ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Στην Ελλάδα βρήκαμε την πατρίδα μας- Η Πάτμος έγινε σπίτι μας”

news room 4 λεπτά ανάγνωση
Μπάρμπαρα Χόφμαν - Τιλ Στέρτσενμπαχ

Η παρά­σταση «Κλυ­ται­μνή­στρα: “Είσαι ευτυ­χι­σμέ­νος τώρα νεκρέ Αγα­μέ­μνων;”» που θα παρου­σια­στεί τρεις βραδιές (19, 20, 21 του μηνός) στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακο­γιάν­νης, έχει διπλό ενδια­φέ­ρον. Δεν είναι μόνο ότι ανήκει στη συλλογή μονο­λό­γων της πολυ­δια­βα­σμέ­νης Κρι­στίνε Μπρί­κνερ, αλλά και γιατί η Μπάρ­μπαρα Χόφμαν και ο Τιλ Στέρ­τσεν­μπαχ που την σκη­νο­θε­τούν, είναι δυο Γερ­μα­νοί καλ­λι­τέ­χνες που διά­λε­ξαν εδώ και χρόνια την Ελλάδα για βάση τους. Η Πάτμος έγινε σπίτι τους και το κέντρο των πολι­τι­στι­κών ανη­συ­χιών τους.

Εκεί εδρεύει η Μη Κερ­δο­σκο­πική Πολι­τι­στική Εται­ρεία «ΤΕΧΝΗ» που ξεκί­νη­σαν η ηθο­ποιός και σκη­νο­θέ­τις Μπάρ­μπαρα Χόφμαν – Χαλι­κιο­πού­λου με τον Ελληνα σύζυγό της Γιάννη Χαλι­κιό­πουλο πριν από 20 χρόνια. Μετά τον θάνατό του το 1999, εκείνη συνε­χί­ζει μόνιμα πια στο νησί και από το 2003 ακόμη πιο δυνα­μικά με τον παλιό συμ­φοι­τητή της από το Μόναχο, Τιλ Στέρ­τσεν­μπαχ. Αφησαν μια στρωτή καριέρα στο Παρίσι και εκείνος αντί­στοιχα στη Γερ­μα­νία, για να στέλ­νουν τη θεα­τρική τέχνη στα νησιά του Αιγαίου.

Η ερώτηση είναι εύλογη: πόσο εύκολα αφήνεις τα πάντα πίσω σου επι­λέ­γο­ντας ένα ελλη­νικό νησί, και μαζί την αβε­βαιό­τητα μιας νέας χώρας και καλ­λι­τε­χνι­κής βάσης; Σπου­δά­ζο­ντας τη δρα­μα­τική τέχνη, η Μπάρ­μπαρα Χόφμαν ήθελε να δει τα μέρη που έζησαν η Κλυ­ται­μνή­στρα, η Ηλέκτρα, η Αντι­γόνη, ο Ορέστης, η Ιφι­γέ­νεια, ο Αίγι­σθος. «Το 1962 ταξί­δεψα σε όλη την Ελλάδα, στις Μυκήνες, στους Δελφούς, στην Επί­δαυρο και σε άλλα σημα­ντικά μέρη και περ­πα­τώ­ντας στην ελλη­νική γη, το συναί­σθημα ήταν βαθύ. Είχα βρει την πατρίδα μου».

Σαν έμεινε μόνιμα, η ελλη­νική πραγ­μα­τι­κό­τητα συν­δέ­θηκε και με τη γρα­φειο­κρα­τία. «Ποτέ δεν είναι επι­τυ­χη­μένη η πρώτη προ­σπά­θεια όταν χρειά­ζε­σαι ένα επίσημο έγγραφο. Χρειά­ζο­νται τόσες σφρα­γί­δες, τόσο χαρτί. Οι εργάτες λένε συνεχώς “αύριο”. Πρέπει λοιπόν να μάθεις έναν νέο τρόπο ζωής που έχει την υπομονή και το αύριο». Μαζί με αυτά όμως, έμαθε και την αγάπη του κόσμου στο νησί. «Η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν μια συρραφή ποι­η­μά­των του Ρίτσου. Η απορία των Ελλήνων ήταν: “μα πώς μια Γερ­μα­νίδα ασχο­λεί­ται με τον Ρίτσο; Τι ξέρει;”. Προ­σπά­θησα να βρω έργα του μετα­φρα­σμένα στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερ­μα­νικά, αλλά δούλεψα και με το πρω­τό­τυπο κείμενο. Ετσι η πρώτη μου δουλειά στην Ελλάδα ήταν σε τέσ­σε­ρις γλώσσες, όπως τετρά­γλωσση και η “Απο­κά­λυψη” στον βράχο της Καλι­κα­τσού για τα 1900 χρόνια από τη συγ­γραφή της Απο­κά­λυ­ψης του Αγίου Ιωάννη. Το καλο­καίρι η Πάτμος είναι πολύ διεθνής και το κοινό παρα­κο­λου­θεί τη δουλειά μου. Αρχί­σαμε να δου­λεύ­ουμε με ερα­σι­τέ­χνες κάνο­ντας μαθή­ματα ανα­πνοής, αυτο­σχε­δια­σμού, τοπο­θέ­τη­σης της φωνής κ.λπ. και στα­διακά, οι “ερα­σι­τέ­χνες” έγιναν “ηθο­ποιοί”».

«Αισθα­νό­μα­στε σεβασμό»

Ο «Μικρός Πρί­γκι­πας» ανέβηκε με παιδιά, «ευτυ­χι­σμένα και ευγνώ­μονα» όπως περι­γρά­φει. Ανέ­βη­καν όμως και έργα των: Ρίλκε, Ευρι­πίδη, Κάφκα, ανα­γνώ­σεις ποι­η­μά­των του Καβάφη, Γκαίτε, Σίλερ, Μπρεχτ. «Αισθα­νό­μα­στε σεβασμό από τον κόσμο της Πάτμου». Ωστόσο η κρίση έφερε αλλαγές. «Το θέατρο δεν έχει τόση σημασία πια. Ξαφνικά φαί­νε­ται να προ­τι­μούν τους ελλη­νι­κούς χορούς και την ελλη­νική μουσική περισ­σό­τερο από πριν».

Κλυ­ται­μνή­στρα χωρίς προ­κα­τα­λή­ψεις

Από όλες τις ηρωίδες στη συλλογή μονο­λό­γων της Μπρί­κνερ διά­λε­ξαν την Κλυ­ται­μνή­στρα γιατί όπως λέει: «Οταν έχεις δει τις Μυκήνες, μπορείς να κατα­λά­βεις τη ζωή της μέσα στους ψυχρούς τοίχους, μια ζωή σαν φυλακή, περι­μέ­νο­ντας για δέκα χρόνια τον σύζυγό της, ο οποίος όταν γυρίζει πίσω φέρνει μαζί του και μια νέα ερωμένη, την Κασ­σάν­δρα. Είναι πάρα πολύ για αυτήν! Σκο­τώ­νει την Κασ­σάν­δρα και τον Αγα­μέ­μνονα. Δεν δικαιο­λογώ τον φόνο, αλλά κατανοώ τη ζωή της Κλυ­ται­μνή­στρας με έναν μοντέρνο τρόπο. Η Μπρί­κνερ έχει αφαι­ρέ­σει τις προ­κα­τα­λή­ψεις απέ­να­ντι στον μύθο».

Γιος του διά­ση­μου ηθο­ποιού του θεάτρου και του κινη­μα­το­γρά­φου Μπένο Στέρ­τσεν­μπαχ και της Κέτε Ντίτριχ, τρα­γου­δί­στριας της όπερας, ο Τιλ Στέρ­τσεν­μπαχ έφτασε στην Πάτμο έπειτα από 43 χρόνια καριέ­ρας σε μεγάλες θεα­τρι­κές σκηνές στη Γερ­μα­νία, σημα­ντι­κούς ρόλους σε μεγάλα έργα (Σοφο­κλής, Ευρι­πί­δης, Γκαίτε, Σαίξπηρ) αλλά και σε τηλε­ο­πτι­κές και ραδιο­φω­νι­κές παρα­γω­γές, σε μια εποχή που στον τόπο του ανθούν οι νέες ιδέες στο θέατρο. «Συμ­πτω­μα­τικά ξανα­συ­νά­ντησα την Μπάρ­μπαρα έπειτα από σαράντα χρόνα στο θέατρο του Ντάρμ­σταντ τον χειμώνα του 2001. Σπου­δά­ζαμε μαζί το 1961-63 στην Otto Falckenberg Academie στο Μόναχο. Με κάλεσε το επόμενο καλο­καίρι για δια­κο­πές στην Πάτμο, μετά τον θάνατο της γυναί­κας μου. Ερω­τεύ­τηκα και την Μπάρ­μπαρα και την Πάτμο, όπως και τη δουλειά που έκανε με την ερα­σι­τε­χνική ομάδα. Αμέσως ανα­κα­λύ­ψαμε ότι μπο­ρούμε να συνερ­γα­στούμε πολύ καλά, έτσι το 2005 μετα­κό­μισα στο νησί έπειτα από τη συντα­ξιο­δό­τησή μου και συνε­χίζω να δουλεύω για το θέατρο και ως ηθο­ποιός, αλλά και ως σκη­νο­θέ­της πια».

Τα πρώτα χρόνια δεν ένιωσε καμία εχθρό­τητα ως ξένος, πολύ περισ­σό­τερο ως Γερ­μα­νός. Τώρα θεωρεί φυσιο­λο­γική την αλλαγή τους. «Ολοι, με έναν τρόπο, είμαστε θύματα της πολι­τι­κής των κυβερ­νή­σεών μας. Και η τηλε­ό­ραση δεν βοηθάει. Εχει μεγάλη επιρροή στον κόσμο. Είναι κρίμα που σε κάποιες περι­πτώ­σεις, έχει αλλάξει η σχέση που είχαμε με πρώην φίλους Ελληνες. Μερικές φορές μας απο­κα­λούν “βάρ­βα­ρους” ή “φράου Μέρκελ” κι αυτό μας πλη­γώ­νει. Πότε πότε η Μπάρ­μπαρα σκέ­φτε­ται ότι ίσως θα έπρεπε να φύγουμε».

Επι­μέ­νουν ωστόσο στην απο­κέ­ντρωση. Την «Κλυ­ται­μνή­στρα» για παρά­δειγμα την έφτασαν ώς την Κάλυμνο, την Αστυ­πά­λαια, την Κάρπαθο, ενώ το «Ο θάνατος και η κόρη» στο Αγα­θο­νήσι, στους Λειψούς κ.α. «Θα θέλαμε να δου­λέ­ψουμε και στις κεντρι­κές σκηνές της Αθήνας αν είχαμε την ευκαι­ρία. Με την “Κλυ­ται­μνή­στρα” με την Ευαγ­γε­λία Βαλσαμά, μια ηθοποιό με πολύ ταλέντο, αρχί­ζουμε να δου­λεύ­ουμε μόνο με επαγ­γελ­μα­τίες ηθο­ποιούς. Η δουλειά με ερα­σι­τέ­χνες είναι πάρα πολύ δύσκολη, επειδή δεν τους αρέσει πια όταν τα πράγ­ματα δυσκο­λεύ­ουν. Χρειά­ζε­ται πάθος. Ελπί­ζουμε ότι το “Είσαι ευτυ­χι­σμέ­νος τώρα νεκρέ Αγα­μέ­μνων;” θα αρέσει στο κοινό της Αθήνας και να συνε­χί­σουμε να δου­λεύ­ουμε στην Ελλάδα».

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.