• Η εμπλοκή στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει τις αντοχές των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν το 55% της τοπικής οικονομίας • Ακυρώσεις στη βραχυχρόνια μίσθωση και αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας • Πώς το μεταφορικό κόστος (+300%) και οι στρεβλώσεις στις τιμές των ακινήτων (έως 130%) μετατρέπουν την υψηλή δραστηριότητα σε “φτωχή ανάπτυξη”
Σε αχαρτογράφητα νερά οδηγείται πλέον η νέα τουριστική περίοδος, καθώς, παρότι όλα έδειχναν μια εξαιρετική πορεία μέχρι και πριν την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, καταγράφεται ήδη επιβράδυνση στον ρυθμό των κρατήσεων, με την ένταση να επηρεάζει τη συμπεριφορά των ταξιδιωτών και τον προγραμματισμό της αγοράς.
Σε επίπεδο κρατήσεων, ιδιαίτερα στη βραχυχρόνια μίσθωση, καταγράφονται ήδη ακυρώσεις, ενώ η εξέλιξη της σεζόν παραμένει ανοιχτή και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια των εξελίξεων. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η ένταση της τουριστικής δραστηριότητας στα νησιά, καθώς ο προγραμματισμός των επιχειρήσεων, ιδίως σε ό,τι αφορά στις προσλήψεις, έχει ήδη ολοκληρωθεί, με την αγορά να εισέρχεται στη σεζόν υπό συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας.
Η εμπλοκή στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως ένας απρόβλεπτος καταλύτης που δοκιμάζει τις αντοχές μιας οικονομίας που λειτουργεί παραδοσιακά «στο κόκκινο» των δυνατοτήτων της. Όπως επισημαίνει η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ (2026), «Policy Pathways Beyond the Shoreline», η δομή της αγοράς εργασίας παραμένει σταθερή και βασίζεται σε μικρές επιχειρήσεις, γεγονός που καθιστά την τρέχουσα αβεβαιότητα ακόμα πιο επικίνδυνη.
Τα στοιχεία του Οργανισμού υπογραμμίζουν ότι περίπου το 41% έως 43% των εργαζομένων απασχολείται σε μονάδες έως εννέα ατόμων, ενώ η αυτοαπασχόληση φτάνει περίπου στο 55%. Αυτές οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τον βασικό κορμό της τοπικής οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα στερούνται οικονομιών κλίμακας και κεφαλαιακής επάρκειας για να απορροφήσουν τους κραδασμούς μιας παρατεταμένης κρίσης, ειδικά όταν το λειτουργικό τους κόστος είναι ήδη διογκωμένο από την παρατεταμένη νησιωτικότητα.
Στα Δωδεκάνησα καταγράφονται έως και 70 διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο ετησίως, έναντι περίπου 10 στην ηπειρωτική Ελλάδα, γεγονός που τα κατατάσσει, σύμφωνα με τη χαρτογράφηση του ΟΟΣΑ, στις περιοχές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση τουρισμού στην Ευρώπη. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει τη δυναμική της ζήτησης, αλλά και την έντονη εποχική πίεση που ασκείται κάθε χρόνο σε υποδομές, υπηρεσίες και αγορά εργασίας.
Η δυναμική της περιοχής αποτυπώνεται και σε δημογραφικό επίπεδο. Τα Δωδεκάνησα κατέγραψαν αύξηση πληθυσμού κατά 14,5% την τελευταία εικοσαετία, ρυθμός υψηλότερος από τον μέσο όρο των νησιωτικών περιοχών της Ευρώπης, όπου η αύξηση διαμορφώθηκε στο 9,3%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη του τουρισμού και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, όμως δημιουργεί ταυτόχρονα εκρηκτικές ανάγκες για δημόσιες επενδύσεις σε υγεία και παιδεία.
Ωστόσο, η αύξηση της δραστηριότητας δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της οικονομικής απόδοσης, δημιουργώντας το παράδοξο της «φτωχής ανάπτυξης». Η ανάλυση του ΟΟΣΑ καταδεικνύει ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το ΑΕΠ των νησιωτικών περιοχών αυξήθηκε κατά 5%, ενώ η παραγωγικότητα μειώθηκε κατά 6%. Στην περίπτωση των Δωδεκανήσων, η τάση αυτή εμφανίζεται πιο έντονα, καθώς η παραγωγικότητα παρουσιάζει πτώση έως και 35%, ενώ το ΑΕΠ εμφανίζει μεταβολή έως και -0,7% σε ετήσια βάση. Η μείωση της παραγωγικότητας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εξάντληση των υπαρχουσών υποδομών και στην έλλειψη επενδύσεων σε τεχνολογίες που θα επέτρεπαν την παροχή υπηρεσιών υψηλότερης αξίας με λιγότερους πόρους.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στους δείκτες εισοδήματος που επεξεργάστηκε ο ΟΟΣΑ, οι οποίοι υποχωρούν παρά την αύξηση των αφίξεων. Στις νησιωτικές περιοχές της Ευρώπης, το ΑΕΠ ανά κάτοικο διολίσθησε από περίπου 28.000 σε 26.000 δολάρια, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο μειώθηκε από περίπου 68.000 σε 63.000 δολάρια. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στην ένταση της δραστηριότητας, δηλαδή στο να φέρνουμε όλο και περισσότερους ανθρώπους, και λιγότερο στη βελτίωση της απόδοσης ανά επισκέπτη ή ανά εργαζόμενο.
Η διάρθρωση της οικονομίας εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη αυτή. Βάσει της έκθεσης, οι υπηρεσίες καλύπτουν περίπου το 30% της απασχόλησης, ενώ σημαντικό παραμένει και το μερίδιο του δημόσιου τομέα, που προσεγγίζει το 25%. Αντίθετα, η περιορισμένη συμμετοχή της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής μειώνει τη δυνατότητα διαφοροποίησης της οικονομίας και ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης. Αυτή η «τουριστική μονοκαλλιέργεια» καθιστά τα Δωδεκάνησα απόλυτα ευάλωτα σε εξωτερικούς κλονισμούς, όπως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, καθώς δεν υπάρχουν εναλλακτικοί τομείς για να απορροφήσουν την οικονομική ζημία.
Παράλληλα, το αυξημένο λειτουργικό κόστος αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της νησιωτικής οικονομίας, λειτουργώντας ως ένας «αόρατος φόρος» στην τοπική επιχειρηματικότητα. Η μελέτη του Οργανισμού τεκμηριώνει ότι στην Ελλάδα, το κόστος ενέργειας και μεταφορών μπορεί να είναι έως και 1,5 φορά υψηλότερο από ό,τι στην ηπειρωτική χώρα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το μεταφορικό κόστος σε νησιωτικές περιοχές μπορεί να φτάνει έως και 300% υψηλότερα επίπεδα, γεγονός που καθιστά το τελικό τουριστικό πακέτο λιγότερο ανταγωνιστικό.
Επιπλέον, οι δημόσιες δαπάνες εμφανίζονται αυξημένες κατά 30% έως 50% λόγω της γεωγραφικής διασποράς, ενώ οι τιμές ακινήτων μπορεί να διαφέρουν έως και 75% – 130%, δυσχεραίνοντας την εύρεση στέγης για το εποχικό προσωπικό και τους μόνιμους κατοίκους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φετινή σεζόν ξεκινά με μια σαφή αντίθεση. Από τη μία πλευρά, τα Δωδεκάνησα διατηρούν ισχυρή ζήτηση, υψηλή απασχόληση και έντονη τουριστική δραστηριότητα, όπως μαρτυρά η δημογραφική αύξηση και οι διανυκτερεύσεις. Από την άλλη, η αβεβαιότητα στην ευρύτερη περιοχή επηρεάζει τον ρυθμό της αγοράς, ενώ τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το μοντέλο ανάπτυξης παραμένει προσανατολισμένο στην ένταση της δραστηριότητας και όχι στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Το βασικό ζητούμενο για την επόμενη περίοδο δεν αφορά μόνο στη διατήρηση της τουριστικής δυναμικής, αλλά στη μετατροπή της σε πιο σταθερή και αποδοτική οικονομική ανάπτυξη. Όπως προτείνεται μέσα από τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ, η θεσμική θωράκιση μέσω εργαλείων όπως το Island-Proofing (Νησιωτικός Έλεγχος) και το Island Dashboard, που θα επιτρέπουν στην πολιτεία να αναγνωρίζει το πραγματικό κόστος της νησιωτικότητας, αποτελεί τη μόνη οδό για να πάψουν τα Δωδεκάνησα να είναι όμηροι των γεωπολιτικών συγκυριών και της χαμηλής οικονομικής απόδοσης.













