ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στον Μπομπ Ντίλαν το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το 2016

news room 1 λεπτό ανάγνωση
900

Το Νο­μπέλ Λο­γο­τε­χνί­ας για το 2016 απο­νε­μή­θη­κε από τη Σου­η­δι­κή Ακα­δη­μία στον Μπομπ Ντί­λαν.

Η Ακα­δη­μία ανέ­φε­ρε πως ο μου­σι­κός και συγ­γρα­φέ­ας έχει «δη­μιουρ­γή­σει νέες μορ­φές ποι­η­τι­κής έκ­φρα­σης μέσα στη σπου­δαία αμε­ρι­κα­νι­κή μου­σι­κή πα­ρά­δο­ση».

Ο αντα­γω­νι­σμός για το φε­τι­νό βρα­βείο ήταν με­γά­λος, καθώς πολλά με­γά­λα ονό­μα­τα ήταν ανά­με­σα στα «φα­βο­ρί» για το πο­λυ­πό­θη­το βρα­βείο.Ήδη τα «στοι­χή­μα­τα» για τον νι­κη­τή του πο­λυ­πό­θη­του βρα­βεί­ου έχουν «πάρει φωτιά», με τον λο­γο­τε­χνι­κό κόσμο να πε­ρι­μέ­νει με ανυ­πο­μο­νη­σία την ανα­κοί­νω­ση του με­γά­λου νι­κη­τή.

«Αναμ­φί­βο­λα οι στί­χοι μου είχαν το θάρ­ρος να θί­ξουν θέ­μα­τα που δεν είχε θίξει κα­νείς ως τότε•» έχει πει ο ίδιος, «ωστό­σο, αν το μόνο ση­μα­ντι­κό στα τρα­γού­δια μου ήταν οι στί­χοι τους, τότε γιατί ο σπου­δαί­ος rock ‘n’ roll κι­θα­ρί­στας Duane Eddy ηχο­γρά­φη­σε ένα άλ­μπουμ με ορ­γα­νι­κές εκτε­λέ­σεις τους; Οι μου­σι­κοί ήξε­ραν πά­ντο­τε ότι τα τρα­γού­δια μου δεν ήταν μόνο στί­χοι, αλλά οι πε­ρισ­σό­τε­ροι άν­θρω­ποι δεν είναι μου­σι­κοί». Μήπως και ο ίδιος θε­ω­ρεί την λο­γο­τε­χνι­κή του δη­μιουρ­γία άρ­ρη­κτα δε­μέ­νη με τη μου­σι­κή;

Πά­ντως ένα είναι το γε­γο­νός: πως ο Ρό­μπερτ Άλλεν Ζίμ­μερ­μαν όπως ήταν το πραγ­μα­τι­κό του όνομα, ο Μπομπ Ντί­λαν, αυτός ο πολύ με­γά­λος μου­σι­κός, στι­χουρ­γός και ποι­η­τής, επη­ρέ­α­σε όσο λίγοι την σύγ­χρο­νη μου­σι­κή αλλά και τη σκέψη όσων με­γά­λω­σαν ή προ­βλη­μα­τί­στη­καν με τα τρα­γού­δια του. Δεν ήταν λίγες οι φορές τα προη­γού­με­να χρό­νια που το όνομά του είχε ακου­στεί για το Νό­μπελ, χωρίς κα­νείς  να εκ­πλήσ­σε­ται.

«Γεν­νή­θη­κα την Άνοι­ξη του 1941.» γρά­φει ο ίδιος στην αυ­το­βιο­γρα­φία του. «Ο Δεύ­τε­ρος Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος μαι­νό­ταν ήδη στην Ευ­ρώ­πη και σύ­ντο­μα θα έμπαι­νε σ’ αυτόν και η Αμε­ρι­κή…Αν είχες γεν­νη­θεί εκεί­νη πε­ρί­που την εποχή ή αν ήσουν ενή­λι­κας και είχες τα μάτια σου ανοι­χτά, μπο­ρού­σες να νιώ­σεις τον παλιό κόσμο να φεύ­γει και έναν και­νούρ­γιο να παίρ­νει την θέση του. Ήταν σαν να γύ­ρι­ζες το χρόνο πίσω στην εποχή της γέν­νη­σης του Χρι­στού, τότε που το π.Χ. έγινε μ.Χ.. Ο Χί­τλερ, ο Τσόρ­τσιλ, ο Μου­σο­λί­νι, ο Στά­λιν, ο Ρού­σβελτ ήταν επι­βλη­τι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες, που αντί­στοι­χες τους δεν είχε γνω­ρί­σει ποτέ ξανά ο κό­σμος, ήταν άν­θρω­ποι οι οποί­οι στη­ρί­ζο­νταν στις δικές τους απο­φά­σεις και ό,τι ήθελε προ­κύ­ψει. Ο κα­θέ­νας τους ήταν έτοι­μος να ενερ­γή­σει μόνος του, αδια­φο­ρώ­ντας για την έγκρι­ση του κό­σμου, για τα πλού­τη ή την αγάπη. Πήραν τις τύχες της αν­θρω­πό­τη­τας στα χέρια τους και με­τέ­τρε­ψαν τον κόσμο σε θρύ­ψα­λα».

Ως μα­θη­τής γυ­μνα­σί­ου άρ­χι­σε να παί­ζει φυ­σαρ­μό­νι­κα, πιάνο και κι­θά­ρα, ενώ συμ­με­τεί­χε για πρώτη φορά σε συ­γκρό­τη­μα, τους Golden Chords ερ­μη­νεύ­ο­ντας τρα­γού­δια των Τσακ Μπέρι και Λιτλ Ρί­τσαρντ, με έμ­φα­ση στη ροκ εν ρολ, κά­ντρι, φολκ και μπλουζ μου­σι­κή. Το 1959 φοί­τη­σε στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Μι­νε­ά­πο­λης. Εκεί άκου­σε για πρώτη φορά την μου­σι­κή του φολκ θρύ­λου Γού­ντι Γκά­θρι, έγινε λά­τρης του και απο­φά­σι­σε να τον συ­να­ντή­σει. Για το σκοπό αυτό πα­ρά­τη­σε τις σπου­δές του και έφτα­σε στη Νέα Υόρκη, την μη­τρό­πο­λη της μου­σι­κής αλλά και το μέρος που μπο­ρού­σε να συ­να­ντή­σει το ίν­δαλ­μά του.

Ο Γκά­θρι, που νο­ση­λευό­ταν σε νο­σο­κο­μείο, έχρι­σε τον νεαρό θαυ­μα­στή του από τη Μι­νε­σό­τα διά­δο­χό του. Εν τω με­τα­ξύ, ο Ρό­μπερτ Ζίμ­μερ­μαν με­το­νο­μά­στη­κε σε Μπομπ Ντί­λαν. Κατά μία εκ­δο­χή, αυτό οφεί­λε­ται στην επιρ­ροή από τον Ουαλό ποι­η­τή Ντί­λαν Τόμας, ο οποί­ος πέ­θα­νε στην Νέα Υόρκη το 1953, στα 39 του χρό­νια, από υπερ­βο­λι­κή χρήση οι­νο­πνευ­μα­τω­δών και με αυτό το όνομα, πέρα από μου­σι­κός κα­θιε­ρώ­θη­κε και ως ποι­η­τής-στι­χουρ­γός. Η δική του εκ­δο­χή είναι απο­κα­λυ­πτι­κή:

Ντί­λαν Τόμας, ο αλη­θι­νός ποι­η­τής

«Αυτό που σκό­πευα να κάνω αμέ­σως μόλις έφυγα από το σπίτι μου ήταν να υιο­θε­τή­σω το όνομα Ρό­μπερτ Αλαν… Εμοια­ζε με όνομα σκω­τσέ­ζου βα­σι­λιά και μου άρεσε. Αυτό το όνομα πε­ριεί­χε σχε­δόν όλα όσα ήμουν εγώ. Κάτι που με μπέρ­δε­ψε κάπως ήταν ένα άρθρο που διά­βα­σα λίγο αρ­γό­τε­ρα στο πε­ριο­δι­κό Downbeat για ένα σα­ξο­φω­νί­στα της Δυ­τι­κής Ακτής ονό­μα­τι David Allyn. Υπο­πτευό­μουν ότι ο τύπος είχε αλ­λά­ξει την ορ­θο­γρα­φία από Allen σε Allyn και κα­τα­λά­βαι­να το λόγο. Με το y το όνομα έμοια­ζε πιο εξω­τι­κό, πιο αι­νιγ­μα­τι­κό. Αυτό θα έκανα και εγώ. Αντί για Robert Allen, θα ήμουν ο Robert Allyn. Λίγο αρ­γό­τε­ρα, ωστό­σο, εντε­λώς ανα­πά­ντε­χα, έπεσα πάνω σε με­ρι­κά ποι­ή­μα­τα του Dylan Thomas. Το Dylan και το Allyn έμοια­ζαν ηχη­τι­κά. Robert Dylan. Robert Allyn. Δεν μπο­ρού­σα να απο­φα­σί­σω – το γράμ­μα D ακου­γό­ταν πιο έντο­να. To Robert Dylan όμως δεν έδει­χνε και δεν ακου­γό­ταν τόσο καλά όσο το Robert Allyn. Ο κό­σμος με φώ­να­ζε πά­ντο­τε ή Robert ή Bobby αλλά το Bobby Dylan μού ακου­γό­ταν πολύ επι­πό­λαιο, και επι­πλέ­ον υπήρ­χε ήδη ένας Bobby Darin, ένας Bobby Vee, ένας Bobby Rydell, ένας Bobby Neely και ένα σωρό άλλοι Bobbys. Το Bob Dylan όμως έδει­χνε και ακου­γό­ταν κα­λύ­τε­ρο από το Bob Allyn. Την πρώτη φορά που με ρώ­τη­σαν το όνομά μου στις Δί­δυ­μες πό­λεις (Μι­νε­ά­πο­λις και Σεν Πολ), εν­στι­κτω­δώς και αυ­τό­μα­τα, χωρίς να το σκε­φτώ κα­θό­λου, απά­ντη­σα απλώς “Bob Dylan”».

AdTech Ad

Το 1960 άρ­χι­σε να παί­ζει σε διά­φο­ρους μου­σι­κούς χώ­ρους, με το νέο του όνομα και έχο­ντας ως μου­σι­κό πρό­τυ­πο τον Γκά­θρι. Τρα­γου­δού­σε σε πλα­τεί­ες και folk bars στην πε­ριο­χή του Γκρί­νου­ϊτς Βί­λατζ. Ο γνω­στός μου­σι­κός δη­μο­σιο­γρά­φος Ρό­μπερτ Σέλ­τον έγρα­ψε γι’ αυτόν: “Αυτό το αγόρι, μια δια­σταύ­ρω­ση παι­διού του κα­τη­χη­τι­κού και μπήτ­νικς έχει με­γά­λο τα­λέ­ντο”. Σύ­ντο­μα, ο Ντί­λαν υπέ­γρα­ψε συμ­βό­λαιο με την πο­λυ­ε­θνι­κή δι­σκο­γρα­φι­κή εται­ρεία Κο­λού­μπια. Μέχρι σή­με­ρα ηχο­γρα­φεί στην ίδια εται­ρεία.

Δεν ήθελε να βγά­λει σι­γκλά­κια

«Αγω­νιού­σα για να βγάλω δίσκο» ση­μειώ­νει ο ίδιος, αλλά δεν ήθελα να βγάλω σι­γκλά­κια, σα­ρα­ντα­πε­ντά­ρια, σαν τα τρα­γού­δια που έπαι­ζε το ρα­διό­φω­νο. Οι τρα­γου­δι­στές της φολκ, οι καλ­λι­τέ­χνες της τζαζ και οι μου­σι­κοί της κλα­σι­κής έκα­ναν LP, δί­σκους μα­κράς διαρ­κεί­ας με πολλά τρα­γού­δια στις δύο πλευ­ρές• αυτοί οι δί­σκοι μπο­ρού­σαν να σφυ­ρη­λα­τή­σουν την μο­να­δι­κό­τη­τα του καλ­λι­τέ­χνη και να επη­ρε­ά­σουν τον κόσμο, έδι­ναν μία πιο ολο­κλη­ρω­μέ­νη ει­κό­να…Ούτως ή άλλως δεν είχα κα­νέ­να τρα­γού­δι στο ρε­περ­τό­ριό μου για το εμπο­ρι­κό ρα­διό­φω­νο. Τα τρα­γού­δια για διε­φθαρ­μέ­νους λα­θρέ­μπο­ρους ουί­σκι, για μα­νά­δες που πνί­γουν τα ίδια τους τα παι­διά, για Κά­ντι­λακ που καίνε το γα­λό­νι στα πέντε μίλια, για πλημ­μύ­ρες, για εμπρη­σμούς στα γρα­φεία των συν­δι­κά­των, για το ζο­φε­ρό σκο­τά­δι και τα πτώ­μα­τα στο βυθό των πο­τα­μών, δεν έκα­ναν για τους φί­λους του ρα­διο­φώ­νου. Tα φoλκ που έλεγα εγώ δεν είχαν τί­πο­τα ξέ­νοια­στο. Δεν ήταν φι­λι­κά και με­λι­στά­λα­χτα. Δεν ήταν σαν τα κύ­μα­τα που γλύ­φουν απαλά την ακτή…Το ύφος μου ήταν πολύ αλ­λο­πρό­σαλ­λο για να τα­ξι­νο­μη­θεί στο ρα­διό­φω­νο, και για μένα τα τρα­γού­δια ήταν πιο ση­μα­ντι­κά από την ανά­λα­φρη ψυ­χα­γω­γία».

Ο Ντί­λαν είναι η νέα φωνή της Αμε­ρι­κής, είναι η δια­μαρ­τυ­ρία, η άρ­νη­ση, η αμ­φι­σβή­τη­ση, η επα­νά­στα­ση. Αυτός όμως αρ­νεί­ται τον ρόλο της φωνής του κι­νή­μα­τος. Εγκα­τα­λεί­πει τα τρα­γού­δια δια­μαρ­τυ­ρί­ας και επη­ρε­α­σμέ­νος από τους με­γά­λους συμ­βο­λι­στές ποι­η­τές (Μπω­ντλαίρ, Ρεμπώ και κυ­ρί­ως τον Τ. Σ. Έλιοτ) δη­μιουρ­γεί πο­λύ­πλο­κα ροκ ποι­ή­μα­τα. Κυ­κλο­φο­ρεί τρεις ορια­κούς, με­γά­λους δί­σκους, που κα­θο­ρί­ζουν την ιστο­ρία της ροκ, όπως τον θρυ­λι­κό Highway 61 Revisited,με ιστο­ρι­κά κομ­μά­τια όπως τα Like A Rolling Stone, Ballad For A Thin Man, Desolation Row, τον Bringing it all back homeδί­σκος που ση­μα­το­δό­τη­σε τη στρο­φή του στο ηλε­κτρι­κό μπλουζ, τον Blonde on Blonde, ένα κα­τα­πλη­κτι­κό διπλό άλ­μπουμ, με πολλά αυ­το­βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία. O 25χρο­νος Ντί­λαν έχει πάνω από 10.000.000 πω­λή­σεις δί­σκων. Γί­νε­ται ση­μαία, ροκ λά­βα­ρο.

Το 1965 απο­τε­λεί έτος ορό­ση­μο. Η ροκ μου­σι­κή αμ­φι­σβη­τεί διαρ­κώς το κα­τε­στη­μέ­νο, κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό. Μια μου­σι­κή μό­νι­μης και διαρ­κούς αμ­φι­σβή­τη­σης. Το κα­λο­καί­ρι του 1965 ένα δικό του τρα­γού­δι, το Mr. Tambourine Man γί­νε­ται με­γά­λη επι­τυ­χία.

Στις 22 Νο­εμ­βρί­ου του ίδιου έτους σε δια­κο­πές στην Ισπα­νία πα­ντρεύ­ε­ται την Σάρα Λό­ουντς. Κά­νουν μαζί 4 παι­διά. Ο Ντί­λαν υιο­θέ­τη­σε επί­σης την κόρη της Σάρα από τον προη­γού­με­νό της γάμο.

Ο αιώ­νιος έφη­βος

Το 1992 γιορ­τά­ζει τα 30 χρό­νια επί σκη­νής με κα­λε­σμέ­νους όλους τους πα­λιούς του φί­λους. Κάνει πα­γκό­σμια πε­ριο­δεία, έρ­χε­ται μά­λι­στα και στην Ελ­λά­δα στις 14 Ιου­νί­ου του 1993. Όλα αυτά τα χρό­νια δε­κά­δες καλ­λι­τέ­χνες δια­φό­ρων μου­σι­κών ειδών δια­σκευά­ζουν τα τρα­γού­δια του. Όμως, η πηγή της έμπνευ­σης του Ντί­λαν δεν στέ­ρε­ψε. Συ­νε­χί­ζει να βγά­ζει με­γά­λους δί­σκους και να θυ­μί­ζει ότι υπάρ­χει ως ενερ­γός δη­μιουρ­γός.

Το 1997 κυ­κλο­φο­ρεί το Time Out of Mind, γραμ­μέ­νο πριν και μετά από μια με­γά­λη πε­ρι­πέ­τεια υγεί­ας με την καρ­διά του. Ένας δί­σκος κλά­σης,που φέρει την υπο­γρα­φή του ίδιου του Ντί­λαν (Love Sick, Dirt Road Blues, Tryin’ to get to heaven, Cold Irons Bound, Can’t Wait) αλλά πα­ράλ­λη­λα ένας σύγ­χρο­νος δί­σκος που πε­τυ­χαί­νει και εμπο­ρι­κά. Το Time Out of mind σα­ρώ­νει τα βρα­βεία Grammy, ανοί­γο­ντας μια πε­ρί­ο­δο από­δο­σης τιμών. Τα επό­με­να χρό­νια βρα­βεύ­ε­ται από τον βα­σι­λιά της Σου­η­δί­ας, προ­τεί­νε­ται για το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνί­ας και παίρ­νει το Βρα­βείο Όσκαρ για το τρα­γού­δι Things have changed. Ο δί­σκος του, Love and Theft, κυ­κλο­φό­ρη­σε στις 11 Σε­πτεμ­βρί­ου του 2001, την ίδια ημέρα των τρο­μο­κρα­τι­κών επι­θέ­σε­ων της Αλ Κάι­ντα στους Δί­δυ­μους Πύρ­γους της Νέας Υόρ­κης και στο αμε­ρι­κα­νι­κό Πε­ντά­γω­νο.

Ο Ντί­λαν επι­βε­βαιώ­νει ότι δια­νύ­ει μια ακόμη εφη­βεία, συμ­με­τέ­χο­ντας σε ται­νί­ες, δια­φη­μι­στι­κά, κυ­κλο­φο­ρώ­ντας νέους αξιό­λο­γους δί­σκους, όπως τον Modern Times (2006), τον Together Through Life (2009) και τον Christmas In The Heart, την ίδια χρο­νιά. Και φυ­σι­κά πε­ριο­δεύ­ει ανά τον κόσμο σε μια “Never Ending Tour”, η οποία ξε­κί­νη­σε από το 1988 και συ­νε­χί­ζε­ται μέχρι και σή­με­ρα. Ση­μα­ντι­κό του επί­σης δη­μιούρ­γη­μα είναι ο πρώ­τος τόμος της αυ­το­βιο­γρα­φί­ας του με τίτλο Chronicles.

Αντι­γό­νη Κα­ρα­τά­σου

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.