• Η υπόθεση που είχε προηγουμένως περάσει και από αστικές προσφυγές ολοκληρώθηκε χθες στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου
Τελεία σε μια υπόθεση που για μεγάλο διάστημα τροφοδότησε συζητήσεις στην τοπική κοινωνία και ξεπέρασε τα στενά όρια μιας ιδιωτικής διαφοράς μπήκε χθες στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου.
Η δικογραφία είχε αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο εξαιτίας της φύσης των καταγγελιών, που σχετίζονταν με συμπεριφορές στον ψηφιακό χώρο, αλλά και επειδή είχαν προηγηθεί προσφυγές σε αστικά δικαστήρια, δίνοντας στην υπόθεση χαρακτήρα διαρκούς αντιπαράθεσης με πολλαπλά μέτωπα.
Χθες, όμως, η εικόνα άλλαξε. Με την ανάκληση των μηνύσεων από τα θύματα, η ποινική διαδικασία οδηγήθηκε σε κατάληξη και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου προχώρησε σε αθώωση του κατηγορούμενου, ενός ημεδαπού κατοίκου Αρχαγγέλου.
Από τις αστικές προσφυγές στην ποινική αίθουσα
Η υπόθεση είχε ήδη φορτιστεί πριν φτάσει στο ποινικό ακροατήριο, καθώς είχαν προηγηθεί κινήσεις σε αστικό επίπεδο, στοιχείο που συνήθως δείχνει ότι η διαμάχη δεν περιορίζεται μόνο στο αν τελέστηκε ή όχι μια πράξη, αλλά επεκτείνεται σε ζητήματα προσωπικότητας, αποκατάστασης και δημόσιας εικόνας. Σε τοπικές κοινωνίες όπως της Ρόδου, όπου οι κοινωνικοί κύκλοι τέμνονται και οι πληροφορίες ταξιδεύουν γρήγορα, τέτοιες αντιπαραθέσεις αποκτούν συχνά ένταση δυσανάλογη του καθαρά δικαστικού τους πυρήνα.
Τι περιέγραφε η κατηγορία και γιατί προκάλεσε έντονη αντίδραση
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρέθηκαν καταγγελίες από 2 γυναίκες κι έναν άνδρα συγγενικό τους πρόσωπο, για περιστατικά που τοποθετούνταν χρονικά σε διαφορετικές ημερομηνίες από τον Οκτώβριο 2020 έως τον Απρίλιο 2021. Η εικόνα που περιγραφόταν στη δικογραφία ήταν σύνθετη και αφορούσε 3 βασικές κατηγορίες πράξεων.
Η πρώτη αφορούσε προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά συρροή. Στα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη της δικαιοσύνης, γινόταν αναφορά σε επαναλαμβανόμενα σεξουαλικά σχόλια, άσεμνες προτάσεις και αποστολή άσεμνου υλικού μέσω εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης, όπως Facebook, Messenger και Instagram. Η καταγγελλόμενη συμπεριφορά αποτυπωνόταν ως παρεμβατική, επιθετική και με περιεχόμενο ικανό να θίξει βάναυσα την αξιοπρέπεια των καταγγελλουσών, προκαλώντας δημόσια συζήτηση για τα όρια της διαδικτυακής παρενόχλησης και το πώς αυτή βιώνεται από τα θύματα.
Η δεύτερη αφορούσε εξύβριση κατά συρροή. Οι καταγγελίες περιέγραφαν μηνύματα με απαξιωτικούς και υβριστικούς χαρακτηρισμούς προς μία από τις γυναίκες, αλλά και προς τον άνδρα συγγενή τους, με φρασεολογία που, σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα, στόχευε στην ηθική απαξίωση και στην προσβολή της υπόληψης, ακόμη και με αναφορές που άγγιζαν ευαίσθητα κοινωνικά στερεότυπα.
Η τρίτη κατηγορία αφορούσε παράνομη πρόσβαση σε πληροφορίες ή δεδομένα κατ’ εξακολούθηση. Εδώ η υπόθεση ξεπερνούσε την προσβολή με λόγια και εισερχόταν στο πεδίο της ψηφιακής ασφάλειας. Περιγραφόταν, μεταξύ άλλων, παραβίαση λογαριασμού σε κοινωνικό δίκτυο, αλλαγή κωδικού πρόσβασης, δημιουργία ψεύτικων προφίλ με χρήση φωτογραφιών της καταγγέλλουσας, καθώς και διακίνηση προσωπικών φωτογραφιών που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, είχαν αποκτηθεί χωρίς δικαίωμα πρόσβασης. Αυτά τα σημεία ήταν από εκείνα που προκάλεσαν τον μεγαλύτερο κοινωνικό αντίκτυπο, επειδή άγγιζαν τον φόβο πολλών χρηστών για το πόσο εύκολα μπορεί να διαρραγεί η ψηφιακή τους ιδιωτικότητα.
Η χθεσινή ανατροπή στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου
Παρά το φορτίο της υπόθεσης και τις υψηλές προσδοκίες για την έκβαση, η χθεσινή διαδικασία έκλεισε με τρόπο που αιφνιδίασε. Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, οι εγκαλούντες προχώρησαν σε ανάκληση των μηνύσεων, εξέλιξη που άλλαξε άμεσα τη δυναμική της ποινικής διαδικασίας.
Η ανάκληση, πρακτικά, αφαίρεσε το βασικό στήριγμα της κατηγορίας όπως είχε διαμορφωθεί από τις καταγγελίες των παθόντων. Σε αυτή την νέα συνθήκη, το δικαστήριο κατέληξε σε αθώωση του κατηγορούμενου. Έτσι, μια υπόθεση που είχε παρουσιαστεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των κινδύνων της ψηφιακής εποχής, έφτασε σε τυπικό τέλος με την αποδοχή της ανάκλησης και τη δικαστική κρίση υπέρ του κατηγορούμενου.
Ως συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου παρέστη ο κ. Δημήτρης Δημητριάδης.













