ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Η προσοχή στην οδήγηση” – Ένα επίκαιρο άρθρο για τα οδικά ατυχήματα

news room 10 λεπτά ανάγνωση
90

Του ΝΙΚΟΛΟΥ ΦΑΡΜΑΚΙΔΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟΥ

Οδήγηση είναι ένα πολύ­πλοκο σύστημα που κινεί­ται στο δρόμο. Το σύστημα: (άνθρω­πος, οδηγός) – αυτο­κί­νητο – (δρόμος, περι­βάλ­λον). Αυτά τα τρία υπο­συ­στή­ματα είναι ένα σύνολο που μαζί τρέχουν με 200 χλμ/ώρα, στρί­βουν, ανε­βαί­νουν ανη­φό­ρες και κάθε τόσο γίνο­νται κομ­μά­τια. Ειδι­κό­τερα, η οδήγηση είναι η δια­χεί­ριση των πλη­ρο­φο­ριών που παίρνει ο οδηγός από το περι­βάλ­λον του και τις μετα­τρέ­πει σε ενέρ­γειες. Αυτό λοιπόν το πολύ­πλοκο σύστημα στη­ρί­ζε­ται σε δύο βασικές λει­τουρ­γίες του ανθρώ­πι­νου εγκε­φά­λου: στην προσοχή και στη αντί­ληψη. Στο σημεί­ωμα αυτό θα εστια­στώ στο βασι­κό­τερο που είναι η προσοχή γιατί μας δίνει το μέτρο του προ­βλή­μα­τος.

Η προσοχή είναι μια διερ­γα­σία του εγκε­φά­λου, είναι η γραμ­μα­τέας του. Οι πλη­ρο­φο­ρίες προ­σλαμ­βά­νο­νται από τις αισθή­σεις και τις επε­ξερ­γά­ζε­ται ο εγκέ­φα­λος. Κάθε δέκατο του δευ­τε­ρο­λέ­πτου φτάνουν εκα­τομ­μύ­ρια πλη­ρο­φο­ρίες, που ο εγκέ­φα­λός μας όμως δεν μπορεί να τις επε­ξερ­γα­στεί. Επίσης δεν είναι όλες χρή­σι­μες. Η προσοχή λοιπόν ξεσκαρ­τά­ρει τις άχρη­στες πλη­ρο­φο­ρίες και δια­λέ­γει τις χρή­σι­μες, αυτές που χρειά­ζο­νται για την επι­βί­ωση μας, τόσες όσες μπορεί να επε­ξερ­γα­στεί ο εγκέ­φα­λός μας, δηλαδή λίγες αλλά χρή­σι­μες.

Η προσοχή λει­τουρ­γεί σε δύο στάδια, στο πρώτο ανι­χνεύει. Αρχικά αντι­λαμ­βά­νε­ται μια χρω­μα­τι­στή κηλίδα και σε μερικά κλά­σματα του δευ­τε­ρο­λέ­πτου απο­φα­σί­ζει αν αξίζει τον κόπο να πάει στο επόμενο στάδιο. Αν το κρίνει θετικά τότε εστιά­ζουμε ασυ­νεί­δητα και αυτό­ματα με το βλέμμα την κηλίδα, αν όχι δεν την βλέ­πουμε.

Τα κρι­τή­ρια επι­λο­γής για να προ­χω­ρή­σει στην εστίαση ενός αντι­κει­μέ­νου είναι:

· Να είναι μεγάλο

· Να έχει αντί­θεση φωτει­νό­τη­τας με το περι­βάλ­λον

· Να κινεί­ται ή τρε­μου­λιά­ζει γρήγορα ή να εμφα­νί­ζε­ται ξαφνικά

· Να είναι οικείο ή να περι­μέ­νει να το δει

Αν η προσοχή δεχτεί να εντο­πί­σει ένα αντι­κεί­μενο τότε δίνει εντολή στο σώμα να αντι­δρά­σει για να εξα­σφα­λί­σει την επι­βί­ωσή μας. Γιατί πριν να δει το μυαλό μας κάτι, αντιδρά το ένστι­κτό μας. Μια κηλίδα είναι ικανή να μας θέσει σε συγκι­νη­σιακή εγρή­γορση. Η συγκί­νηση (ετυ­μο­λο­γικά συν + κίνηση) είναι μια δια­δι­κα­σία του ανθρώ­πι­νου νευ­ρι­κού συστή­μα­τος, άμεσης αντί­δρα­σης σε αυτό που ανα­γνω­ρί­ζει ως κίνδυνο, χωρίς ακόμη να το αντι­λη­φθεί, καθο­δη­γού­μενο από το συναί­σθημα. Αυτές είναι όλες σχεδόν οι αντι­δρά­σεις μας στην οδήγηση. Η κατά­σταση αυτή λέγεται και στρες. Με απλά λόγια, κάθε κίνησή μας στην οδήγηση γίνεται υπό καθε­στώς στρες. Να λοιπόν γιατί βρί­ζουμε, γιατί είμαστε επι­θε­τι­κοί και γιατί κου­ρα­ζό­μα­στε υπέρ­με­τρα όταν οδη­γούμε. Στην οδήγηση, δεν είμαστε εμείς, δεν είναι ο ορθο­λο­γι­σμός μας που αντιδρά, είναι η πρώτη γραμμή άμυνας μας, ο συναι­σθη­μα­τι­κός μας κόσμος. Αυτός κάνει τα πάντα και στην συνέ­χεια έρχεται ο λογα­ρια­σμός της ορθής σκέψης.

Αν η προσοχή δεν απορ­ρί­ψει μια πλη­ρο­φο­ρία τότε αυτή μένει προ­σω­ρινά σε ένα δεύτερο στάδιο επε­ξερ­γα­σίας απο­κα­λού­μενο “μνήμη εργα­σίας”. Η μνήμη εργα­σίας είναι όπως ένα σημειω­μα­τά­ριο, που κατα­γρά­φουμε κάποιες πλη­ρο­φο­ρίες για να το πετά­ξουμε μετά. Αφού κατα­χω­ρη­θούν οι πλη­ρο­φο­ρίες στη μνήμη εργα­σίας, αρχίζει και η πραγ­μα­τική επε­ξερ­γα­σία από το μυαλό. Τότε ο οδηγός ψάχνει στη μνήμη του για να κατα­λά­βει τι είδε. Δεν είναι λοιπόν τα μάτια που βλέπουν αλλά η μνήμη, μετά από σύγκριση των σχη­μά­των του ματιού με τα αντι­κεί­μενα, που είναι απο­θη­κευ­μένα στην σταθερή μνήμη μας. Την σταθερή μνήμη την λέμε και εμπει­ρία ή μάθηση. Χωρίς αυτή τη μνήμη η ζωή θα ήταν ένα διαρκές σάστι­σμα και όλα γύρω μας θα ήταν κάθε στιγμή και­νούρ­για. Τα έντονα και συγκι­νη­σιακά φορ­τι­σμένα γεγο­νότα παγι­δεύ­ο­νται για πάντα στο δίχτυ της μακρο­πρό­θε­σμης μνήμης, ενώ τα ψιλο­πράγ­ματα των καθη­με­ρι­νών εμπει­ριών γλι­στρούν και χάνο­νται, αφού δεν μας χρειά­ζο­νται για την επι­βί­ωσή μας.

Ένα άλλο βασικό χαρα­κτη­ρι­στικό της προ­σο­χής είναι η ποσο­τικά σταθερή της δύναμη, που την μαζεύει ή την απλώνει. Έτσι μπορεί να την απλώσει σε όλο το οπτικό πεδίο και τότε εξε­τά­ζουμε μια μεγάλη περιοχή χωρίς να βλέ­πουμε τις λεπτο­μέ­ρειες, ή μπο­ρούμε να την συγκε­ντρώ­σουμε σε μια μικρή περιοχή και έτσι βλέ­πουμε τις λεπτο­μέ­ρειες. Ένα παρά­δειγμα συγκέ­ντρω­σης της προ­σο­χής είναι όταν δια­βά­ζουμε, για να κατα­λά­βουμε το κείμενο δεν βλέ­πουμε γύρω μας, ούτε ακούμε τι λένε οι γύρω μας. Όταν ψάχνουμε για ένα χώρο στάθ­μευ­σης, τότε δεν βλέ­πουμε σχεδόν τίποτε άλλο γύρω μας.

Όταν η προσοχή δεν λει­τουρ­γεί σωστά έχουμε ένα ατύχημα που οφεί­λε­ται στον οδηγό, γιατί θα έχει απο­τύ­χει να δει κάτι που παρου­σιά­στηκε μπροστά του. Οι περι­πτώ­σεις είναι:

1. Να έκανε ένα αντι­λη­πτικό σφάλμα. Όταν οι κρί­σι­μες πλη­ρο­φο­ρίες είναι κάτω από το κατώ­τατο όριο των αισθή­σεων (πολύ αμυδρός φωτι­σμός, τύφλωση από έντονο φως, κλπ.). Όταν κάνει ένα αντι­λη­πτικό λάθος (δεν υπο­λο­γί­ζει σωστά μια καμπύλη ή την ταχύ­τητα ή την από­σταση από ένα εμπόδιο).

2. Οι κρί­σι­μες πλη­ρο­φο­ρίες να ήταν μεν ανι­χνεύ­σι­μες αλλά δεν τις πρόσεξε/ παρα­τή­ρησε επειδή οι δια­νοη­τι­κοί του πόροι ήταν στραμ­μέ­νοι αλλού. Συχνά, ένας οδηγός ισχυ­ρί­ζε­ται ότι “δεν είδε” έναν απλά ορατό πεζό ή ένα αυτο­κί­νητο.

3. Να απο­τύ­χει στο να επι­λέ­ξει τη σωστή απά­ντηση (“ενώ γλιστρά, στρίβει απότομα, ή ενώ θα έπρεπε να πατήσει φρένο, πατά το γκάζι”).

Πως θα ανα­λύ­αμε ένα ατύχημα:

Ας δούμε ένα παρά­δειγμα:

Μια κυρία, ηλικίας 55 ετών, οδηγεί σε έναν άγνωστο σε αυτήν δρόμο και πάει σε μια συνά­ντηση. Είναι 21:00 και έχει αργήσει. Ενώ οδηγεί και ψάχνει τις πινα­κί­δες για τον δρόμο όπου έχει τη συνά­ντηση, ακούει και το ραδιό­φωνό της.

Μία πεζή κυρία, με σκούρα μαύρη μπλούζα και μαύρο παντε­λόνι, δια­σχί­ζει στη μέση του οικο­δο­μι­κού τετρα­γώ­νου τον δρόμο χωρίς να κοι­τά­ξει. Η οδηγός δεν την βλέπει και την χτυπά. Στην αστυ­νο­μία η οδηγός κατα­θέ­τει, ότι δεν είδε την πεζή και ότι είχε πιει δύο ποτά.

Η σύγκρουση δεν θα γινόταν εάν η οδηγός είχε :

· προ­σέ­ξει τη σκούρα μπλούζα και το παντε­λόνι ως κηλίδες

· στρέψει το βλέμμα της, για να καθο­ρί­σει τη μορφή της κυρίας

· ανα­κα­λέ­σει τις απα­ραί­τη­τες πλη­ρο­φο­ρίες από τη μνήμη, για να προσ­διο­ρί­σει τη μορφή της κυρίας

· απο­φα­σί­σει να πατήσει το φρένο

· πατήσει το φρένο

Ας δούμε λοιπόν τι δεν έγινε.

Α) Η ανί­χνευση του ατόμου, πρώτο στάδιο προ­σο­χής

Είπαμε παρα­πάνω πως η προσοχή δια­λέ­γει αυτά που της χρειά­ζο­νται, με κάποια κρι­τή­ρια, όμως η σημα­ντι­κό­τερη μετα­βλητή στο να προ­σέ­ξει κανείς ένα αντι­κεί­μενο είναι η λεγό­μενη “αντί­θεση φωτει­νό­τη­τας (Contrast)”. Η αντί­θεση φωτει­νό­τη­τας είναι μια γενική έννοια και μπορεί να διαι­ρε­θεί σε δύο κατη­γο­ρίες, τις περι­βαλ­λο­ντι­κές και του οδηγού:

Οι περι­βαλ­λο­ντι­κές είναι

· Το μέγεθος της αμφι­βλη­στροει­δι­κής εικόνας, που δεν είναι το φυσικό μέγεθος

· Η από­σταση: Γενικά, όσο πιο κοντι­νός τόσο πιο ορατός είναι ο στόχος

· Η θέση οπτικών ειδώλων στο μάτι: Η ορα­τό­τητα είναι καλύ­τερη στο κεντρικό μέρος, ενώ τα κινού­μενα αντι­κεί­μενα είναι πιο ορατά με την περι­φε­ρειακή όραση.

· Η μορφή: τα απλά σχήματα όπως δίσκοι, ορθο­γώ­νια, κ.λπ….

· Η “διάρ­κεια”: Η ορα­τό­τητα αυξά­νε­ται με τη “διάρ­κεια”.

· Η γρήγορη κίνηση ή το γρήγορο τρε­μού­λια­σμα.

· Η κάλυψη και η παραλ­λαγή: Είναι ευκο­λό­τερο να δει κανείς κάτι όταν το φόντο είναι ομοιό­μορφο.

· Το έντονο φως: Όταν εμφα­νί­ζε­ται ξαφνικά ένα πολύ λαμπερό φως, που έχει μεγάλη διαφορά από το επίπεδο φωτι­σμού προ­σαρ­μο­γής, μειώνει την ορα­τό­τητα του οδηγού.

· Ο καιρός: Η βροχή, το χιόνι και η ομίχλη μειώ­νουν την ορα­τό­τητα

Του οδηγού είναι:

· Η ηλικία: Πτώση ευαι­σθη­σίας στην αντί­θεση φωτει­νό­τη­τας με την ηλικία.

· Το επίπεδο προ­σαρ­μο­γής: Η ορα­τό­τητα είναι καλύ­τερη όταν η φωτει­νό­τητα είναι ίδια με του φόντου.

· Η οπτική κατά­σταση: σωστή οπτική διόρ­θωση για τις απο­στά­σεις.

· Το επίπεδο διέ­γερ­σης (νυσταγ­μός λόγω αγρυ­πνίας): Η κούραση, το αλκοόλ, ναρ­κω­τικά και άλλα φάρμακα έχουν επι­πτώ­σεις στο επίπεδο διέ­γερ­σης.

· Η αβε­βαιό­τητα: Η ορα­τό­τητα είναι καλύ­τερη όταν ο χρήστης ξέρει πότε και που θα βρεθεί ένα αντι­κεί­μενο.

· Η προσ­δο­κία: Η έρευνα έδειξε ότι οι άνθρω­ποι δεν προ­σέ­χουν πράγ­ματα, όταν τα ερε­θί­σματα προ­σπί­πτουν σε σημεία του οπτικού τους πεδίου, όπου δεν ανα­μέ­νο­νται.

Η πεζή φορούσε σκούρα μαύρα ρούχα, που δεν έχουν αντί­θεση φωτει­νό­τη­τας στο σκοτάδι. Η οδηγός έψαχνε τον δρόμο για να στρίψει, ενώ η πεζή εμφα­νί­στηκε στο χαμηλής ανά­λυ­σης περι­φε­ρειακό τμήμα του οπτικού της πεδίου. Εάν η πεζή έτρεχε, η κίνηση θα βοη­θούσε την ορα­τό­τητα. Επι­πλέον είναι 55 χρονών, έτσι έχει απώλεια στην ευαι­σθη­σία αντί­θε­σης φωτει­νό­τη­τας που επι­δει­νώ­νε­ται από το αλκοόλ που κατα­νά­λωσε. Τέλος, δεν περί­μενε να δει μια πεζή να δια­σχί­ζει στη μέση του οικο­δο­μι­κού τετρα­γώ­νου. Για το λόγο αυτό τις δια­βά­σεις πεζών τις βάζουμε στις δια­σταυ­ρώ­σεις.

Β) Πως εργά­στηκε η μνήμη εργα­σίας δηλαδή το δεύτερο στάδιο της προ­σο­χής.

Ο μεγάλος αριθμός πλη­ρο­φο­ριών και η χαμηλή ορα­τό­τητα υπερ­φόρ­τω­σαν την προσοχή, έτσι μερικές πλη­ρο­φο­ρίες αγνο­ή­θη­καν. Η προσοχή συγκε­ντρώ­θηκε στον να βρει τον δρόμο και έχασε τις πλη­ρο­φο­ρίες από το περι­φε­ρειακό οπτικό πεδίο. Επί πλέον η βια­στική οδήγηση, γέμιζε τη μνήμη εργα­σίας συνεχώς και απαι­τούσε γρήγορη απώλεια παλιών πλη­ρο­φο­ριών. (νύχτα, αλκοόλ, στρες, ραδιό­φωνο, ανα­ζή­τηση δρόμου, βιασύνη).

Η οδηγός λοιπόν κοίταξε προς την πεζή, αλλά δεν την είδε και την σκότωσε.

Ένα άλλο θέμα που αξίζει της προ­σο­χής μας είναι ότι, αν βλέ­πουμε μια κηλίδα να έρχεται κατα­πάνω μας, που εκλαμ­βά­νε­ται ως κίν­δυ­νος, ενστι­κτω­δώς την αντι­με­τω­πί­ζουμε με φυγή στην αντί­θετη κατεύ­θυνση. Έτσι ένα όχημα, που μπορεί να έρχεται προς την θέση μας από δια­σταύ­ρωση, αντι­με­τω­πί­ζε­ται κατά κανόνα με πάτημα του γκαζιού και στρί­ψιμο του τιμο­νιού στην άλλη κατεύ­θυνση και τελικά στο να οδη­γή­σουμε το αυτο­κί­νητο πάνω σε ένα δένδρο στην αντί­θετη κατεύ­θυνση από εκεί που βλέ­πουμε το όχημα να μας πλη­σιά­ζει.

Απο­τέ­λε­σμα των ερευνών μας είναι: η οδηγός δεν πρόσεχε ή έκανε αδέξιο χει­ρι­σμό.

Ας δούμε έναν άλλο μεγάλο παρά­γο­ντα που κάνει τα πράγ­ματα χει­ρό­τερα. Τον χρόνο!

Οι δια­δι­κα­σίες τις αντί­δρα­σης που περι­γρά­ψαμε θέλουν χρόνο. Ο ελά­χι­στος χρόνος αντί­δρα­σης του ανθρώ­που υπο­λο­γί­ζε­ται στα 1,5 δευ­τε­ρό­λε­πτα και για να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί η αντί­δραση του μέσω του αυτο­κι­νή­του πολύ περισ­σό­τερο και εξαρ­τά­ται από την κατά­σταση του δρόμου. Ο χρόνος αντί­δρα­σης του ανθρώ­που αλλάζει από άτομο σε άτομο και από στιγμή σε στιγμή στο ίδιο άτομο, όπως ανα­φέ­ραμε και παρα­πάνω. Στα­τι­στικά απο­δει­κνύ­ε­ται ότι μετά από την κατα­νά­λωση ενός ποτη­ριού κρασί, οι χρόνοι αντί­δρα­σης αυξά­νο­νται: κατά 38% για ακου­στικά ερε­θί­σματα, 30% για οπτικά ερε­θί­σματα και 50% για τα περι­φε­ρικά ερε­θί­σματα. Αυτό σημαί­νει ότι, ο μισο­με­θυ­σμέ­νος οδηγός αντι­λαμ­βά­νε­ται τα ερε­θί­σματα με καθυ­στέ­ρηση ενώ ταυ­τό­χρονα απο­φεύ­γει τα εμπόδια με μεγα­λύ­τερη δυσκο­λία. Τα φάρμακα επι­δρούν με διά­φο­ρους τρόπους στο νευρικό σύστημα. Μειώ­νουν την ταχύ­τητα αντί­δρα­σης, αυξά­νουν τα επίπεδα του στρες και των ορμονών στο σώμα και γενι­κό­τερα επι­δρούν σε μεγα­λύ­τερα ποσοστά από ότι ένα ποτήρι κρασί.

Οι απο­στά­σεις στην οδήγηση δεν είναι λογικό να μετρού­νται με μέτρα αλλά με δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τα 1,5 δευ­τε­ρό­λε­πτα στο δρόμο όταν ένα όχημα κινεί­ται με 60 χλμ./ώρα μετα­φρά­ζο­νται σε μια δια­δρομή 25 μέτρων, ενώ όταν κινεί­ται με 200 χλμ./ώρα σε 84 μέτρα. Αν προ­κύ­ψει ένα γεγονός μέσα σε αυτήν την από­σταση ο οδηγός δεν το βλέπει. Ο εγκέ­φα­λος μας αντι­λαμ­βά­νε­ται μόνο ότι είναι αρκετά μακριά μας. Η ταχύ­τητα λοιπόν δεν είναι παι­γνίδι και μάλιστα δεν την αντέχει ο οργα­νι­σμός μας. Ο φόβος που προ­κα­λεί η ταχύ­τητα είναι ένα ντο­πά­ρι­σμα, αφού γεμίζει το σώμα με αδρε­να­λίνη, γι’ αυτό κάποιοι την επι­διώ­κουν. Όμως όπως όλα τα ντο­πα­ρί­σματα είναι επι­κίν­δυνο και οδηγεί στον θάνατο.

Πρέπει να γίνει κατα­νοητό ότι το αυτο­κί­νητο τρέχει πιο γρήγορα από όσο εμείς μπο­ρούμε να αντι­λη­φθούμε τα γεγο­νότα, άρα κινεί­ται στο άμεσο μέλλον μας και μας υπο­χρε­ώ­νει να προ­φη­τεύ­ουμε το τι θα γίνει, για να αντα­πε­ξέλ­θουμε στα προ­βλή­ματα. Είμαστε ευά­λω­τοι ακόμα και σε μικρές ταχύ­τη­τες. Από άγνοια όμως, έχουμε την εντύ­πωση ότι γινό­μα­στε άτρωτοι πίσω από αυτή τη πανο­πλία, το αυτο­κί­νητο, που μας χρη­σι­μεύει και ως μέσω για να δεί­ξουμε την κοι­νω­νική μας δύναμη, ενώ στην ουσία είναι μια φονική παγίδα.

Στην οδήγηση, όπως και σε κάθε ανθρώ­πινη ασχολία, πρέπει να δίνεται χρόνος στην προσοχή για να επι­βιώ­νουμε και να πηγαί­νουμε και να επι­στρέ­φουμε από τη δουλειά ή τη δια­σκέ­δαση μας με ασφά­λεια.

Επίσης πρέπει να γνω­ρί­ζουν οι αρμό­διοι ότι ο δρόμος και κυρίως τα ρείθρα του πρέπει να είναι κατα­σκευα­σμένα για να διορ­θώ­νουν τα λάθη μας και όχι να μας τα κατα­λο­γί­ζουν με τον θάνατο ή την ανα­πη­ρία. Προς τούτο υπάρ­χουν πια και εθνικές προ­δια­γρα­φές που αν ακο­λου­θη­θούν είναι επαρ­κείς για να μετα­τρέ­ψουν τους σημε­ρι­νούς δρόμους – παγίδες σε συστή­ματα με ασφά­λεια.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.