ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Σε νέες περιπέτειες το Κοινωφελές Ιδρυμα Υποτροφιών Εμμ. & Μ. Σταματίου

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
11

Σε νέες πε­ρι­πέ­τειες ει­σέρ­χε­ται το Κοι­νω­φε­λές ίδρυ­μα Υπο­τρο­φιών Εμ­μα­νου­ήλ και Μαί­ρης Στα­μα­τί­ου μετά την έκ­δο­ση από­φα­σης του Συμ­βου­λί­ου της Επι­κρα­τεί­ας με την οποία απορ­ρί­πτε­ται έφεση που ασκή­θη­κε για την εξα­φά­νι­ση από­φα­σης του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τεί­ου Πει­ραιώς, κατά το μέρος αυτής με το οποίο απορ­ρί­φθη­κε η αί­τη­ση ακυ­ρώ­σε­ως που είχε ασκή­σει κατά της από 28.11.2003 από­φα­σης της Επι­τρο­πής Εξέ­τα­σης Εν­στά­σε­ων Αυ­θαι­ρέ­των της Διεύ­θυν­σης Πο­λε­ο­δο­μί­ας του Δήμου Ρο­δί­ων στο ξε­νο­δο­χείο ιδιο­κτη­σί­ας του, με την επω­νυ­μία  Chevalier στο κέ­ντρο της πόλης της Ρόδου.

Θυ­μί­ζου­με ότι τον Ια­νουά­ριο του 2016 με από­φα­ση της Προ­έ­δρου του Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου ανε­στά­λη η εκτέ­λε­ση πρά­ξε­ως βε­βαιώ­σε­ως φόρου και προ­στί­μου της ΔΟΥ Ρόδου στο κοι­νω­φε­λές ίδρυ­μα.

Με την από­φα­ση του δι­κα­στη­ρί­ου εξέ­λι­πε επί του πα­ρό­ντος ο κίν­δυ­νος και για την κα­τά­σχε­ση της πε­ριου­σί­ας του ιδρύ­μα­τος.

Όπως έγρα­ψε η «δη­μο­κρα­τι­κή», ο Εμ­μα­νου­ήλ Στα­μα­τί­ου απε­βί­ω­σε λίγες μέρες μετά τη σύ­στα­ση του Ιδρύ­μα­τος και η αδελ­φή του Μαίρη Στα­μα­τί­ου-Πα­πα­δά­κη τον Ιού­νιο του 2012.

Με τη δια­θή­κη της όρισε ως κλη­ρο­νό­μους της τις δύο οι­κια­κές της βοη­θούς στις οποί­ες κα­τέ­λει­πε άλλη πε­ριου­σία από εκεί­νη, που ανήκε στο Ιδρυ­μα και δει τεσ­σά­ρων ακι­νή­των με­τα­ξύ των οποί­ων και το ξε­νο­δο­χείο Chevalier.

Η Δ.Ο.Υ. Ρόδου βε­βαί­ω­σε εις βάρος της Μαί­ρης Στα­μα­τί­ου -Πα­πα­δά­κη, ενόσω ζούσε, φόρο κλη­ρο­νο­μιάς του αδελ­φού της Εμ­μα­νου­ήλ Στα­μα­τί­ου ύψους 3,6 εκατ. ευρώ πε­ρί­που.

Η υπό­θε­ση πα­ρα­πέμ­φθη­κε στο Διοι­κη­τι­κό Εφε­τείο Πει­ραιά, που βε­βαί­ω­σε σε βάρος της εκλι­πού­σης ποσό 1,8 εκατ. ευρώ πε­ρί­που το οποίο με τις προ­σαυ­ξή­σεις ανέρ­χε­ται σή­με­ρα στο ποσό των 2,6 εκατ. ευρώ πε­ρί­που.

Την 27η Νο­εμ­βρί­ου 2015 κοι­νο­ποι­ή­θη­κε στο Ιδρυ­μα έγ­γρα­φο της ΔΟΥ Ρόδου με το οποίο επι­τάσ­σε­ται να κα­τα­βά­λει το ποσό των 207.500 ευρώ.

Το ίδρυ­μα φέ­ρε­ται συ­γκε­κρι­μέ­να ως αλ­λη­λεγ­γύ­ως υπεύ­θυ­νο για τον συ­γκε­κρι­μέ­νο φόρο ως τε­λευ­ταί­ος κά­το­χος κλη­ρο­νο­μιαί­ων ακι­νή­των, ήτοι ακι­νή­των επί των οδών Γρηγ. Λα­μπρά­κη, Κων­στα­ντό­παι­δος στην Ρόδο και Σκου­φά στην Αθήνα, το δε ανω­τέ­ρω ποσό είναι ο επι­με­ρι­στι­κώς ανα­λο­γούν φόρος και πα­ρα­πέ­ρα διότι τα ακί­νη­τα αυτά πε­ρι­ήλ­θαν στην κα­το­χή του Ιδρύ­μα­τος αιτία θα­νά­του.

Ση­μειώ­νε­ται ότι το Ιδρυ­μα κα­τα­βάλ­λει κάθε χρόνο τε­ρά­στια χρη­μα­τι­κά ποσά σε φόρο ει­σο­δή­μα­τος και φόρο ακί­νη­της πε­ριου­σί­ας και δεν προ­τί­θε­ται να κα­τα­βά­λει φό­ρους, τους οποί­ους φέ­ρε­ται να οφεί­λει για να ελα­φρύ­νει την οφει­λή των κλη­ρο­νό­μων.

Η διοί­κη­ση του ιδρύ­μα­τος υπο­στη­ρί­ζει ότι δεν βα­ρύ­νε­ται με φόρο κλη­ρο­νο­μιάς, γιατί δεν απέ­κτη­σε τα ακί­νη­τα με σύμ­βα­ση.

Κι ενώ ξε­πέ­ρα­σε τον συ­γκε­κρι­μέ­νο σκό­πε­λο το  Ε’ Τμήμα του Συμ­βου­λί­ου της Επι­κρα­τεί­ας με την υπ’ αρίθμ 1392/2016 από­φα­ση του απέρ­ρι­ψε την έφεση του για την εξα­φά­νι­ση της 1708/ 2008 από­φα­σης του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τεί­ου Πει­ραιώς, κατά το μέρος αυτής με το οποίο απορ­ρί­φθη­κε η αί­τη­ση ακυ­ρώ­σε­ως που είχε ασκή­σει ξε­νο­δο­χεια­κή εται­ρεία κατά της από 28.11.2003 από­φα­σης της Επι­τρο­πής Εξέ­τα­σης Εν­στά­σε­ων Αυ­θαι­ρέ­των της Διεύ­θυν­σης Πο­λε­ο­δο­μί­ας του Δήμου Ρο­δί­ων.

Με την τε­λευ­ταία αυτή από­φα­ση είχε απορ­ρι­φθεί η έν­στα­ση που είχε ασκή­σει η εγκα­λού­σα κατά της 49/2003 έκ­θε­σης αυ­το­ψί­ας υπαλ­λή­λου της ανω­τέ­ρω υπη­ρε­σί­ας με την οποία είχαν χα­ρα­κτη­ρι­στεί αυ­θαί­ρε­τες και κα­τε­δα­φι­στέ­ες κα­τα­σκευ­ές που έγι­ναν από την εγκα­λού­σα στο ως άνω ξε­νο­δο­χείο της και υπο­λο­γί­στη­καν τα οι­κεία πρό­στι­μα ανέ­γερ­σης και δια­τή­ρη­σης.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να ύστε­ρα από αυ­το­ψία που διε­νήρ­γη­σε στις 30.7.2003 υπάλ­λη­λος της Διεύ­θυν­σης Πο­λε­ο­δο­μί­ας του Δήμου Ρο­δί­ων στο ξε­νο­δο­χείο «Chevalier», δια­πι­στώ­θη­καν τα εξής:

1) Υπέρ­βα­ση στη δό­μη­ση: α) στο ισό­γειο 22,45 τ.μ., β) στο με­σώ­ρο­φο 25,10 τ.μ., γ) στους ορό­φους α’, β’, γ’, δ’ και ε’ 90,52 τ.μ. ανά όροφο και συ­νο­λι­κή υπέρ­βα­ση δό­μη­σης 500,75 τ.μ.

2) Αυ­θαί­ρε­τες ερ­γα­σί­ες επι­σκευών στους α’, β’, γ’, δ’ και ε’ ορό­φους, με πο­σο­στό ερ­γα­σιών 15%.

3) Αυ­θαί­ρε­τη κα­τα­σκευή εξω­στών και ει­δι­κό­τε­ρα επτά (7) εξω­στών στο με­σό­ρο­φο και δε­κα­τεσ­σά­ρων (14) εξω­στών ανά όροφο (α’, β’, γ’, δ’ και ε’), και συ­νο­λι­κή αυ­θαί­ρε­τη κα­τα­σκευή εβδο­μή­ντα επτά (77) εξω­στών, επι­φά­νειας 3 μέ­τρων ο κα­θέ­νας, στά­διο ερ­γα­σιών απο­πε­ρα­τω­μέ­νο.

Ενό­ψει αυτών συ­ντά­χθη­κε η 49/2003 έκ­θε­ση αυ­το­ψί­ας, με την οποία οι κα­τα­σκευ­ές αυτές χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν αυ­θαί­ρε­τες και κα­τε­δα­φι­στέ­ες ενώ με την ίδια έκ­θε­ση υπο­λο­γί­στη­καν:

Α) πρό­στι­μο ανέ­γερ­σης αυ­θαι­ρέ­του, συ­νο­λι­κού ύψους 424.569,06 ευρώ (167.450,80 +246.950,22+10.168,04 για κάθε πε­ρί­πτω­ση, αντί­στοι­χα) και

Β) πρό­στι­μο δια­τή­ρη­σης αυ­θαι­ρέ­των, συ­νο­λι­κού ποσού 12.266,09 Ευρώ (4.406,66+ 6.498,69+1.355,74, αντί­στοι­χα).

Κατά της εν λόγω έκ­θε­σης αυ­το­ψί­ας η εγκα­λού­σα άσκη­σε έν­στα­ση ενώ­πιον της αρ­μό­διας Επι­τρο­πής Εξέ­τα­σης Εν­στά­σε­ων Αυ­θαι­ρέ­των, με την οποία ισχυ­ρί­στη­κε ότι αφε­νός δεν υφί­στα­ται καμία υπέρ­βα­ση στη δό­μη­ση του ξε­νο­δο­χεί­ου και αφε­τέ­ρου ότι έχει κα­τα­θέ­σει στην πο­λε­ο­δο­μι­κή αρχή αί­τη­ση με αριθ.πρωτ. 5493/2002 για έκ­δο­ση οι­κο­δο­μι­κής αδεί­ας, με την οποία νο­μι­μο­ποιού­νται οι τυχόν υπερ­βά­σεις στη δό­μη­ση του εν λόγω ξε­νο­δο­χεί­ου.

Η έν­στα­ση αυτή απορ­ρί­φθη­κε με την προ­σβαλ­λό­με­νη από­φα­ση της Επι­τρο­πής με την αι­τιο­λο­γία ότι «1) δεν κα­τα­τέ­θη­καν στοι­χεία που να βε­βαιώ­νουν τη νο­μι­μό­τη­τα των ερ­γα­σιών που εκτε­λέ­στη­καν, 2) η κα­τά­θε­ση φα­κέ­λου έκ­δο­σης οι­κο­δο­μι­κής άδειας δεν αναι­ρεί την έκ­θε­ση αυ­το­ψί­ας αυ­θαι­ρέ­του, κα­θό­σον η έκ­δο­ση της απο­τε­λού­σε προ­ϋ­πό­θε­ση για την εκτέ­λε­ση των οι­κο­δο­μι­κών ερ­γα­σιών και 3) πα­ρα­βιά­ζε­ται η πα­ρά­γρα­φος 3 του άρ­θρου 22 του Γ.Ο.Κ., καθ’ όσον εκτε­λέ­στη­καν ερ­γα­σί­ες χωρίς άδεια με υπέρ­βα­ση του συ­ντε­λε­στή δό­μη­σης και του πε­ρι­γράμ­μα­τος της οι­κο­δο­μής, καθώς επί­σης και ερ­γα­σί­ες επι­σκευών χωρίς άδεια στους A, Β, Γ, Δ, Ε ορό­φους, στο ισό­γειο και με­σώ­ρο­φο κατά πα­ρά­βα­ση της παρ.1 του άρ­θρου 22 του ΓΟΚ».

Εξάλ­λου, όπως προ­κύ­πτει από τα στοι­χεία του φα­κέ­λου, η αι­τού­σα είχε υπο­βά­λει στην πο­λε­ο­δο­μι­κή αρχή την υπ’ αριθ. 5493/17.12.2002 αί­τη­ση για χο­ρή­γη­ση οι­κο­δο­μι­κής άδειας επι­σκευών του ξε­νο­δο­χεί­ου της, ο σχε­τι­κός όμως φά­κε­λος της επε­στρά­φη με το 5493/29.10.2003 έγ­γρα­φο της Διεύ­θυν­σης Πο­λε­ο­δο­μί­ας Δήμου Ρο­δί­ων με την αι­τιο­λο­γία ότι πα­ρήλ­θαν εννιά (9) μήνες από την απο­στο­λή του 27/9.1.2003 εγ­γρά­φου της εν λόγω Διεύ­θυν­σης για τη συ­μπλή­ρω­ση του φα­κέ­λου, χωρίς να συ­μπλη­ρω­θούν οι δια­πι­στω­θεί­σες ελ­λεί­ψεις.

Κατά της ανω­τέ­ρω από­φα­σης της Επι­τρο­πής εν­στά­σε­ων και της έκ­θε­σης αυ­το­ψί­ας η εγκα­λού­σα άσκη­σε αί­τη­ση ακυ­ρώ­σε­ως ενώ­πιον του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τεί­ου Πει­ραιώς, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την εκ­κα­λού­με­νη από­φα­ση ως προς τις αυ­θαί­ρε­τες ερ­γα­σί­ες επι­σκευών στους α’, β’, γ’, δ’ και ε’ ορό­φους, με πο­σο­στό ερ­γα­σιών 15%, τόσο ως προς τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό ως αυ­θαί­ρε­των των κα­τα­σκευών όσο ως προς τον υπο­λο­γι­σμό των προ­στί­μων, και απορ­ρί­φθη­κε κατά τα λοιπά.

Ει­δι­κό­τε­ρα, με την εγκα­λου­μέ­νη από­φα­ση απορ­ρί­φθη­κε ο λόγος ακυ­ρώ­σε­ως περί πα­ρα­βιά­σε­ως του δι­καιώ­μα­τος προη­γού­με­νης ακρό­α­σης πριν από την έκ­δο­ση της 49/2003 έκ­θε­σης αυ­το­ψί­ας, με το σκε­πτι­κό ότι η έκ­θε­ση αυ­το­ψί­ας εκ­δό­θη­κε βάσει αντι­κει­με­νι­κών δε­δο­μέ­νων και κρί­θη­κε ότι ήταν νο­μί­μως και επαρ­κώς αι­τιο­λο­γη­μέ­νη η ανω­τέ­ρω από 28.11.2003 από­φα­ση της Επι­τρο­πής Εξέ­τα­σης Εν­στά­σε­ων Αυ­θαι­ρέ­των, κατά το μέρος αυτής που αφο­ρού­σε στις αυ­θαί­ρε­τες κα­τα­σκευ­ές που συν­δέ­ο­νται με την υπέρ­βα­ση δό­μη­σης και την κα­τα­σκευή αυ­θαί­ρε­των εξω­στών, καθώς στην προ­σβαλ­λό­με­νη από­φα­ση ανα­φε­ρό­ταν ότι οι εν λόγω κα­τα­σκευ­ές έγι­ναν χωρίς άδεια, καθ’ υπέρ­βα­ση του συ­ντε­λε­στή δό­μη­σης και του πε­ρι­γράμ­μα­τος της οι­κο­δο­μής, απορ­ρί­φθη­κε δε σχε­τι­κός λόγος ακυ­ρώ­σε­ως με τον οποίο είχε προ­βλη­θεί ότι δεν μνη­μο­νεύ­ο­νταν οι πο­λε­ο­δο­μι­κές δια­τά­ξεις που πα­ρα­βιά­στη­καν.

Πε­ραι­τέ­ρω, με την εγκα­λου­μέ­νη απορ­ρί­φθη­κε ως αβά­σι­μος ο λόγος ακυ­ρώ­σε­ως, με τον οποίο προ­βλή­θη­κε ότι εσφαλ­μέ­να υπο­λο­γί­στη­καν τα ανω­τέ­ρω πρό­στι­μα, κατά πα­ρά­βα­ση των άρ­θρων 2 και 3 του π.δ. 267/1998, με την εφαρ­μο­γή ενιαί­ου και όχι κλι­μα­κού­με­νου συ­ντε­λε­στή, με το σκε­πτι­κό ότι κατά τις εν λόγω δια­τά­ξεις εφαρ­μό­ζε­ται ένας και μόνο συ­ντε­λε­στής, με βάση την κα­τη­γο­ρία της επι­φά­νειας του αυ­θαι­ρέ­του και, συ­νε­πώς, νο­μί­μως υπο­λο­γί­στη­καν τα πρό­στι­μα.

Το Συμ­βού­λιο της Επι­κρα­τεί­ας απέρ­ρι­ψε ωστό­σο την έφεση που ασκή­θη­κε.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.