ΕΙΔΗΣΕΙΣ

20+1 απαντήσεις για πτωχεύσεις ή διασώσεις επιχειρήσεων

news room 1 λεπτό ανάγνωση
κατάστημα

Την αλ­λα­γή του «μο­ντέ­λου» εξυ­γί­αν­σης και πτώ­χευ­σης των επι­χει­ρή­σε­ων προ­ω­θεί το υπουρ­γείο Δι­καιο­σύ­νης μέσω των τρο­πο­ποι­ή­σε­ων του Πτω­χευ­τι­κού Κώ­δι­κα. Οι τρο­πο­ποι­ή­σεις, που τε­λούν υπό δη­μό­σια δια­βού­λευ­ση, προ­βλέ­πουν εν γένει την επι­τά­χυν­ση των δια­δι­κα­σιών εκ­κα­θά­ρι­σης των επι­χει­ρή­σε­ων, αλλά και της εξυ­γί­αν­σής τους.

Για πρώτη φορά πα­ρέ­χε­ται και δεύ­τε­ρη ευ­και­ρία στους πτω­χεύ­σα­ντες, ενώ ως προς τους δό­λιους πτω­χεύ­σα­ντες οι κυ­ρώ­σεις είναι αυ­στη­ρές.

Το νέο πλαί­σιο προ­βλέ­πει και την απο­μά­κρυν­ση των με­τό­χων κα­τό­πιν από­φα­σης της πλειο­ψη­φί­ας των πι­στω­τών των υπό εξυ­γί­αν­ση επι­χει­ρή­σε­ων και καλεί το Δη­μό­σιο και τους δη­μό­σιους φο­ρείς να συ­μπε­ρι­φέ­ρο­νται ως ιδιώ­τες πι­στω­τές.

Με τη μορφή 21 ερω­τή­σε­ων – απα­ντή­σε­ων, σή­με­ρα η «Ν» κω­δι­κο­ποιεί τις βα­σι­κές πα­ρα­μέ­τρους του νέου πλαι­σί­ου.

1. Τι κα­λεί­ται δια­δι­κα­σία εξυ­γί­αν­σης;

Η δια­δι­κα­σία εξυ­γί­αν­σης απο­τε­λεί συλ­λο­γι­κή προ­πτω­χευ­τι­κή δια­δι­κα­σία, που απο­σκο­πεί στη δια­τή­ρη­ση, αξιο­ποί­η­ση, ανα­διάρ­θρω­ση και ανόρ­θω­ση της επι­χεί­ρη­σης με την επι­κύ­ρω­ση της συμ­φω­νί­ας που προ­βλέ­πε­ται στο παρόν κε­φά­λαιο, χωρίς να πα­ρα­βλά­πτε­ται η συλ­λο­γι­κή ικα­νο­ποί­η­ση των πι­στω­τών. Η συλ­λο­γι­κή ικα­νο­ποί­η­ση των πι­στω­τών πα­ρα­βλά­πτε­ται, αν προ­βλέ­πε­ται ότι οι μη συμ­βαλ­λό­με­νοι στη συμ­φω­νία πι­στω­τές θα βρε­θούν σε χει­ρό­τε­ρη οι­κο­νο­μι­κή θέση από αυτήν στην οποία θα βρί­σκο­νταν με βάση το όγδοο κε­φά­λαιο του πα­ρό­ντος Κώ­δι­κα. Για την εκτί­μη­ση της οι­κο­νο­μι­κής θέσης των πι­στω­τών λαμ­βά­νο­νται υπόψη τα ποσά και τυχόν άλλα ανταλ­λάγ­μα­τα που θα λά­βουν και οι όροι απο­πλη­ρω­μής των ποσών αυτών.

2. Τι μπο­ρεί να πε­ρι­λαμ­βά­νει η συμ­φω­νία εξυ­γί­αν­σης;

Η συμ­φω­νία εξυ­γί­αν­σης μπο­ρεί να έχει ως αντι­κεί­με­νο οποια­δή­πο­τε ρύθ­μι­ση του ενερ­γη­τι­κού και του πα­θη­τι­κού του οφει­λέ­τη όπως:

Με­τα­βο­λή των όρων των υπο­χρε­ώ­σε­ων του οφει­λέ­τη. Δη­λα­δή με­τα­βο­λή του χρό­νου εκ­πλή­ρω­σης των απαι­τή­σε­ων, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της τρο­πο­ποί­η­σης των όρων (όπως με­τα­βο­λή του επι­το­κί­ου, αντι­κα­τά­στα­ση απαι­τή­σε­ων με με­τα­τρέ­ψι­μες ή μη ομο­λο­γί­ες έκ­δο­σης του οφει­λέ­τη κ.ά.).

* Κε­φα­λαιο­ποί­η­ση υπο­χρε­ώ­σε­ων του οφει­λέ­τη με την έκ­δο­ση με­το­χών.

* Ρύθ­μι­ση των σχέ­σε­ων των πι­στω­τών με­τα­ξύ τους μετά την επι­κύ­ρω­ση της συμ­φω­νί­ας είτε υπό την ιδιό­τη­τά τους ως πι­στω­τών είτε σε πε­ρί­πτω­ση κε­φα­λαιο­ποί­η­σης, υπό την ιδιό­τη­τά τους ως με­τό­χων ή εταί­ρων.

* Μεί­ω­ση των απαι­τή­σε­ων ένα­ντι του οφει­λέ­τη.

* Εκ­ποί­η­ση επι­μέ­ρους πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων.

* Ανά­θε­ση της δια­χεί­ρι­σης της επι­χεί­ρη­σης σε τρίτο με βάση οποια­δή­πο­τε έν­νο­μη σχέση πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης εν­δει­κτι­κά της εκ­μί­σθω­σης ή της σύμ­βα­σης δια­χεί­ρι­σης.

* Με­τα­βί­βα­ση του συ­νό­λου ή μέ­ρους της επι­χεί­ρη­σης σε τρίτο ή σε εται­ρεία των πι­στω­τών.

* Ανα­στο­λή των ατο­μι­κών και συλ­λο­γι­κών διώ­ξε­ων των πι­στω­τών για κά­ποιο διά­στη­μα μετά την επι­κύ­ρω­ση της συμ­φω­νί­ας.

* Διο­ρι­σμό προ­σώ­που που θα επι­βλέ­πει την εκτέ­λε­ση των όρων της συμ­φω­νί­ας εξυ­γί­αν­σης.

* Κα­τα­βο­λή συ­μπλη­ρω­μα­τι­κών ποσών προς εξό­φλη­ση απαι­τή­σε­ων σε πε­ρί­πτω­ση βελ­τί­ω­σης της οι­κο­νο­μι­κής θέσης του οφει­λέ­τη.

3. Πώς συμ­με­τέ­χουν το Δη­μό­σιο και οι δη­μό­σιοι φο­ρείς;

Το Δη­μό­σιο, νο­μι­κά πρό­σω­πα δη­μο­σί­ου δι­καί­ου, δη­μό­σιες επι­χει­ρή­σεις του δη­μό­σιου τομέα, φο­ρείς κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας και ασφά­λι­σης δύ­να­νται να συ­ναι­νούν στη σύ­να­ψη συμ­φω­νί­ας εξυ­γί­αν­σης υπο­γρά­φο­ντας τη συμ­φω­νία με τους ίδιους όρους που θα συ­ναι­νού­σε υπό τις αυτές συν­θή­κες ιδιώ­της πι­στω­τής ακόμη και όταν με τη συμ­φω­νία ο δη­μό­σιος φο­ρέ­ας πα­ραι­τεί­ται από προ­νό­μια και εξα­σφα­λί­σεις ενο­χι­κής ή εμπράγ­μα­της φύ­σε­ως.

4. Πώς γί­νε­ται η κα­τη­γο­ριο­ποί­η­ση των απαι­τή­σε­ων;

Όταν συ­ντρέ­χουν πι­στω­τές δια­φο­ρε­τι­κής νο­μι­κής θέσης, ο κα­θο­ρι­σμός των δι­καιω­μά­των εκεί­νων που συμ­με­τέ­χουν στο σχέ­διο γί­νε­ται υπο­χρε­ω­τι­κά ανά ομά­δες:

α) ενέγ­γυων πι­στω­τών, εφό­σον τα δι­καιώ­μα­τά τους θί­γο­νται με το σχέ­διο

β) γε­νι­κών προ­νο­μιού­χων πι­στω­τών

γ) ανέγ­γυων πι­στω­τών και

δ) πι­στω­τών τε­λευ­ταί­ας σει­ράς, μόνον εάν το σχέ­διο προ­βλέ­πει περί των τε­λευ­ταί­ων.

5. Πότε μπο­ρεί να ακυ­ρω­θεί η συμ­φω­νία;

Η συμ­φω­νία εξυ­γί­αν­σης μπο­ρεί να ακυ­ρω­θεί με από­φα­ση του δι­κα­στη­ρί­ου έπει­τα από αί­τη­ση όποιου έχει έν­νο­μο συμ­φέ­ρον, α) εάν μετά την επι­κύ­ρω­ση απο­κα­λύ­φθη­κε ότι η συμ­φω­νία απο­τέ­λε­σε προ­ϊ­όν δόλου του οφει­λέ­τη ή συ­μπαι­γνί­ας του με πι­στω­τή ή τρίτο, ιδίως λόγω από­κρυ­ψης του ενερ­γη­τι­κού ή διό­γκω­σης του πα­θη­τι­κού του β) εάν η μη εκ­πλή­ρω­ση των όρων της συμ­φω­νί­ας από τον οφει­λέ­τη είναι τόσο ου­σιώ­δης, ώστε με βε­βαιό­τη­τα να προ­βλέ­πε­ται η αδυ­να­μία εξυ­γί­αν­σης της επι­χεί­ρη­σής του.

6. Ποια είναι η αστι­κή ευ­θύ­νη διοι­κη­τών κε­φα­λαιου­χι­κών εται­ρειών;

Αν δεν υπο­βλη­θεί εγκαί­ρως η αί­τη­ση πτώ­χευ­σης ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας, τα υπαί­τια για την κα­θυ­στέ­ρη­ση μέλη του διοι­κη­τι­κού της συμ­βου­λί­ου ευ­θύ­νο­νται εις ολό­κλη­ρον για την απο­κα­τά­στα­ση της ζη­μί­ας των εται­ρι­κών πι­στω­τών από τη μεί­ω­ση του πτω­χευ­τι­κού με­ρί­σμα­τος που επήλ­θε λόγω της κα­θυ­στέ­ρη­σης. Την ίδια ευ­θύ­νη υπέ­χει και αυτός που άσκη­σε την επιρ­ροή του στο μέλος ή τα μέλη του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λί­ου, με απο­τέ­λε­σμα να μην υπο­βά­λουν εγκαί­ρως την αί­τη­ση. Οι σχε­τι­κές απαι­τή­σεις των εται­ρι­κών δα­νει­στών ασκού­νται μόνον από τον σύν­δι­κο.

Αν η παύση πλη­ρω­μών της ανώ­νυ­μης εται­ρεί­ας προ­κλή­θη­κε από δόλο ή βα­ρεία αμέ­λεια των μελών του διοι­κη­τι­κού της συμ­βου­λί­ου, τα υπαί­τια μέλη ευ­θύ­νο­νται εις ολό­κλη­ρον σε απο­ζη­μί­ω­ση ένα­ντι των συ­ναλ­λα­χθέ­ντων με την εται­ρεία τρί­των για τη ζημία που τους προ­κλή­θη­κε.

Την ίδια ευ­θύ­νη υπέ­χει και αυτός που άσκη­σε την επιρ­ροή του στο μέλος ή τα μέλη του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λί­ου, ώστε να προ­βούν σε πρά­ξεις ή πα­ρα­λεί­ψεις που είχαν ως απο­τέ­λε­σμα την πε­ριέ­λευ­ση της εται­ρεί­ας σε παύση πλη­ρω­μών. Οι σχε­τι­κές αξιώ­σεις υπό­κει­νται σε τριε­τή πα­ρα­γρα­φή από τότε που γεν­νή­θη­κε η αξί­ω­ση και είναι δυ­να­τή η δι­κα­στι­κή της επι­δί­ω­ξη, εφό­σον δε πρό­κει­ται περί ζη­μί­ας εκ δόλου, σε δε­κα­ε­τή.

7. Ποια είναι η απαι­τού­με­νη πλειο­ψη­φία πι­στω­τών για να επι­κυ­ρω­θεί μια συμ­φω­νία εξυ­γί­αν­σης;

Προ­κει­μέ­νου να επι­κυ­ρω­θεί συμ­φω­νία εξυ­γί­αν­σης, σύμ­φω­να με το άρθρο 106β, θα πρέ­πει να έχει συ­να­φθεί από τον οφει­λέ­τη και από πι­στω­τές του που εκ­προ­σω­πούν το εξή­ντα τοις εκατό (60%) του συ­νό­λου των απαι­τή­σε­ων στο οποίο πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το σα­ρά­ντα τοις εκατό (40%) των τυχόν εμπραγ­μά­τως ή με ει­δι­κό προ­νό­μιο ή με προ­ση­μεί­ω­ση υπο­θή­κης εξα­σφα­λι­σμέ­νων απαι­τή­σε­ων. Η επι­κύ­ρω­ση συμ­φω­νί­ας, η οποία έχει συ­να­φθεί μόνον από πι­στω­τές, που συ­γκε­ντρώ­νουν τα πο­σο­στά του πα­ρα­πά­νω εδα­φί­ου, χωρίς τη σύ­μπρα­ξη του οφει­λέ­τη, είναι δυ­να­τή εφό­σον ο οφει­λέ­της βρί­σκε­ται, κατά τον χρόνο σύ­να­ψης της συμ­φω­νί­ας, σε παύση πλη­ρω­μών.

8. Πότε και πού γί­νε­ται η με­τα­βί­βα­ση της επι­χεί­ρη­σης του οφει­λέ­τη;

Σε πε­ρί­πτω­ση που σύμ­φω­να με τη συμ­φω­νία εξυ­γί­αν­σης ή με σύμ­βα­ση που κα­ταρ­τί­ζε­ται σε εκτέ­λε­ση της τε­λευ­ταί­ας με­τα­βι­βά­ζε­ται το σύ­νο­λο ή μέρος της επι­χεί­ρη­σης του οφει­λέ­τη, με­τα­βι­βά­ζο­νται στον απο­κτώ­ντα το ενερ­γη­τι­κό της επι­χεί­ρη­σης ή του μέ­ρους της και εν­δε­χο­μέ­νως, στο μέτρο που προ­βλέ­πε­ται στη συμ­φω­νία, μέρος των υπο­χρε­ώ­σε­ων, ενώ οι λοι­πές υπο­χρε­ώ­σεις κατά πε­ρί­πτω­ση εξο­φλού­νται από το τί­μη­μα της πώ­λη­σης της επι­χεί­ρη­σης ή του μέ­ρους της, δια­γρά­φο­νται, ή στην πε­ρί­πτω­ση με­τα­βί­βα­σης μέ­ρους της επι­χεί­ρη­σης πα­ρα­μέ­νουν ως υπο­χρε­ώ­σεις του οφει­λέ­τη ή κε­φα­λαιο­ποιού­νται. Επί­σης, η με­τα­βί­βα­ση της επι­χεί­ρη­σης ή μέ­ρους της, σύμ­φω­να με το παρόν άρθρο, μπο­ρεί να γίνει είτε σε τρίτο είτε σε εται­ρεία που συ­νι­στά­ται από τους πι­στω­τές, είτε σε άλλη εται­ρεία, υφι­στά­με­νη ή νε­οϊ­δρυό­με­νη, υπό τη μορφή ει­σφο­ράς εις είδος. Επι­ση­μαί­νε­ται ότι είναι δυ­να­τόν κατά τους όρους της συμ­φω­νί­ας εξυ­γί­αν­σης να συ­στή­νε­ται ανώ­νυ­μη εται­ρεία με ει­σφο­ρά σε είδος μέ­ρους ή του συ­νό­λου των απαι­τή­σε­ων κατά του οφει­λέ­τη, τη­ρου­μέ­νων των προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων του νόμου. Η εται­ρεία αυτή απο­κτά το σύ­νο­λο ή μέρος της επι­χεί­ρη­σης του οφει­λέ­τη ένα­ντι εξό­φλη­σης των απαι­τή­σε­ων κατά του οφει­λέ­τη που έχουν ει­σφερ­θεί σε αυτήν.

9. Ποιοι μπο­ρεί να είναι οι λόγοι απόρ­ρι­ψης ενός σχε­δί­ου εξυ­γί­αν­σης;

Εάν δεν τη­ρή­θη­καν οι δια­τά­ξεις του πα­ρό­ντος κώ­δι­κα ως προς το πε­ριε­χό­με­νο του σχε­δί­ου, την ίση με­τα­χεί­ρι­ση των πι­στω­τών που συμ­με­τέ­χουν στην ίδια ομάδα ή υπο­ο­μά­δα, τη δια­δι­κα­σία συ­ζή­τη­σης και ψη­φο­φο­ρί­ας, τις ανα­γκαί­ες πλειο­ψη­φί­ες των πι­στω­τών και τη συ­ναί­νε­ση του οφει­λέ­τη και εφό­σον η σχε­τι­κή πα­ρά­βα­ση θα μπο­ρού­σε ου­σιω­δώς να είχε επη­ρε­ά­σει την απο­δο­χή του σχε­δί­ου από τους πι­στω­τές.

10. Ποια μπο­ρεί να είναι τα απο­τε­λέ­σμα­τα της επι­κύ­ρω­σης του σχε­δί­ου εξυ­γί­αν­σης;

Τα δι­καιώ­μα­τα των πτω­χευ­τι­κών πι­στω­τών κατά των εγ­γυ­η­τών και συ­νο­φει­λε­τών εις ολό­κλη­ρον του οφει­λέ­τη, καθώς και τα υφι­στά­με­να δι­καιώ­μα­τά τους σε πε­ριου­σια­κά αντι­κεί­με­να τρί­των, πε­ριο­ρί­ζο­νται στο ίδιο ποσό με την απαί­τη­ση κατά του οφει­λέ­τη, εκτός αν προ­βλέ­πε­ται δια­φο­ρε­τι­κά στο σχέ­διο. Σε πε­ρί­πτω­ση ικα­νο­ποί­η­σης πι­στω­τή από εγ­γυ­η­τή ή συ­νο­φει­λέ­τη εις ολό­κλη­ρον, ο οφει­λέ­της ευ­θύ­νε­ται ένα­ντι των τε­λευ­ταί­ων, εάν συ­ντρέ­χει δι­καί­ω­μα ανα­γω­γής, με τον ίδιο τρόπο που ευ­θύ­νε­ται κατά το σχέ­διο ένα­ντι του πι­στω­τή που ικα­νο­ποι­ή­θη­κε από αυ­τούς.

11. Ποιο είναι το ελά­χι­στο πε­ριε­χό­με­νο του σχε­δί­ου εξυ­γί­αν­σης;

Η δια­μόρ­φω­ση των δι­καιω­μά­των και γε­νι­κά της νο­μι­κής θέσης που έχει κάθε πι­στω­τής ανά­λο­γα με την κα­τη­γο­ρία πτω­χευ­τι­κών πι­στω­τών στην οποία ανή­κει, ή άλλος που συμ­με­τέ­χει στο σχέ­διο χωρίς να είναι πι­στω­τής, όπως άφεση, μεί­ω­ση ή κα­τα­βο­λή σε δό­σεις των απαι­τή­σε­ων, πα­ραί­τη­ση ή πε­ριο­ρι­σμός εμπράγ­μα­της ασφά­λειας ή προ­νο­μί­ου, με­τα­βί­βα­ση της επι­χεί­ρη­σης ως συ­νό­λου ή επι­μέ­ρους λει­τουρ­γι­κών συ­νό­λων (κλά­δων) αυτής, καθώς και της θέσης του οφει­λέ­τη κατά την εκ­πλή­ρω­ση του σχε­δί­ου και τη συ­νέ­χι­ση ευ­θύ­νης του ή την πλήρη ή με­ρι­κή απαλ­λα­γή του.

Πτώ­χευ­ση

12. Πότε κη­ρύσ­σε­ται πτώ­χευ­ση;

Η πτώ­χευ­ση κη­ρύσ­σε­ται εφό­σον με βάση τα οι­κο­νο­μι­κά στοι­χεία που τί­θε­νται υπόψη του δι­κα­στη­ρί­ου πι­θα­νο­λο­γεί­ται βά­σι­μα ότι η πε­ριου­σία του οφει­λέ­τη επαρ­κεί για την κά­λυ­ψη των εξό­δων της δια­δι­κα­σί­ας. Άλλως, το δι­κα­στή­ριο δια­τάσ­σει την κα­τα­χώ­ρη­ση του ονό­μα­τος ή της επω­νυ­μί­ας, κατά πε­ρί­πτω­ση, του οφει­λέ­τη στο Γε­νι­κό Εμπο­ρι­κό Μη­τρώο, καθώς και στα Μη­τρώα Πτω­χεύ­σε­ων. Η κα­τα­χώ­ρη­ση δια­γρά­φε­ται μετά την πά­ρο­δο τριε­τί­ας.

13. Τι πρέ­πει να πε­ρι­λαμ­βά­νει η αί­τη­ση πτώ­χευ­σης;

Με την αί­τη­ση ο οφει­λέ­της υπο­χρε­ού­ται να κα­τα­θέ­σει, με ποινή απα­ρα­δέ­κτου, τις οι­κο­νο­μι­κές του κα­τα­στά­σεις, εφό­σον υπάρ­χουν, για την τε­λευ­ταία χρήση, για την οποία είναι δια­θέ­σι­μες, βε­βαί­ω­ση της αρ­μό­διας οι­κο­νο­μι­κής υπη­ρε­σί­ας για τα χρέη του οφει­λέ­τη προς το Δη­μό­σιο και άλλα έγ­γρα­φα που στη­ρί­ζουν τα πα­ρε­χό­με­να από τον οφει­λέ­τη στοι­χεία, βε­βαιω­μέ­να ως προς την ακρί­βεια του πε­ριε­χο­μέ­νου τους από τον υπεύ­θυ­νο για τη διεύ­θυν­ση του λο­γι­στη­ρί­ου, όπου υπάρ­χει, και από τον νό­μι­μο εκ­πρό­σω­πο της επι­χεί­ρη­σης. Στην πε­ρί­πτω­ση των κε­φα­λαιου­χι­κών εται­ρειών, οι ως άνω οι­κο­νο­μι­κές κα­τα­στά­σεις πρέ­πει να είναι δη­μο­σιευ­μέ­νες και εγκε­κρι­μέ­νες από τη γε­νι­κή συ­νέ­λευ­ση. Στην πε­ρί­πτω­ση των λοι­πών επι­χει­ρή­σε­ων, αλλά και όταν πρό­κει­ται για εν­διά­με­σες οι­κο­νο­μι­κές κα­τα­στά­σεις, εφό­σον υπάρ­χουν, αυτές πρέ­πει να είναι δη­μο­σιευ­μέ­νες σε μία οι­κο­νο­μι­κή εφη­με­ρί­δα και ελεγ­μέ­νες. Όταν η αί­τη­ση πτώ­χευ­σης υπο­βάλ­λε­ται από πι­στω­τή, το δι­κα­στή­ριο έχει τη δυ­να­τό­τη­τα να δια­τά­ξει αυ­τε­πάγ­γελ­τα τη διε­νέρ­γεια πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νης σχε­τι­κά με την οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση του οφει­λέ­τη. Το σχε­τι­κό κό­στος βα­ρύ­νει την πτω­χευ­τι­κή πε­ριου­σία.

14. Τι ακο­λου­θεί την αί­τη­ση πτώ­χευ­σης;

Με την από­φα­ση που κη­ρύσ­σει την πτώ­χευ­ση το πτω­χευ­τι­κό δι­κα­στή­ριο διο­ρί­ζει ει­ση­γη­τή δι­κα­στή και σύν­δι­κο της πτώ­χευ­σης και δια­τάσ­σει τη σφρά­γι­ση της πτω­χευ­τι­κής πε­ριου­σί­ας. Με την ίδια από­φα­ση το πτω­χευ­τι­κό δι­κα­στή­ριο ορί­ζει ημε­ρο­μη­νία σύ­γκλη­σης της συ­νέ­λευ­σης των πι­στω­τών για να απο­φα­σί­σει με βάση την έκ­θε­ση του συν­δί­κου. Η ημε­ρο­μη­νία αυτή δεν πρέ­πει να απέ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο από τέσ­σε­ρις (4) μήνες από την κή­ρυ­ξη της πτώ­χευ­σης.

Το πτω­χευ­τι­κό δι­κα­στή­ριο μπο­ρεί, με με­τα­γε­νέ­στε­ρη από­φα­σή του, έπει­τα από αί­τη­ση του συν­δί­κου, πι­στω­τή και οποιου­δή­πο­τε έχει έν­νο­μο συμ­φέ­ρον να με­τα­βά­λει το χρόνο παύ­σης των πλη­ρω­μών. Η αί­τη­ση με­τα­βο­λής του χρό­νου παύ­σης των πλη­ρω­μών είναι απα­ρά­δε­κτη μετά την πε­ρά­τω­ση της επα­λή­θευ­σης των πι­στώ­σε­ων, κατά το άρθρο 93 και σε κάθε πε­ρί­πτω­ση μετά πά­ρο­δο έτους από την κή­ρυ­ξη της πτώ­χευ­σης.

15. Ποιος ορί­ζε­ται ει­ση­γη­τής;

Ει­ση­γη­τής στην πτώ­χευ­ση ορί­ζε­ται πρω­το­δί­κης που υπη­ρε­τεί στο πρω­το­δι­κείο. Στα πρω­το­δι­κεία Αθη­νών, Πει­ραιά και Θεσ­σα­λο­νί­κης, ει­ση­γη­τής των πτω­χεύ­σε­ων ορί­ζε­ται για δύο δι­κα­στι­κά έτη, με από­φα­ση της ολο­μέ­λειάς τους, έως τρεις από τους προ­έ­δρους πρω­το­δι­κών που υπη­ρε­τούν σ’ αυτά, κατ’ απο­κλει­στι­κή απα­σχό­λη­ση.

16. Μπο­ρεί να έχει ανα­κρι­τι­κά κα­θή­κο­ντα ο ει­ση­γη­τής;

Ο ει­ση­γη­τής μπο­ρεί να ανα­θέ­τει σε ει­δι­κούς ανα­κρι­τι­κούς υπαλ­λή­λους του Σώ­μα­τος Δί­ω­ξης Οι­κο­νο­μι­κού Εγκλή­μα­τος (ΣΔΟΕ) ή σε άλλα ελεγ­κτι­κά όρ­γα­να της Διοί­κη­σης τη διε­νέρ­γεια συ­γκε­κρι­μέ­νων ανα­κρι­τι­κών πρά­ξε­ων, όπως έλεγ­χο και σύ­ντα­ξη σχε­τι­κής έκ­θε­σης ή λήψη αντι­γρά­φων από τα φο­ρο­λο­γι­κά και λοιπά βι­βλία και στοι­χεία του οφει­λέ­τη, ο οποί­ος έχει κη­ρυ­χθεί σε κα­τά­στα­ση πτω­χεύ­σε­ως, με σκοπό τη δια­πί­στω­ση της πραγ­μα­τι­κής οι­κο­νο­μι­κής κα­τά­στα­σης και της πε­ριου­σί­ας του τε­λευ­ταί­ου.

17. Επι­βάλ­λο­νται κυ­ρώ­σεις κατά του οφει­λέ­τη;

Αν ο οφει­λέ­της αρ­νεί­ται να εμ­φα­νι­στεί, εφό­σον ει­δο­ποι­η­θεί νό­μι­μα πριν δύο ημέ­ρες, ενώ­πιον του συν­δί­κου ή του ει­ση­γη­τή, ο ει­ση­γη­τής επι­βάλ­λει σ’ αυτόν ποινή τά­ξε­ως από 500 έως 2.000 ευρώ υπέρ του Τα­μεί­ου Νο­μι­κών. Μετά τη δεύ­τε­ρη, χωρίς απο­τέ­λε­σμα, ει­δο­ποί­η­ση εμ­φά­νι­σης του οφει­λέ­τη, ο ει­ση­γη­τής μπο­ρεί να προ­βεί στην απο­στο­λή έκ­θε­σης κατ’ αυτού για απεί­θεια κατά τη διά­τα­ξη του άρ­θρου 169 του Ποι­νι­κού Κώ­δι­κα στον αρ­μό­διο ει­σαγ­γε­λέα πλημ­με­λειο­δι­κών.

18. Ποιος διο­ρί­ζε­ται σύν­δι­κος;

Σύν­δι­κος διο­ρί­ζε­ται δια­χει­ρι­στής αφε­ρεγ­γυό­τη­τας κατά τις δια­τά­ξεις του π.δ. για τη ρύθ­μι­ση του επαγ­γέλ­μα­τος του δια­χει­ρι­στή αφε­ρεγ­γυό­τη­τας, το οποίο θα εκ­δο­θεί κατ’ εξου­σιο­δό­τη­ση της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 13 του ν. 4378/2016 (Α’ 55), ύστε­ρα από πρό­τα­ση των υπουρ­γών Οι­κο­νο­μί­ας, Ανά­πτυ­ξης και Του­ρι­σμού και Δι­καιο­σύ­νης, Δια­φά­νειας και Αν­θρω­πί­νων Δι­καιω­μά­των

19. Πότε ένας οφει­λέ­της κη­ρύσ­σε­ται συγ­γνω­στός

α. Το πτω­χευ­τι­κό δι­κα­στή­ριο, εκτι­μώ­ντας τα αίτια και τις συν­θή­κες της πτω­χεύ­σε­ως, ύστε­ρα από σχε­τι­κή έκ­θε­ση του ει­ση­γη­τή, στην οποία κα­τα­χω­ρού­νται και οι τυχόν πα­ρα­τη­ρή­σεις του οφει­λέ­τη και των πι­στω­τών, και αφού ακού­σει τον σύν­δι­κο, απο­φαί­νε­ται ότι ο οφει­λέ­της είναι συγ­γνω­στός, αν αυτός επι­δει­κνύ­ει καλή πίστη τόσο κατά την κή­ρυ­ξη της πτώ­χευ­σης όσο και κατά τη διάρ­κειά της, είναι συ­νερ­γά­σι­μος με τα όρ­γα­να της πτώ­χευ­σης, η δε πτώ­χευ­ση δεν οφεί­λε­ται σε δό­λιες ενέρ­γειές του. Δεν μπο­ρούν να κη­ρυ­χθούν συγ­γνω­στοί αυτοί που κα­τα­δι­κά­στη­καν για κά­ποια από τις πρά­ξεις των άρ­θρων 171 και 172 του Πτω­χευ­τι­κού Κώ­δι­κα ή για κά­ποια από τις κα­κουρ­γη­μα­τι­κές πρά­ξεις της κλο­πής, απά­της, υπε­ξαί­ρε­σης ή πλα­στο­γρα­φί­ας του Ποι­νι­κού Κώ­δι­κα. Αν υπάρ­χει εκ­κρε­μής ποι­νι­κή δίωξη για κά­ποια από αυτές τις πρά­ξεις, το πτω­χευ­τι­κό δι­κα­στή­ριο μπο­ρεί να ανα­βά­λει την από­φα­σή του μέχρι την αμε­τά­κλη­τη πε­ρά­τω­ση της ποι­νι­κής δια­δι­κα­σί­ας. Η από­φα­ση ανα­κα­λεί­ται αν επέλ­θει με­τα­βο­λή πραγ­μά­των που να δι­καιο­λο­γεί την ανά­κλη­ση.

β. Αν η πτώ­χευ­ση πε­ρα­τώ­θη­κε με από­φα­ση που κη­ρύσ­σει την παύση των ερ­γα­σιών της, με την ίδια από­φα­ση το πτω­χευ­τι­κό δι­κα­στή­ριο, εκτι­μώ­ντας τα αίτια και τις συν­θή­κες της πτώ­χευ­σης και αφού ακού­σει τον σύν­δι­κο, απο­φαί­νε­ται ύστε­ρα και από σχε­τι­κή έκ­θε­ση του ει­ση­γη­τή, ότι ο οφει­λέ­της είναι συγ­γνω­στός.

γ. Αν η πτώ­χευ­ση πε­ρα­τώ­θη­κε με από­φα­ση που δια­τάσ­σει την εκ­ποί­η­ση της επι­χεί­ρη­σης ως συ­νό­λου, το πτω­χευ­τι­κό δι­κα­στή­ριο ύστε­ρα από αί­τη­ση του οφει­λέ­τη, εκτι­μώ­ντας τα αίτια και τις συν­θή­κες της πτώ­χευ­σης και αφού ακού­σει τον σύν­δι­κο, απο­φαί­νε­ται, ύστε­ρα και από σχε­τι­κή έκ­θε­ση του ει­ση­γη­τή, ότι ο οφει­λέ­της είναι συγ­γνω­στός.

δ. Αν ο οφει­λέ­της κη­ρυ­χθεί συγ­γνω­στός, δεν προ­σω­πο­κρα­τεί­ται από τους πι­στω­τές της πτώ­χευ­σης, εκτός αν ει­δι­κοί νόμοι ορί­ζουν δια­φο­ρε­τι­κά, παύ­ουν δε οι στε­ρή­σεις από δι­καιώ­μα­τα που ήταν συ­νέ­πειες της πτώ­χευ­σης σύμ­φω­να με το άρθρο 15 του πα­ρό­ντος. Η διά­τα­ξη της από­φα­σης περί κη­ρύ­ξε­ως του οφει­λέ­τη συγ­γνω­στού ση­μειώ­νε­ται στο Μη­τρώο Πτω­χεύ­σε­ων, καθώς και στο Γε­νι­κό Εμπο­ρι­κό Μη­τρώο.

20. Πώς πα­ρέ­χε­ται δεύ­τε­ρη ευ­και­ρία;

Ο οφει­λέ­της υπο­βάλ­λει μετά την πα­ρέ­λευ­ση δύο ετών από την κή­ρυ­ξη της πτώ­χευ­σης, άλλως μέχρι την πε­ρά­τω­σή της, αν αυτή επέρ­χε­ται νω­ρί­τε­ρα, αί­τη­ση περί της απαλ­λα­γής του. Ωστό­σο οφει­λέ­της δεν απαλ­λάσ­σε­ται από οφει­λές που δη­μιουρ­γή­θη­καν από αδί­κη­μα που τε­λέ­σθη­κε με δόλο ή βα­ρεία αμέ­λεια.

21. Ποιες κρί­νο­νται ως αντι­κει­με­νι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την πτώ­χευ­ση;

Η πτώ­χευ­ση κη­ρύσ­σε­ται εφό­σον με βάση τα οι­κο­νο­μι­κά στοι­χεία που τί­θε­νται υπόψη του δι­κα­στη­ρί­ου πι­θα­νο­λο­γεί­ται βά­σι­μα ότι η πε­ριου­σία του οφει­λέ­τη επαρ­κεί για την κά­λυ­ψη των εξό­δων της δια­δι­κα­σί­ας. Άλλως, το δι­κα­στή­ριο δια­τάσ­σει την κα­τα­χώ­ρη­ση του ονό­μα­τος ή της επω­νυ­μί­ας, κατά πε­ρί­πτω­ση, του οφει­λέ­τη στο Γε­νι­κό Εμπο­ρι­κό Μη­τρώο, καθώς και στα Μη­τρώα Πτω­χεύ­σε­ων. Η κα­τα­χώ­ρη­ση δια­γρά­φε­ται μετά την πά­ρο­δο τριε­τί­ας.

naftemporiki.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.