαί­νει ότι αυξή­θη­καν συνο­λικά.

Και τον φετινό χειμώνα (2016 -2017) η σωμα­τι­διακή ρύπανση από την καύση της βιο­μά­ζας επι­βά­ρυνε την ατμό­σφαιρα. Ωστόσο, φέτος, σύμφωνα με τη δρα Βασι­λική Αση­μα­κο­πού­λου, μηχα­νικό περι­βάλ­λο­ντος στην ερευ­νη­τική ομάδα του Αστε­ρο­σκο­πείου, «στα­θή­καμε λίγο περισ­σό­τερο τυχεροί». Και αυτό, όπως λέει, «οφεί­λε­ται στο γεγονός ότι φύσηξε περισ­σό­τερο».

Πάνω από το όριο συναγερµού η Ελλάδα

Σύμφωνα με την τελευ­ταία έκθεση του Παγκό­σμιου Οργα­νι­σμού Υγείας (ΠΟΥ), για να θεω­ρεί­ται ο αέρας καθαρός σε μια περιοχή, οι συγκε­ντρώ­σεις των αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων (PM 10) δεν πρέπει να υπερ­βαί­νουν τα 20 μικρο­γραμ­μά­ρια ανά κυβικό μέτρο αέρα. Σημεί­ωση: 10 μικρο­γραμ­μά­ρια ανά κυβικό μέτρο αέρα είναι το όριο για τα PM 2,5.

Οι μετρή­σεις όμως στην Ελλάδα προ­κα­λούν ανη­συ­χία. Κι αυτό διότι η μέση ετήσια συγκέ­ντρωση των PM 10 είναι 34 μικρο­γραμ­μά­ρια ανά κυβικό μέτρο αέρα, σύμφωνα με την έκθεση του ΠΟΥ.

Η έρευνα έδειξε ότι τα πιο συχνά επει­σό­δια ατμο­σφαι­ρι­κής ρύπαν­σης σχε­τί­ζο­νται με υψηλές συγκε­ντρώ­σεις όζοντος και αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων. Οι υψηλές συγκε­ντρώ­σεις όζοντος εντο­πί­ζο­νται συνήθως τη θερμή περίοδο του έτους, ενώ των αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων σχε­τί­ζο­νται με τη μετα­φορά σκόνης από τη Σαχάρα, ειδικά όταν πνέει νότιος άνεμος.

Βαριές οι επι­πτώ­σεις της αφρι­κα­νι­κής σκόνης

Εξαι­τίας – κυρίως – της ερη­μο­ποί­η­σης που κατα­γρά­φε­ται στη Σαχάρα, η αφρι­κα­νική σκόνη έχει αυξήσει τα τελευ­ταία χρόνια τις «εμφα­νί­σεις της» στην Ελλάδα. Και οι επι­στή­μο­νες εμφα­νί­ζο­νται ιδιαί­τερα ανη­συ­χη­τι­κοί για τις επι­πτώ­σεις που έχει η τοξική αφρι­κα­νική σκόνη στην υγεία και στο περι­βάλ­λον. Για το θέμα αυτό δημο­σιεύ­τη­καν το 2011 δυο μελέτες από το Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών. Οι μελέτες εστί­α­σαν στην ολική θνη­σι­μό­τητα και στις εισα­γω­γές παιδιών στα νοσο­κο­μεία τις ημέρες που υπάρχει σκόνη και όταν δεν υπάρχει κι αν τότε τα αιω­ρού­μενα σωμα­τί­δια είναι πιο βλα­πτικά.

Η πρώτη μελέτη (Ευαγ­γε­λία Σαμόλη – Κλέα Κατσου­γιάννη) έδειξε ότι τις ημέρες που υπάρχει μετα­φορά της σκόνης η ημε­ρή­σια θνη­σι­μό­τητα αυξά­νε­ται κατά 3% σε σχέση με τις μέρες που δεν υπάρχει σκόνη.

Και για τους ανθρώ­πους που είναι από 75 χρονών και πάνω η αύξηση της θνη­σι­μό­τη­τας είναι περίπου 5%. Για τα αιω­ρού­μενα σωμα­τί­δια προ­έ­κυψε ότι δεν είναι περισ­σό­τερο τοξικά, αλλά περισ­σό­τερα ως ποσό­τητα και, άρα, βλα­πτικά.

Στην Ευρώπη – με βάση στοι­χεία του 2015 – έχουμε ετησίως 11.100 θανά­τους εξαι­τίας της έκθεσης του πλη­θυ­σμού στα αιω­ρού­μενα σωμα­τί­δια.

Στη δεύτερη μελέτη (Ευαγ­γε­λία Σαμόλη – Κων­στα­ντί­νος Πρίφτης – Κλέα Κατσου­γιάννη) εξε­τά­στη­καν οι εισα­γω­γές παιδιών με κρίση άσθμα­τος τις ημέρες με και χωρίς σκόνη.

Τα απο­τε­λέ­σματα έδειξαν πως όταν υπάρχει μετα­φορά σκόνης από τη Σαχάρα, για κάθε αύξηση κατά 10 μικρο­γραμ­μά­ρια ανά κυβικό μέτρο αέρα (μg/m3) των αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων (ΡΜ 10) υπάρχει αύξηση των εισα­γω­γών στα νοσο­κο­μεία κατά 4,12%. Οταν δεν μετα­φέ­ρε­ται σκόνη, για κάθε αύξηση κατά 10 μg/m3 η αύξηση στις εισα­γω­γές είναι 2,06%.

Σύμφωνα με την καθη­γή­τρια Βιο­στα­τι­κής και Επι­δη­μιο­λο­γίας στην Ιατρική Σχολή του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών Κλέα Κατσου­γιάννη, στις μακρο­χρό­νιες επι­δρά­σεις των αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων (PM 10) συγκα­τα­λέ­γε­ται, όπως έχει τεκ­μη­ριω­θεί, και η απώλεια για τους κατοί­κους της Αθήνας ενός έτους (!) από το προσ­δό­κιμο επι­βί­ω­σης στην ηλικία των 30 χρόνων. Μάλιστα, όπως ανα­φέ­ρει, βάσει μελέτης με δεδο­μένα από 17 περιο­χές της Ευρώπης (που δημο­σιεύ­τηκε το 2013 στο επι­στη­μο­νικό περιο­δικό «Lancet Oncology»), προ­έ­κυψε ότι ο κίν­δυ­νος να πάθει κάποιος καρκίνο του πνεύ­μονα αυξά­νε­ται κατά 22% αν ζει σε μια περιοχή με συγκέ­ντρωση αιω­ρού­με­νων σωμα­τι­δίων μεγα­λύ­τερη κατά 10 μικρο­γραμ­μά­ρια ανά κυβικό μέτρο αέρα.

Η αύξηση της θερ­μο­κρα­σίας αυξάνει και τον κίνδυνο

Είναι πλέον γνωστό ότι το κλίμα και οι και­ρι­κές συν­θή­κες απο­τε­λούν σημα­ντι­κές συνι­στώ­σες που επη­ρε­ά­ζουν την ανθρώ­πινη υγεία (Εκθεση για τις Περι­βαλ­λο­ντι­κές, Οικο­νο­μι­κές και Κοι­νω­νι­κές Επι­πτώ­σεις της Κλι­μα­τι­κής Αλλαγής στην Ελλάδα / Ιούνιος 2011).

Εδώ κατα­λυ­τική είναι η επί­δραση της θερ­μο­κρα­σίας. Η επί­δρασή της στην υγεία ερευ­νή­θηκε στο πλαίσιο του πολυ­κε­ντρι­κού προ­γράμ­μα­τος PHEWE (Assessment and Prevention of Acute Health Effects of Weather Conditions in Europe). To πρό­γραμμα χρη­μα­το­δο­τή­θηκε από την ΕΕ και χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν δεδο­μένα από 15 ευρω­παϊ­κές πόλεις για τα έτη 1990-2000. Για κάθε βαθμό αύξησης της θερ­μο­κρα­σίας πάνω από το όριο ελά­χι­στης θνη­σι­μό­τη­τας ανά πόλη εκτι­μή­θηκε περίπου αύξηση 1,8% στην ημε­ρή­σια θνη­σι­μό­τητα στις πόλεις της Βόρειας και Κεντρι­κής Ευρώπης (Βου­δα­πέ­στη, Δου­βλίνο, Ελσίνκι, Ζυρίχη, Λονδίνο, Παρίσι, Πράγα και Στοκ­χόλμη) και 3,1% στις μεσο­γεια­κές πόλεις (Αθήνα, Βαλέν­θια, Βαρ­κε­λώνη, Λου­μπλιάνα, Μιλάνο, Ρώμη και Τορίνο).

Προ­έ­κυψε ακόμη πως στις μεσο­γεια­κές πόλεις οι τιμές της θερ­μο­κρα­σίας που αντι­στοι­χούν στην ελά­χι­στη θνη­σι­μό­τητα ήταν υψη­λό­τε­ρες από αυτές των πόλεων της Βόρειας και Κεντρι­κής Ευρώπης. Επίσης προ­έ­κυψε μεγα­λύ­τερη αύξηση στη θνη­σι­μό­τητα στις μεσο­γεια­κές (θερ­μό­τε­ρες) πόλεις: άνω του 5% στην Αθήνα και τη Ρώμη, ενώ στο Λονδίνο η αύξηση ήταν 1,5%. Μεγα­λύ­τερη αύξηση παρα­τη­ρή­θηκε στη θνη­σι­μό­τητα από ανα­πνευ­στικά και καρ­διαγ­γειακά αίτια στους ηλι­κιω­μέ­νους (άνω των 75 χρονών), γεγονός που υπο­δη­λώ­νει ότι οι ηλι­κιω­μέ­νοι απο­τε­λούν ομάδα αυξη­μέ­νου κιν­δύ­νου.

Οι ειδικοί έχουν κατα­λή­ξει στο συμπέ­ρα­σμα ότι τόσο η ένταση όσο και η διάρ­κεια των καυ­σώ­νων επη­ρε­ά­ζουν τον κίνδυνο θνη­σι­μό­τη­τας.

Οι καύ­σω­νες με μεγάλη διάρ­κεια σχε­τί­ζο­νται με 1,5 έως και 5 φορές μεγα­λύ­τερη αύξηση της θνη­σι­μό­τη­τας. Επι­πλέον, και οι καύ­σω­νες με υψη­λό­τε­ρες θερ­μο­κρα­σίες (ένταση) σχε­τί­ζο­νται με μεγα­λύ­τερη αύξηση της θνη­σι­μό­τητα
tanea.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.