Ειδήσεις

Τουρκία: Ρίχνει γέφυρες προς όλους πλην Αθήνας

Το «βάθος» και την πραγματική αξία της τουρκικής επιχείρησης εξομάλυνσης των σχέσεων με το σύνολο των κρατών της ευρύτερης περιοχής με τα οποία τα προηγούμενα χρόνια η Αγκυρα έφθασε ακόμα και σε πλήρη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων, αξιολογεί η Αθήνα. Τους τελευταίους μήνες ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανέλαβε προσωπικά την επιχείρηση αυτή, η οποία έως αυτή τη στιγμή έχει και απτά και συμβολικά αποτελέσματα. Σε γενικές γραμμές η ανάπτυξη της τουρκικής διπλωματίας εξελίσσεται σε τέσσερα επίπεδα.

Πρώτον, σε σχέση με τη Δύση. Δεύτερον, σε σχέση με τους περιφερειακούς ανταγωνιστές και δρώντες. Τρίτον, σε σχέση με τις χώρες στις οποίες η Τουρκία διαθέτει στρατιωτική παρουσία. Και τέταρτον, σε σχέση με χώρες που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αναζητούνται οι δυνατότητες ανάσχεσης της τουρκικής επιρροής που έχει η Αθήνα.

Στο πρώτο επίπεδο, βασικός στόχος της διπλωματικής επίθεσης γοητείας της Αγκυρας είναι οι ΗΠΑ. Παρά το γεγονός ότι στο εσωτερικό των ΗΠΑ διίστανται οι απόψεις μεταξύ Στέιτ Ντιπάρτμεντ και Κογκρέσου σε σχέση με την ανάγκη επαναφοράς των αμερικανοτουρκικών σχέσεων σε επίπεδο προ απόκτησης ρωσικών πυραύλων S-400, η Αγκυρα χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο τη δράση στην Ουκρανία ως πεδίο προώθησης των δυτικών συμφερόντων. Η πώληση UAV τύπου Bayraktar TB2 στην ουκρανική κυβέρνηση και οι νέες συζητήσεις και για άλλα επιθετικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη αξιοποιούνται από την Αγκυρα ως επιχείρημα εντός ΝΑΤΟ, για τον «απαραίτητο» ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή. Ειδικά, όμως, μετά τη γνωστοποίηση της απόσυρσης της στήριξης των ΗΠΑ για τον αγωγό EastMed, η Αγκυρα κινείται ακόμα πιο επιθετικά στην Ανατολική Μεσόγειο, θεωρώντας ότι ο στρατηγικός όγκος και το βάθος της Τουρκίας την καθιστά αναντικατάστατη και, κυρίως, της δίνει χώρο για περαιτέρω διεκδικήσεις. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και η Ε.Ε., αλλά και μεμονωμένες χώρες, όπως η Γερμανία. Ειδικά στην περίπτωση της Γερμανίας, η αλλαγή κυβέρνησης στο Βερολίνο δεν επέφερε καμία τροποποίηση της στάσης έναντι της Αγκυρας. Στο ουκρανικό πεδίο, η Αθήνα δεν μπορεί να κάνει εκ των πραγμάτων πολλά πράγματα, πέρα από τις συμβατικές υποχρεώσεις της ως κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Αυτό σημαίνει ότι θα χρησιμοποιηθούν οι εγκαταστάσεις στη Σούδα και στην Αλεξανδρούπολη, ωστόσο εκείνο που ανησυχεί την Αθήνα είναι το ενδεχόμενο να απαιτηθούν από τους Αμερικανούς περαιτέρω παραχωρήσεις. Στην Αθήνα, θέλουν να μείνουν μακριά από την εμπλοκή στο Ουκρανικό, παρά το γεγονός ότι είναι εκδηλωμένη πρόθεση από τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια να στηριχθεί η ελληνική κοινότητα της Μαριούπολης.

Σε δεύτερο επίπεδο –και κυριότερο για τα ελληνικά συμφέροντα– εντάσσονται οι χώρες της περιοχής. Η συμφωνία για credit swap με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), οι συναντήσεις του κ. Ερντογάν με τον διάδοχο του θρόνου του Αμπου Ντάμπι, Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχαγιάν (MBZ), αποτελούν –κατά την ανάγνωση της Αθήνας– περισσότερο μια προσπάθεια των Εμιρατινών να αποκτήσουν μια λειτουργική σχέση με την Τουρκία, παρά συμφιλίωση. Ανάλογη είναι η στάση και για τα εντεινόμενα ανοίγματα της Αγκυρας προς το Ισραήλ, διά της υπόσχεσης άρσης της κάλυψης των στελεχών της Χαμάς και των Αδελφών Μουσουλμάνων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και οι δύο μεγαλύτερες αραβικές χώρες της περιοχής, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Προς αυτές τις κατευθύνσεις τα τουρκικά ανοίγματα είναι περισσότερο ριψοκίνδυνα, καθώς καθεμία από αυτές τις χώρες διεκδικεί τον ρόλο του σημαντικότερου ισλαμικού έθνους, και παρά τις δηλώσεις προθέσεων εκ μέρους του Ερντογάν για εγκατάλειψη των Αδελφών Μουσουλμάνων, στο Κάιρο και στο Ριάντ υπάρχουν ακόμα επιφυλάξεις. Στις περιπτώσεις Ισραήλ και ΗΑΕ είναι απολύτως σαφές ότι υφίσταται αμερικανική παραίνεση για τη δημιουργία συνθηκών συμπερίληψης της Τουρκίας ξανά στην περιοχή. Πηγές με γνώση των επαφών τονίζουν ότι στη γραφειοκρατία της Ουάσιγκτον έχει αναβιώσει ο «φόβος του 1979», δηλαδή της πιθανότητας αποκοπής της Τουρκίας από το δυτικό σύστημα, όπως έγινε με το Ιράν. Αυτά τα ανοίγματα ανησυχούν περισσότερο την Αθήνα, διότι με το Ισραήλ, τα ΗΑΕ και την Αίγυπτο έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια κινήσεις που έχουν οδηγήσει σε εταιρικές σχέσεις. Τα ΗΑΕ κινούνται σαφέστατα προς μια προσπάθεια να μεταβληθεί το Αμπου Ντάμπι σε συνομιλητή όλων.

Το Ισραήλ
Στο Ισραήλ, αντιθέτως, υπάρχει μια αυθεντική επιθυμία να γίνουν οι σχέσεις με την Τουρκία ξανά λειτουργικές. Υπενθυμίζεται ότι το Ισραήλ και η Τουρκία προσπαθούν να επανέλθουν σε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις από τον Δεκέμβριο του 2015. Η επερχόμενη επίσκεψη του προέδρου του Ισραήλ Γιτζάκ Χέρτσογκ στην Αγκυρα, τον Φεβρουάριο, θα οδηγήσει ξεκάθαρα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι Ισραηλινοί καθησυχάζουν την Αθήνα ότι η σχέση με την Ελλάδα έχει πια αποκοπεί από κάθε περιφερειακή σύγκριση και οδεύει σε δικές της, αυτόνομες ράγες. Ισως ο πιο ισχυρός πυλώνας της να είναι οι αμυντικές τεχνολογίες. Σε λίγες ημέρες (εκτός απροόπτου στις 10 Φεβρουαρίου) θα επισκεφθεί την Καλαμάτα ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ (και αναπληρωτής πρωθυπουργός) Μπένι Γκαντζ, όπου μαζί με τον ομόλογό του Νίκο Παναγιωτόπουλο θα εγκαινιάσουν τα πρώτα κτίρια που έχει διαμορφώσει η ισραηλινή Elbit για Διεθνές Κέντρο Αεροπορικής Εκπαίδευσης.

Στο τρίτο επίπεδο βρίσκονται οι χώρες όπου η Τουρκία έχει στρατιωτική παρουσία με κάποιο τρόπο. Εξ αυτών, η πλέον σημαντική για τα ελληνικά συμφέροντα είναι η Λιβύη. Η Αθήνα έχει ασφαλώς επενδύσει στο διεθνές δίκαιο, ωστόσο η επιρροή της Αγκυρας στην Τρίπολη φαίνεται πως είναι πια καθοριστική, παρά τις πολύ σοβαρές και οργανωμένες διπλωματικές προσπάθειες στην περιοχή.

Το τέταρτο επίπεδο αφορά τις χώρες που επηρεάζει άμεσα η Ρωσία και αποτελεί και σαφή ένδειξη του ιδιότυπου συντονισμού ανάμεσα σε Μόσχα και Αγκυρα. Το πλέον γνωστό παράδειγμα είναι εκείνο της Συρίας, όπου η Τουρκία διοικεί στρατιωτικά περιοχές στα βόρεια της χώρας με την ανοχή της Ρωσίας. Το δεύτερο είναι εκείνο της Αρμενίας. Οι συζητήσεις ανάμεσα σε Αγκυρα και Ερεβάν γίνονται όχι μόνο λόγω της στρατιωτικής ήττας της Αρμενίας στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ από το Αζερμπαϊτζάν, αλλά και με την έμπρακτη ενθάρρυνση της Μόσχας.

Από «ταραξίας», εταίρος της Δύσης
Η πραγματικότητα αυτή οδηγεί την Αθήνα σε μια ταχεία αναπροσαρμογή στα δεδομένα. Η περίοδος της ορατής σε όλους τουρκικής επιθετικότητας έχει μπει –προσωρινά– σε παύση, γεγονός που ωθεί τους παράγοντες «status quo» να επανέρχονται σε πολιτικές συνεννόησης ή και κατευνασμού της Αγκυρας. Ακόμα και η επαναφορά των τυποποιημένων μορφών συζήτησης Αθήνας – Αγκυρας (Μεικτή Επιτροπή, πολιτικός διάλογος, διερευνητικές, ΜΟΕ) γίνεται με τρόπο ο οποίος διαφημίζεται προς δυσμάς ως τουρκική διαλλακτικότητα, την ίδια στιγμή που ο ίδιος ο κ. Ερντογάν αλλά και οι αξιωματούχοι των κυβερνήσεών του εξαπολύουν απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Από την εξ αντικειμένου συμπαράταξη με τους εχθρούς που η Τουρκία είχε φροντίσει να κατασκευάσει με τη συμπεριφορά της στην περιοχή, η Αθήνα καλείται πλέον να αναδιαμορφώσει τη στάση της. Και να προσαρμοστεί σε ένα νέο περιβάλλον, όπου η Τουρκία επιστρέφει ως εταίρος της Δύσης και περιφερειακών σχημάτων και όχι ως αντίπαλος, ιδιαίτερα καθώς αρκετοί στην Αθήνα διαβλέπουν ότι η Αγκυρα όχι απλώς θα επιμείνει στην ατζέντα της στο Αιγαίο, αλλά θα την εντείνει.

Πηγή kathimerini.gr

Βασίλης Νέδος

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου