Και δεύτερη προκαταρκτική εξέταση για τη διαπίστωση τυχόν τελέσεως του αδικήματος της απάτης κατ’ επάγγελμα προκάλεσε μήνυση ακόμη δύο κατοίκων της Ρόδου κατά των εκπροσώπων εταιρείας παροχής νομικών και οικονομικών συμβουλών, που φέρονται να διαφήμιζαν λύσεις για την αντιμετώπιση προβλημάτων υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Το θέμα, όπως έγραψε η “δημοκρατική”, έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη και τον Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου, που αναγκάστηκε, λόγω της διάστασης που έχουν προσλάβει όμοιες καταγγελίες σε βάρος διαφόρων προσώπων, να εκδώσει σχετική ανακοίνωση.

Η πρώτη μήνυση έχει υποβληθεί από δύο έγγαμες, γυναίκες, πρώην υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού και η δεύτερη από δύο δημόσιες υπαλλήλους, εργαζόμενες σε προνοιακό ίδρυμα του νησιού.

Λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, που επικρατεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τις αυξημένες οικονομικές οικογενειακές υποχρεώσεις που αντιμετωπίζουν δεν ήταν σε θέση να καλύψουν όλες τις απαιτούμενες ανάγκες τους.

Από διαφήμιση σε τοπική εφημερίδα πληροφορήθηκαν ότι η πρώτη μηνυόμενη προσέφερε η ίδια και οι συνεργάτες της, νομικές, οικονομικές, και συμβουλευτικές υπηρεσίες και ότι είχε την δυνατότητα να ρυθμίζει χρέη προς τις τράπεζες και να εκδίδει δάνεια σε δημοσίους υπαλλήλους εν ενεργεία ή συνταξιούχους, ακόμα και αν είναι υπερχρεωμένοι ή έχουν δυσμενή στοιχεία στον Τειρεσία.

Εδωσαν μαζί της ραντεβού σε ένα ξενοδοχείο και εκεί ζήτησαν πληροφορίες για την άντληση δανείου ύψους 50.000 ευρώ για εκάστη εξ αυτών.

Όπως υποστηρίζουν, οι εγκαλούμενοι τις διαβεβαίωσαν ότι μπορούσαν να δανειοδοτηθούν χωρίς κανένα πρόβλημα και λόγω των ιδιαίτερων γνώσεών τους στα τραπεζικά θέματα και των γνωριμιών τους με υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών, μπορούσαν να λάβουν και μεγαλύτερο ποσό δανείου, που θα έφθανε τα 90.000 ευρώ.

Ο τρόπος, σύμφωνα με τη μήνυση ήταν ο εξής:
Αρχικά θα ελάμβαναν δάνειο ποσού 20.000 ευρώ, χωρίς εγγυητή, χωρίς εμπράγματα βάρη, δάνειο μικροεπισκευών, το οποίο θα πραγματοποιείτο με τη βοήθεια των συνεργατών τους από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ στη συνέχεια με ενυπόθηκο δάνειο ποσού 70.000 ευρώ πάλι από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Οι εγκαλούντες, όπως ισχυρίζονται, έχοντες ως μοναδικό σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους, μεθόδευσαν και εφάρμοσαν σε βάρος τους το ως άνω σχέδιο και αποκόμισαν τελικά, παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 53.180,00 ευρώ για την πρώτη και για την δεύτερη ποσού 12.420 ευρώ.

Όπως υποστηρίζεται στη μήνυση, στην πρώτη παρέστησαν ότι είχαν γνωριμίες με υψηλόβαθμα στελέχη του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και ότι είχαν την δυνατότητα, παρά την δύσκολη οικονομική της θέση, λόγω του Τειρεσία, να της εκδώσουν και να λάβει σταδιακά και σε σύντομο χρονικό διάστημα, δύο δάνεια, το πρώτο ποσού 20.000 ευρώ και το δεύτερο ποσού 70.000 ευρώ, αντί αμοιβής τους μαζί με τα έξοδα της εγγραφής υποθήκης για το δεύτερο δάνειο, των αμοιβών των δικηγόρων και των λοιπών εξόδων σύναψης των δανείων, από 8.000 έως 11.000 ευρώ, τα οποία θα έπρεπε να τους καταβληθούν μετά τη λήψη του πρώτου δανείου.

Αφού έγιναν διάφορες συναντήσεις και διαπραγματεύσεις την 26η Ιουνίου 2011 η πρώτη μηνυόμενη της ανακοίνωσε την έγκριση του δανείου των 20.000 ευρώ και συνέστησε στην πρώτη των μηνυτών να μεταβεί στην Αθήνα.

Η εκταμίευση του δανείου των 20.000 ευρώ έγινε και τα χρήματα κατατέθηκαν άμεσα για λόγους ασφαλείας, σε λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα.
Στη διαδρομή της επιστροφής της, δέχθηκε τηλεφώνημα από την πρώτη εγκαλούμενη, η οποία, όπως υποστηρίζει, της ζήτησε άμεσα να καταθέσει σε Τραπεζικό λογαριασμό της, το ποσό των 9.000 ευρώ, έτσι ώστε να προωθήσει το δεύτερο δάνειο των 70.000 ευρώ σύντομα.

Έκτοτε και παρόλο ότι είχαν εισπράξει το σύνολο της αμοιβής τους, οι μήνες περνούσαν άπρακτοι, με τους εγκαλούντες να επικαλούνται γραφειοκρατικές διαδικασίες, ασθένεια υπευθύνου ή απουσία των συνεργατών τους και έπαιρναν παρατάσεις της έγκρισης του δεύτερου δανείου.

Στην πορεία φέρεται να της είπαν ότι το αίτημά της αντιμετωπίζει κώλυμα και πως πρέπει να καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ σε εκείνη προκειμένου να τα δώσει σε άτομα κλειδιά, ώστε να ξεπεραστεί το πρόβλημα του Τειρεσία.
Η φερόμενη ως θύμα ζήτησε δανεικά από συγγενικό της πρόσωπο και έδωσε το ποσό στην πρώτη μηνυόμενη.

Στην πορεία της ζήτησαν ακόμη 6.800 ευρώ για να πληρωθεί ο μηχανικός της Τράπεζας, ο οποίος θα έκανε τη μελέτη της εκτίμησης του ακινήτου της, μαζί με μια σειρά φωτογραφιών. Πήρε δανεικά κι από άλλους και έδωσε και το ποσό αυτό.
Υποστηρίζει παραπέρα ότι λίγο διάστημα μετά της ζήτησε και της δάνεισε 6.600 ευρώ. Λίγο διάστημα μετά, όπως ισχυρίζεται, την έπεισαν ότι με την καταβολή ποσού 4.800 ευρώ στους αρμοδίους, επέτυχαν να λάβει δάνειο τριπλάσιο από αυτό που αρχικά είχε ζητήσει, δηλαδή δάνειο 210.000 ευρώ και ότι τα επί πλέον χρήματα που κατέβαλε μέχρι εκείνη τη στιγμή, θα έπιαναν τόπο.

Την έπεισαν μάλιστα ότι θα γινόταν διαγραφή του μισού κεφαλαίου του δανείου, σύμφωνα με σχετικό νόμο που ήδη υπήρχε και γνώριζαν οι συνεργάτες της, συμπληρώνοντας και πάλι ψευδώς, ότι το όφελος της θα ήταν 105.000 ευρώ και επομένως τα 30.200 ευρώ που είχε καταβάλει, στην ουσία θα τα κάλυπταν με το χαριστικό δάνειο.
Την ίδια μέρα, κατέφυγε στη μητέρα της και ζήτησε δανεικά 4.800 ευρώ τα οποία της έδωσε.

Λίγες μέρες μετά, έλαβε κλήση στο κινητό της, όπως ισχυρίζεται, από αριθμό χωρίς αναγνώριση και κάποια κυρία, η οποία της ανέφερε ότι την καλεί από την υπηρεσία εκταμιεύσεων και της ζήτησε να πληρώσει το ποσό των 6.500 ευρώ για την εγγραφή της υποθήκης στο ακίνητό της, προκειμένου να εκταμιεύσει το δάνειο.
Πήρε δανεικά από ακόμη ένα φίλο της και πλήρωσε και το ποσό αυτό ενώ λίγες μέρες αργότερα κατέβαλε ακόμη 5.000 ευρώ.

Το παραμύθι συνεχίστηκε και η πρώτη μηνύτρια κατέβαλε συνεχώς και άλλα ποσά μέχρι που στις αρχές Ιανουαρίου του 2013, οι εγκαλούμενοι, όπως υποστηρίζει, προκειμένου να απαλλαγούν από εκείνη και άλλα θύματά τους, ώστε να μην τους εκδιώξουν ποινικά, αφού κατάλαβαν ότι δεν είχε, όπως και τα άλλα θύματά τους πλέον, ούτε ευρώ να τους πάρουν, σκηνοθέτησαν το σενάριο ότι έπεσαν θύματα δικηγόρου Αθηνών, κατά του οποίου, η πρώτη εγκαλούμενη, πρότεινε στην ίδια και άλλα θύματά της, να καταθέσουν αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, ώστε να ζητήσουν να λάβουν τα χρήματά τους πίσω, που όπως η εγκαλούμενη ισχυρίσθηκε ενώπιον των θυμάτων της ήταν άνω των 300.000 ευρώ.

Το ίδιο συνέβη και με τη δεύτερη μηνύτρια, που εξαπατήθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Οι δύο μηνύτριες κατέθεσαν μαζί με άλλα πέντε άτομα ως ενάγοντες αγωγή κατά του δικηγόρου, από τον οποίο ζητούσαν να τους καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ σε καθένα, για τα συνολικά του έξοδα.

Όπως υποστηρίζουν οι εγκαλούμενοι, με την κατάθεση της αγωγής, απέδειξαν περίτρανα τη σχεδιασμένη με δόλο απάτη που έστησαν, αφού γνώριζαν πολύ καλά ότι η αγωγή ουδεμία τύχη θα έχει, διότι δεν προσκόμισαν κανένα συμφωνητικό ή αποδείξεις των όσων χρημάτων λένε ότι έδωσαν στο δικηγόρο και ο μοναδικός τους σκοπός ήταν να γλιστρήσουν από τις ποινικές τους ευθύνες, για τις δεκάδες διακεκριμένες απάτες που διέπραξαν σε βάρος των ανύποπτων θυμάτων τους.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ