Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσφεύγει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Δωδεκανήσου για την ακύρωση του Δημοτικού Φόρου στα Δωδεκάνησα καταγγέλλοντας ως ασύμβατο το φόρο προς την Κοινοτική έννομη τάξη αλλά και προς το Σύνταγμα της Ελλάδας.
Η απόφαση αυτή ελήφθη μετά από διαβούλευση με τους εκπροσώπους της αναγνωρισμένου κύρους δικηγορικής εταιρείας “Zέπος και Γιαννόπουλος” των Αθηνών, εξειδικευμένης σε φορολογικά θέματα, ενώ σχετική υπόδειξη – πρόταση περιλαμβάνεται σε 32σέλιδο εμπιστευτικό υπόμνημα της εταιρείας προς το ΕΒΕΔ, αντίγραφο του οποίου εξασφάλισε η “δημοκρατική”.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες η νέα διοίκηση του ΕΒΕΔ έχει ήδη αποφασίσει την άσκηση των συγκεκριμένων προσφυγών τον Μάρτιο καθώς μάλιστα κυκλοφορούν μετ’ επιτάσεως φήμες που θέλουν το Δήμο να επιδιώκει την αναβολή της συζήτησης προσφυγής για την ακύρωσή του ενώπιον του ΣτΕ, που έχει ασκήσει η Κοινοπραξία με την επωνυμία «Κοινοπραξία Νοσοκομείου Ρόδου ΤΕΡΝΑ Α.Ε. – ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε-ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε. – J & P ABAΞ Α.Ε. – ΙΜΕC GMBH» και τον συντετμημένο τίτλο (διακριτικό τίτλο) «Κοινοπραξία Κατασκευής Νοσοκομείου Ρόδου».
Στο εμπιστευτικό υπόμνημα της δικηγορικής εταιρείας “Zέπος και Γιαννόπουλος” προς το ΕΒΕΔ γίνεται ειδική και εμπεριστατωμένη αναφορά στις δυνατότητες που υφίστανται για την προσφυγή σε εθνικά ή Ευρωπαϊκά δικαστικά ή άλλα όργανα για την αμφισβήτηση της επιβολής του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.
Η δικηγορική εταιρεία εξετάζει αρχικώς το ενδεχόμενο προσφυγής του ΕΒΕΔ στα διοικητικά ελληνικά δικαστήρια και επισημαίνει ότι…
“Οι δηλώσεις σχετικά με τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. και η καταβολή του στους ΟΤΑ γίνονται από τους επιτηδευματίες και τις επιχειρήσεις. Εξ’ άλλου σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης, οι καταλογισμοί του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. επίσης γίνονται σε βάρος των επιτηδευματιών και επιχειρήσεων από τους ΟΤΑ. Επομένως, οι επιτηδευματίες και οι επιχειρήσεις δικαιούνται να προσφύγουν στα Διοικητικά Δικαστήρια για την αμφισβήτηση της επιβολής του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ., ενώ το Επιμελητήριο, ως τρίτος, δε δικαιούται, ούτε να προσφύγει, αλλά ούτε και να παρέμβει υπέρ των μελών του”.
Επομένως, όπως τονίζεται στο υπόμνημα, το Επιμελητήριο μόνο έμμεσα θα μπορούσε να προβάλει τα επιχειρήματα για ασυμβατότητα του φόρου με το Σύνταγμα.
Ειδική μνεία γίνεται στο γεγονός ότι ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εκκρεμεί η εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως της Κοινοπραξίας Νοσοκομείου Ρόδου κατά του Δήμου Ροδίων.
Τονίζεται ότι με την μεσολάβηση του Επιμελητηρίου υποβλήθηκε στις 16.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, στο οποίο περιελήφθη η επιχειρηματολογία που αφορά την αντισυνταγματικότητα του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. και για την παραβίαση από τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελευθερίας εγκατάστασης.
Το δικηγορικό γραφείο τονίζει ότι παρόμοια δικόγραφα προσθέτων λόγων θα μπορούσαν να υποβληθούν στα πλαίσια δικών σχετικών με τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. που έχουν ξεκινήσει από άλλους επιτηδευματίες και επιχειρήσεις και που εκκρεμούν ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων (Πρωτοδικείου ή Εφετείου) ή και του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η επιχειρηματολογία αυτή θα μπορούσε να περιληφθεί εξάλλου και σε προσφυγή που θα ασκηθεί εκ μέρους επιτηδευματία ή επιχειρήσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου στα πλαίσια καινούργιας υπόθεσης.
Η προσφυγή αυτή μπορεί να ασκηθεί είτε λόγω καταλογισμού που θα κάνει η αρμόδια δημοτική αρχή σε επιχείρηση, είτε λόγω απόρριψης (σιωπηρής ή ρητής) αιτήματος επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου.
Δηλαδή μία επιχείρηση, αφού πληρώσει τον φόρο, μπορεί να υποβάλει αίτηση επιστροφής στη βάση ότι κατέβαλε τον φόρο αχρεωστήτως και η δημοτική αρχή οφείλει να απαντήσει στην αίτηση αυτή. Η αρνητική απάντηση της δημοτικής αρχής υπάρχει είτε απορρίψει την αίτηση ρητά, είτε παρέλθουν τρεις μήνες χωρίς να έχει απαντήσει, οπότε τεκμαίρεται η σιωπηρή απόρριψή της και η επιχείρηση δικαιούται να προσβάλει την αρνητική απάντηση της δημοτικής αρχής με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου.
Το δικηγορικό γραφείο απορρίπτει το ενδεχόμενο προσφυγής ενώπιον του Συνήγορου του Πολίτη ενώ σε ό,τι αφορά τα Ευρωπαϊκά όργανα τονίζει ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που περιλαμβάνει τρία δικαιοδοτικά όργανα, το Δικαστήριο, το Πρωτοδικείο και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν είναι αρμόδια για να εξετάσουν το ζήτημα και το ίδιο ισχύει για το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.
Η εταιρεία εισηγήθηκε έτσι την προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
“Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Το άρθρο 194 της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει το δικαίωμα αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οποιουδήποτε πολίτη της ΕΕ ατομικά ή από κοινού με άλλους για θέμα που εμπίπτει στους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον αφορά άμεσα. Τέτοιος τομέας δραστηριότητας είναι η ελευθερία κυκλοφορίας εμπορευμάτων και η ελευθερία εγκατάστασης, οι οποίες, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι παραβιάζονται από την επιβολή του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. Η αναφορά παραλαμβάνεται από την Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία και την εξετάζει.
Κατά συνέπεια, θα μπορούσε κατ’ αρχήν να υποβληθεί στην Επιτροπή Αναφορών αναφορά ότι ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. παραβιάζει την ελευθερία κυκλοφορίας εμπορευμάτων και την ελευθερία εγκατάστασης, θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι για μία υπόθεση όπως η εξεταζόμενη, η Επιτροπή Αναφορών δεν έχει αρμοδιότητα να λάβει η ίδια κάποια μέτρα για να διορθώσει την κατάσταση, εφόσον κριθεί ότι υπάρχει παραβίαση του Κοινοτικού Δικαίου. Αντίθετα, έρχεται σε επαφή με το αρμόδιο κοινοτικό όργανο, προκειμένου αυτό να ενεργήσει για το θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, αν κρινόταν ότι όντως θα μπορούσε να υπάρχει παραβίαση της ελευθερίας κυκλοφορίας εμπορευμάτων ή της ελευθερίας εγκατάστασης, Επιτροπή Αναφορών θα ζητούσε από την Επιτροπή να διενεργήσει εξέταση σχετικά με τη παραβίαση ή μη του Κοινοτικού Δικαίου. Επομένως, κρίνεται σκοπιμότερο στην περίπτωσι αυτή να υποβληθεί απευθείας σχετική καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Commission): Οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να στραφεί κατά κράτους μέλους υποβάλλοντας καταγγελία στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, για νομοθεσία του κράτους μέλους που θεωρεί ότι παραβιάζει διάταξη ή αρχή του Κοινοτικού Δικαίου. Ο καταγγέλλων δεν χρειάζεται να αποδείξει έννομο συμφέρον, ούτε ότι θίγεται κατά κύριο λόγο ή άμεσα από την παράβαση που καταγγέλλει. Ωστόσο, για να κριθεί ως βάσιμη μία καταγγελία πρέπει να καταγγέλλει παράβαση του Κοινοτικού Δικαίου από κάποιο κράτος μέλος. Η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης για το ίδιο θέμα στο εσωτερικό του κράτους μέλους δεν εμποδίζει την υποβολή της καταγγελίας.
Εφόσον η Επιτροπή κρίνει, με βάση το περιεχόμενο της καταγγελίας και των πρόσθετων στοιχείων που τυχόν ζητηθούν, ότι ενδέχεται να υπάρχει παράβαση του Κοινοτικού Δικαίου, η οποία δικαιολογεί την κίνηση της διαδικασίας παράβασης, απευθύνει στο οικείο κράτος επιστολή, αποκαλούμενη “προειδοποιητική επιστολή”, με την οποία το καλεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί του θέματος εντός καθορισμένης προθεσμίας.
Ανάλογα με την απάντηση του κράτους μέλους ή σε περίπτωση μη απάντησης, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να στείλει στο κράτος μέλος “αιτιολογημένη γνώμη”, στην οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι υπάρχει παράβαση του Κοινοτικού Δικαίου και με την οποία το καλεί να συμμορφωθεί με το Κοινοτικό Δίκαιο εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (εφόσον με την απάντησή του το κράτος μέλος έχει αρνηθεί ότι υπάρχει παράβαση του Κοινοτικού Δικαίου).
Στην περίπτωση που το κράτος μέλος δε συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να υποβληθεί καταγγελία στην Επιτροπή, στην οποία να αναλύεται ότι ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. παραβιάζει την ελευθερία κυκλοφορίας εμπορευμάτων και την ελευθερία εγκατάστασης”.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/stin-evropaiki-epitropi-prosfevgi-to-eved/













