ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Οι γυναίκες του κόσμου”

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Γιάννης Φλεβάρης

Αύ­γου­στος. Ρόδος. Πε­ριο­χή Ακα­δη­μί­ας. Ώρα 12:30 το με­ση­μέ­ρι. Θερ­μο­κρα­σία 35ο C. Υπάρ­χουν στιγ­μές στη ζωή ενός αν­θρώ­που που όσο μι­κρές κι αν είναι μπο­ρούν να μοι­ρά­ζο­νται για να ξε­πε­ρά­σουν το Εγώ και να φτά­σουν στο Εμείς. Υπάρ­χουν γύρω μας πρό­σω­πα και αν­θρώ­πι­νες πρά­ξεις που μας γε­μί­ζουν ελ­πί­δα και αι­σιο­δο­ξία για το μέλ­λον της κοι­νω­νί­ας. Βρί­σκο­μαι στην πε­ριο­χή της Ακα­δη­μί­ας, στο κέ­ντρο της πό­λε­ως, στο χώρο που κι­νού­μαι και ερ­γά­ζο­μαι. Περ­πα­τώ προς το τέλος του πε­ζό­δρο­μου της Δη­μη­τρί­ου Θέ­με­λη. Βλέπω στο απέ­να­ντι πε­ζο­δρό­μιο, μία νεαρή και όμορ­φη κο­πέ­λα να αρ­πά­ζει από το χέρι έναν με­γα­λό­σω­μο άντρα που στη­ρι­ζό­ταν με την πλάτη στον μα­ντρό­τοι­χο της Παι­δα­γω­γι­κής Ακα­δη­μί­ας και έδει­χνε να μην νιώ­θει καλά. Προ­σπα­θεί να τον στη­ρί­ξει για να μην πέσει κάτω. Ήταν αλ­λο­δα­πός του­ρί­στας, έτσι έδει­χνε καθώς πρό­σε­ξα κα­λύ­τε­ρα. Έτρε­ξα. Είχα πλη­σιά­σει αρ­κε­τά όταν είδα κα­θα­ρά τον άντρα να βγά­ζει αφρούς από το στόμα. Πι­θα­νόν κρίση επι­λη­ψί­ας ή κάτι άλλο, δεν ήταν καλά. Γνώ­ρι­σα την νεαρή Ρο­δί­τισ­σα που τον βοη­θού­σε, έχει κα­τά­στη­μα κοντά στο γρα­φείο μου. Την άκου­σα να φω­νά­ζει «γρή­γο­ρα ένα ασθε­νο­φό­ρο». Ένας νε­α­ρός καλεί το ΕΚΑΒ. Η κο­πέ­λα με με­γά­λη προ­σπά­θεια εξα­κο­λου­θεί να στη­ρί­ζει τον άρ­ρω­στο άντρα. Πολ­λοί διερ­χό­με­νοι μόλις βλέ­πουν την σκηνή στρέ­φουν αλλού το κε­φά­λι με μια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή έκ­φρα­ση απο­στρο­φής και απο­μα­κρύ­νο­νται γοργά. Η ψηλή – με­λα­χρι­νή κο­πέ­λα όμως μένει στη θέση της για να βοη­θή­σει τον ξένο. Όλα εξε­λίσ­σο­νται σε δευ­τε­ρό­λε­πτα. Ήμουν πια πολύ κοντά. Ο με­γα­λό­σω­μος άντρας με μια από­το­μη κί­νη­ση, απο­χω­ρί­ζε­ται το χέρι της κο­πέ­λας. Μη μπο­ρώ­ντας να στη­ρι­χτεί στα πόδια του πέ­φτει με το κε­φά­λι στο πε­ζο­δρό­μιο που γί­νε­ται κόκ­κι­νο από το αίμα του. Χτύ­πη­σε. Αμέ­σως μετά, ενώ είναι πε­σμέ­νος, στο πα­ρα­λή­ρη­μα της κρί­σης που ζούσε άρ­χι­σε να χτυπά το κε­φά­λι και το πρό­σω­πό του στο τσι­μέ­ντο. Σε λίγες στιγ­μές ήμουν δίπλα του. Τον άρ­πα­ξα με δύ­να­μη από τον ώμο και τον ανα­σή­κω­σα. Κά­ποιος έφερε νερό. Προ­σπά­θη­σα να κρα­τή­σω ανοι­χτό το στόμα του. Η κο­πέ­λα που τον κρα­τού­σε αρ­χι­κά πα­ρέ­μει­νε δίπλα κρα­τώ­ντας του το χέρι. Τότε μια άλλη κο­πέ­λα, επί­σης πολύ όμορ­φη, δυ­να­μι­κή και αυ­θόρ­μη­τη ήρθε κοντά. Μι­λού­σε αγ­γλι­κά. Πρέ­πει να ήταν Αμε­ρι­κα­νί­δα ή Αυ­στρα­λέ­ζα, δεν κα­τά­λα­βα επα­κρι­βώς την προ­φο­ρά της. Φώ­να­ξε στη γλώσ­σα της ότι ο άν­θρω­πος κιν­δυ­νεύ­ει και πρέ­πει άμεσα να δια­κο­μι­στεί στο νο­σο­κο­μείο. Γύ­ρι­σα και την κοί­τα­ξα. Φο­ρού­σε ένα κα­τά­λευ­κο φό­ρε­μα και με το βλέμ­μα της εξέ­τα­σε γρή­γο­ρα το χώρο γύρω της. Εκεί­νη τη στιγ­μή, η υπέ­ρο­χη αυτή γυ­ναί­κα με­του­σιώ­θη­κε μπρο­στά στα μάτια μας σε φύ­λα­κα άγ­γε­λο του αν­θρώ­που που διέ­τρε­χε κίν­δυ­νο ζωής και πά­λευε να κρα­τή­σει την ανα­πνοή του ενερ­γή. Έβγα­λε το λευκό της φό­ρε­μα, μέ­νο­ντας με τα εσώ­ρου­χα και το χρη­σι­μο­ποί­η­σε ως κα­θα­ρό σε­ντό­νι. Σκού­πι­σε το πρό­σω­πο του άντρα, αφαί­ρε­σε το αίμα μέσα από το στόμα του και κα­θά­ρι­σε τον τραυ­μα­τία. Ζή­τη­σε γρή­γο­ρα ένα ψα­λί­δι που έφερε σε λίγο κά­ποιος από τα δι­πλα­νά κα­τα­στή­μα­τα και έκοψε την μπλού­ζα του άντρα για να διευ­κο­λύ­νει την ανα­πνοή του. Του μι­λού­σε συ­νέ­χεια. Την κοί­τα­ξα με σε­βα­σμό. Ήταν εν­δε­δυ­μέ­νη με Φως. Δεν φο­ρού­σε πια το φό­ρε­μα της, αλλά την λα­μπε­ρή στολή της ψυχής της. Όλοι μαζί βρι­σκό­μα­σταν δίπλα στον άτυχο άντρα. Κά­ποια στιγ­μή ήρθε το ασθε­νο­φό­ρο του ΕΚΑΒ. Ο χρό­νος μας φαι­νό­ταν αιω­νιό­τη­τα. Όταν ακού­σα­με την σει­ρή­να του ασθε­νο­φό­ρου που πά­σχι­ζε να κι­νη­θεί μέσα στην πυκνή κί­νη­ση πεζών και οχη­μά­των του κα­λο­και­ρι­νού κέ­ντρου της Ρόδου, ανα­θαρ­ρή­σα­με. Σε λίγο οι δια­σώ­στες επι­βί­βα­σαν τον άν­θρω­πο στο ασθε­νο­φό­ρο και του έδω­σαν οξυ­γό­νο με συ­σκευή ανα­ζω­ο­γό­νη­σης. Μόνο όταν το ασθε­νο­φό­ρο έφυγε η γυ­ναί­κα αυτή και απο­χω­ρί­στη­κε τον τραυ­μα­τία. Πήρε από το πε­ζο­δρό­μιο το φό­ρε­μά της, το φό­ρε­σε, είχε γίνει πια κα­τα­κόκ­κι­νο. Κοί­τα­ξε το ασθε­νο­φό­ρο καθώς έφευ­γε με μια ματιά που πε­ριεί­χε ευχή και κα­τευό­διο και κι­νή­θη­κε προς τον πε­ζό­δρο­μο για να φύγει. Προ­σπά­θη­σα να κρα­τή­σω την ει­κό­να της. Είδα να μι­λά­ει με κά­ποιον γνω­στό μου που την γνώ­ρι­ζε. Από αυτόν ίσως μά­θου­με τα στοι­χεία της. Η μο­να­δι­κό­τη­τα, η δύ­να­μη και η πα­νέ­μορ­φη ψυχή αυτών των δύο σπου­δαί­ων γυ­ναι­κών με συ­γκλό­νι­σε. Ύψωσα το χέρι και φώ­να­ξα δυ­να­τά «σας ευ­χα­ρι­στού­με γυ­ναί­κες του κό­σμου». Κρά­τη­σα το με­γα­λείο της στιγ­μής χα­ραγ­μέ­νο μέσα μου και έτσι ακρι­βώς το με­τα­φέ­ρω σε αυτές τις λίγες γραμ­μές. Ίσως μπο­ρεί ο Δήμος της Ρόδου και οι Φο­ρείς να ανα­ζη­τή­σουν αυτές τις γυ­ναί­κες. Να τους δώ­σουν το «κλει­δί» της πόλης μας και από ένα μπου­κέ­το λου­λού­δια γιατί σε τέ­τοιους αν­θρώ­πους μάλ­λον ται­ριά­ζουν οι τιμές παρά σε διά­φο­ρους άλ­λους που έρ­χο­νται και πα­ρέρ­χο­νται χωρίς να αγ­γί­ξουν την ζωή και την κοι­νω­νία μας. Σας ευ­χα­ρι­στώ από καρ­διάς, γυ­ναί­κες του κό­σμου με την ωραία ψυχή, την αν­θρω­πιά και την δύ­να­μη.

Ρόδος 06.08.2014

Ιω­άν­νης Φλε­βά­ρης

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.