• Η αρχική εικόνα του δυστυχήματος, τα ρεπορτάζ που απέκλειαν τρίτο πρόσωπο και η μεταγενέστερη έρευνα που, μέσα από καταθέσεις, βιντεοληπτικό υλικό, άρσεις απορρήτου και πραγματογνωμοσύνες, κατέληξε σε τετελεσμένη ανθρωποκτονία με δράστη αλλοδαπό
Για μήνες, η υπόθεση αντιμετωπίστηκε ως τραγωδία που έκλεινε με ένα πιθανό τροχαίο σε δύσβατη περιοχή. Το κλίμα στη Ρόδο, η εικόνα της χαράδρας στα Πασαούτια και η μοτοσικλέτα δίπλα στη σορό, έμοιαζαν να δίνουν μια σκληρή αλλά απλή εξήγηση. Ακόμη και όταν στα κοινωνικά δίκτυα φούντωναν υποψίες, το κυρίαρχο αφήγημα παρέμενε ότι δεν υπάρχει εγκληματική ενέργεια και ότι, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο, τα ευρήματα δεν οδηγούν σε δολοφονία.
Εκεί ακριβώς, στην απόσταση ανάμεσα στο «δεν προκύπτει έγκλημα» και στο «ήταν ανθρωποκτονία με δόλο», γράφτηκε ένα δεύτερο, πιο σκοτεινό κεφάλαιο που κορυφώθηκε όταν σύμφωνα με τις πληφορορίες της «δημοκρατικής» το Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού κατέληξε μετά από ενδελεχή έρευνα ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα εγκληματικής ενέργειας με σαφή περιγραφή προσπάθειας παραπλάνησης των Αρχών!
Οπως έγραψε η «δημοκρατική» ο Τσιαντής είχε εξαφανιστεί την 1η Μαΐου, ενώ η δήλωση εξαφάνισής του έγινε στις 3 Μαΐου από τη σύζυγό του, Οκσάνα Ζντανόβιτς. Παρά την απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους, τα τελευταία χρόνια διατηρούσαν στενή επικοινωνία, η οποία διακόπηκε ξαφνικά, προκαλώντας ανησυχία.
Το τελευταίο στίγμα του 63χρονου εντοπιζόταν στην περιοχή της Λίνδου, με την ΕΛ.ΑΣ. να είχε εξαπολύσει ευρείες έρευνες σε συνεργασία με εθελοντές και την υποστήριξη της Γραμμής Ζωής, η οποία είχε εκδώσει Silver Alert για την εξαφάνισή του.

Η ίδια τότε είχε περιγράψει μια σχέση με εντάσεις και χωριστές κατοικίες από τον Απρίλιο του 2022, με διατήρηση όμως καθημερινής επικοινωνίας.
Αστυνομικοί είχαν μεταβεί μαζί της στην οικία του στην επαρχιακή οδό Κρεμαστής Μαριτσών και δεν τον εντόπισαν.
Στο πρώτο αυτό στάδιο, στο κάδρο μπήκαν παράγοντες όπως η ψυχολογική πίεση που, σύμφωνα με τη σύζυγο, τον βάραινε λόγω προβλήματος υγείας και φόβου για καρκίνο, καθώς και αναφορές ότι ακουγόταν μεθυσμένος σε τηλεφωνικές συνομιλίες.
Καταγράφηκε επίσης ότι δεν είχε αυτοκίνητο, ότι χρησιμοποιούσε ενοικιαζόμενο και ότι το είχε επιστρέψει πριν από την εξαφάνιση.
Η ανεύρεση της σορού και η εικόνα που έπεισε σχεδόν τους πάντες
Στις 7 Μαϊου 2025, με τη συνδρομή εθελοντών του Silver Alert, ο Κωνσταντίνος Τσιαντής εντοπίστηκε νεκρός στην επαρχιακή οδό Παστίδας Καλυθιών, στην περιοχή Πασαούτια, μαζί με τη μοτοσικλέτα μέσα σε χαράδρα.
Η εικόνα που έβλεπαν όλοι ήταν, σε πρώτη ανάγνωση, συμβατή με δυστύχημα, ένας άνθρωπος νεκρός σε γκρεμό, δίπλα σε δίκυκλο.
Αυτό το «συμβατό» είναι που καθόρισε το δημόσιο κλίμα και καθυστέρησε, όχι τη διαδικασία, αλλά την κοινωνική βεβαιότητα ότι μπορεί να κρύβεται έγκλημα.
Το αποτύπωμα εκείνων των ημερών αποτυπώθηκε και δημοσιογραφικά. Η «δημοκρατική» τότε έγραφε ότι οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ατύχημα, ότι η περιοχή αποκλείστηκε, ότι έσπευσαν κλιμάκια της Αστυνομίας, η Σήμανση και ο ιατροδικαστής, και ότι αναμένονται αποτελέσματα ιατροδικαστικής και τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.
Στις 10/05/2025 στο ρεπορτάζ με τίτλο «Ολοκληρώθηκε το πρώτο σκέλος της έρευνας για τον θάνατο του Κωνσταντίνου Τσιαντή, Δεν προκύπτει εγκληματική ενέργεια», το ίδιο συμπέρασμα γινόταν ακόμη πιο καθαρό, με αναφορά ότι, παρά τη φημολογία στα social media, η αστυνομία απέκλειε προς το παρόν την εμπλοκή τρίτου προσώπου.

Εκείνη η περίοδος έχει σημασία όχι για να «διαψεύσει» κάποιον, αλλά για να δείξει πόσο αποτελεσματικά μπορεί να λειτουργήσει μια σκηνοθετημένη εικόνα. Όταν δεν υπάρχουν εμφανή ίχνη πάλης ή εξωτερικής βίας και όταν το περιβάλλον «μιλάει» σαν ατύχημα, η κοινή γνώμη κλείνει το θέμα πριν κλείσει η έρευνα.
Στα ρεπορτάζ της εποχής, υπήρχαν στοιχεία που έδιναν βάθος στην προσωπική κατάσταση του θανόντος και τροφοδοτούσαν ερμηνείες μη εγκληματικές. Αναφερόταν ψυχολογική πίεση, εμμονές για πρόβλημα υγείας, σύγχυση, περιστασιακή κατανάλωση αλκοόλ. Αναφερόταν επίσης ότι το 2024 είχε καταγγείλει ληστεία σε βάρος του με αφαίρεση ποσού άνω των 40.000 ευρώ, χωρίς να αναγνωρίσει δράστες, κάτι που, σύμφωνα με το δημοσιογραφικό αφήγημα, είχε ενισχύσει την καχυποψία και την εσωστρέφεια.
Παράλληλα, η ίδια δημοσιογραφική καταγραφή σημείωνε ότι το δίκυκλο δεν εμφάνιζε σημάδια σύγκρουσης και ότι δεν υπήρχαν εμφανή ίχνη πάλης. Αυτός ο συνδυασμός λειτουργεί συχνά διπλά, από τη μία ενισχύει το σενάριο ατυχήματος, από την άλλη δημιουργεί, σε κλειστούς κύκλους, ένα αίσθημα ότι «κάτι δεν κολλάει» χωρίς όμως να υπάρχει το αποδεικτικό υλικό που μετατρέπει την αμφιβολία σε κατηγορία.
Η στροφή της υπόθεσης και το βάρος των «αόρατων» αποδείξεων
Η υπόθεση, όμως πέρασε από διαφορετικά χέρια και στάδια. Την έρευνα ανέλαβε το ΑΤ Ιαλυσού και όταν μια υπόθεση παύει να εξαρτάται από την «εικόνα» του τόπου και αρχίζει να βασίζεται σε καταθέσεις, κάμερες, τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, τραπεζικές κινήσεις, ψηφιακά ίχνη, πραγματογνωμοσύνες και ιατροδικαστικές τοξικολογικές εκθέσεις, τότε το πιθανό μετατρέπεται σε τεκμηριωμένο.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι έρευνες κατέληξαν ότι δράστης είναι ένας μεσήλικας αλλοδαπός ο οποίος όπως φέρεται να έχει προκύψει προέβη στη «σκηνοθέτηση» του τόπου ανεύρεσης του πτώματος, επιχειρώντας να παραπλανήσει τις Αρχές ώστε ο θάνατος να αποδοθεί σε οδικό τροχαίο ατύχημα, με στόχο να αποσιωπηθεί το έγκλημα και να αποφευχθεί διασύνδεση μαζί του.
Ηδη σύμφωνα με τις πληροφορίες η υπόθεση έχει πάρει τον δρόμο της και θα πρέπει να αναμένονται σύντομα εξελίξεις και σε επίπεδο δικαστικής διερεύνησής της.
Το βασικό δίδαγμα της υπόθεσης, ότι η εγκληματική πράξη δεν εμφανίζεται πάντα με το προφανές. Όταν η έρευνα μετακινείται από το μάτι στο δεδομένο, από το ένστικτο στο ίχνος και από την υπόθεση στην αλληλουχία των γεγονότων, τότε μια ιστορία που έκλεινε ως δυστύχημα μπορεί να ξανανοίξει ως δολοφονία.
Η υπόθεση του Κωνσταντίνου Τσιαντή είναι μια από τις περιπτώσεις όπου η δημόσια βεβαιότητα προηγήθηκε της τελικής διερεύνησης και τελικά διαψεύστηκε από την ίδια τη διαδικασία.
Η Ρόδος είδε αρχικά μια εξαφάνιση, έπειτα μια σορό δίπλα σε δίκυκλο και, για μεγάλο διάστημα, ένα αφήγημα που έμοιαζε να κλείνει την ιστορία ως δυστύχημα.
Η εξιχνίαση που αποδίδεται στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού δείχνει το αντίθετο, ότι ο θάνατος ήταν ανθρωποκτονία με δόλο, με χρονικό πλαίσιο, με αποδεικτικό υπόβαθρο πολλαπλών πηγών και, το πιο συνταρακτικό, με σκηνοθεσία ώστε να φανεί ως ατύχημα. Αυτή η ανατροπή δεν αλλάζει μόνο τη νομική ετικέτα του περιστατικού.
Σε μια κοινωνία που βιάζεται να κλείσει τις ιστορίες της, η συγκεκριμένη υπόθεση θυμίζει ότι η πραγματικότητα, ειδικά όταν κάποιος την έχει «σκηνοθετήσει», μπορεί να χρειαστεί χρόνο, δεδομένα και επίμονη προανάκριση για να αποκαλυφθεί.
Η ανακοίνωση της αστυνομίας για την υπόθεση και τη δολοφονία
Εξιχνιάστηκε, από αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Ιαλυσού, ανθρωποκτονία 64χρονου ημεδαπού, για τον οποίο είχε αρχικά δηλωθεί εξαφάνιση και στη συνέχεια εντοπίσθηκε νεκρός σε γκρεμό παραπλεύρως επαρχιακής οδού.
Ο δράστης έχει ταυτοποιηθεί και σε βάρος του σχηματίσθηκε δικογραφία για ανθρωποκτονία με δόλο.
Ειδικότερα, ως προς το ιστορικό της υπόθεσης, την 03 Μαΐου 2025 απογευματινές ώρες δηλώθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού η εξαφάνιση 64χρονου ημεδαπού από απογευματινές ώρες της 01 Μαΐου 2025.
Κατά τη διερεύνηση της εξαφάνισης, βραδινές ώρες της 07 Μαΐου 2025 αστυνομικοί έπειτα από τηλεφωνικές αναγγελίες εντόπισαν τον 64χρονο εξαφανισθέντα κατακρημνισμένο μαζί με το δίκυκλο που είχε μισθώσει.
Στο πλαίσιο ενδελεχούς αστυνομικής έρευνας, έπειτα από επισταμένη και συνδυαστική μελέτη προδικαστικών δεδομένων και ευρημάτων, προέκυψαν στοιχεία διάπραξης ανθρωποκτονίας και προσδιορίστηκε ο δράστης, ο οποίος προέβη στην «σκηνοθέτηση» του τόπου της ανεύρεσης του πτώματος του 64χρονου, προκειμένου να παραπλανήσει τις Αρχές και ο θάνατος να αποδοθεί σε οδικό τροχαίο ατύχημα.
Η δικογραφία που σχηματίσθηκε υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου.














