Τοπικές Ειδήσεις

Το πόρισμα «φωτιά» για την στατικότητα του κτηρίου στον Ζέφυρο

• Η έκθεση της «Engineering Σύμβουλοι Μηχανικοί ΕΠΕ» περιγράφει ευαλωτότητα σε επερχόμενο σεισμικό γεγονός και θέτει ως εναλλακτική τη λύση κατεδάφισης και ανακατασκευής, ενώ ο τριτοβάθμιος έλεγχος από τον ΟΑΣΠ ανοίγει κύκλο κόστους περίπου 100.000 ευρώ και χρονοδιαγράμματος με 6 μήνες μόνο για την προκήρυξη, την ώρα που εργαζόμενοι καταγγέλλουν έλλειψη σχεδίου μεταστέγασης και απουσία εγγράφου που να επιβάλλει μετακίνηση για λόγους ασφάλειας

Η υπόθεση του κτηρίου στον Ζέφυρο δεν εξελίσσεται πια σαν μια συνηθισμένη ιστορία παλαιότητας και συντήρησης. Μετά το πόρισμα που έφερε στο φως της δημοσιότητας η «δημοκρατική» αν χρειάζονται μερεμέτια ή αν μπορεί να κερδηθεί χρόνος με μικρές παρεμβάσεις. Το ερώτημα είναι αν ένα κτήριο που εξυπηρετεί καθημερινά πολίτες και στεγάζει δεκάδες υπηρεσιακές λειτουργίες μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται με τους ίδιους όρους, όταν οι τεχνικές αξιολογήσεις μιλούν για σοβαρή αδυναμία απέναντι σε ισχυρό σεισμό και όταν το ενδεχόμενο κατεδάφισης μπαίνει πλέον επίσημα στο τραπέζι ως ρεαλιστική λύση.
Ταυτόχρονα, όσο οι τεχνικές εκτιμήσεις σκληραίνουν, τόσο μεγαλώνει και η πίεση μέσα στις ίδιες τις υπηρεσίες.
Ο τριτοβάθμιος έλεγχος εμφανίζεται ως μονόδρομος θεσμικής επιβεβαίωσης, αλλά η διαδικασία θεωρείται χρονοβόλα και ακριβή, με κόστος περίπου 100.000 ευρώ και με 6 μήνες μόνο για την ολοκλήρωση της προκήρυξης.
Σε αυτό το χρονικό κενό, οι εργαζόμενοι δεν περιμένουν απλώς το επόμενο έγγραφο.
Περιμένουν ένα ξεκάθαρο σχέδιο, γιατί η αγωνία δεν αφορά μόνο το κτήριο. Αφορά τη συνέχεια της λειτουργίας, την ασφάλεια και το πού θα πάνε οι υπηρεσίες, κυρίως η ΔΟΥ Ρόδου, σε μια στιγμή που, όπως τονίζουν, δεν υπάρχει τεκμηριωμένο έγγραφο αρμόδιου φορέα που να βεβαιώνει ότι η μεταστέγαση επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας.
Από τον δευτεροβάθμιο έλεγχο σε συμπεράσματα που αλλάζουν τη συζήτηση
Ο δευτεροβάθμιος έλεγχος που έγινε κατόπιν ενεργειών των τεχνικών υπηρεσιών της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, είχε ήδη λειτουργήσει ως προειδοποίηση. Δεν επρόκειτο για τυπική διαδικασία. Το κτήριο είναι παλαιάς κατασκευής, ανεγέρθηκε σε εποχή διαφορετικών αντισεισμικών κανόνων, ενώ οι μακροσκοπικές εκτιμήσεις κατέγραφαν ενδείξεις επιδείνωσης της δομικής ακεραιότητας. Η εικόνα κόπωσης, οι φθορές και τα σημάδια γήρανσης ήταν αυτά που οδήγησαν στη συνέχιση των ελέγχων.
Η έκθεση της «Engineering Σύμβουλοι Μηχανικοί ΕΠΕ» αποτυπώνει σε τεχνική γλώσσα αυτό που για πολλούς είχε γίνει φόβος. Στο κείμενο αναφέρεται ρητά ότι οι φορείς του κτηρίου κατατάσσονται σε σεισμική κατηγορία Κ3 και ότι θεωρούνται ευάλωτοι σε επερχόμενο σεισμικό γεγονός. Το απόσπασμα είναι σαφές και αυτούσιο:
«Οι δύο φορείς κατατάσσονται στην σεισμική κατηγορία Κ3 με υπεκρίσιμο στοιχείο τρωτότητας και θεωρούνται ευάλωτοι σε ένα επερχόμενο σεισμικό γεγονός και προτείνεται ο αναλυτικός έλεγχος επάρκειας μελέτη ενίσχυσης.»
Πίσω από αυτή τη διατύπωση κρύβεται η πιο δύσκολη πραγματικότητα. Όταν ένα κτήριο χαρακτηρίζεται ευάλωτο, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι ο τρόπος που δουλεύουν καθημερινά δημόσιοι υπάλληλοι, η ασφάλεια των πολιτών που προσέρχονται, η ευθύνη όσων λαμβάνουν αποφάσεις και η πίεση του χρόνου σε μια σεισμικά ενεργή χώρα.
Η κατεδάφιση ως εναλλακτική που προκρίνεται έναντι της οικονομικά ασύμφορης ενίσχυσης
Το καθοριστικό στοιχείο της έκθεσης είναι ότι δεν στέκεται μόνο στο τεχνικό κομμάτι. Μπαίνει καθαρά και στο οικονομικό. Η ενίσχυση του υφιστάμενου φέροντος οργανισμού, ειδικά όταν μιλάμε για εκτεταμένες παρεμβάσεις, δεν είναι απλή επισκευή.
Είναι έργο υψηλού ρίσκου, με εργοτάξιο, παύσεις λειτουργίας, μετακινήσεις υπηρεσιών και τελικά ανάγκη να αποδειχθεί ότι το ενισχυμένο κτήριο ανταποκρίνεται σε σύγχρονες σεισμικές απαιτήσεις.
Το ίδιο το κείμενο της «Engineering Σύμβουλοι Μηχανικοί ΕΠΕ» βάζει όρια με βάση αναθεωρημένα κριτήρια και δείκτες κόστους, αναφέροντας αυτούσια:
«Βάση των σημερινών συνθηκών θα πρέπει η οριακή τιμή να αναθεωρηθεί σε 0.7 ή 0,6.»
Και αμέσως μετά περιγράφει πότε η ενίσχυση παύει να είναι επιλογή και πότε περνά μπροστά η κατεδάφιση και ανακατασκευή:
«Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα κριτήρια, τιμές d < 0,6 αντιστοιχούν σε οικονομικά αποδεκτή επέμβαση, τιμές 0,6 < d ≤ 0,7 σε οριακά αποδελτή επέμβαση, ενώ για d > 0,7 η ενίσχυση θεωρείται οικονομικά μη αποδεκτή και προκρίνεται η λύση κατεδάφισης και ανακατασκευής.»
Η λέξη που βαραίνει περισσότερο εδώ είναι το «προκρίνεται». Δεν παρουσιάζεται ως θεωρητικό σενάριο, αλλά ως επιλογή που κερδίζει έδαφος όταν τα νούμερα δεν βγαίνουν. Και η έκθεση δένει το συμπέρασμα με το κανονιστικό πλαίσιο, παραπέμποντας στον ΚΑΝ ΕΠΕ και σημειώνοντας αυτούσια ότι, δεδομένων των παραδοχών για το εξεταζόμενο κτήριο, πρέπει να εξεταστεί ως εναλλακτική λύση η κατεδάφιση και ανέγερση νέου κτηρίου. Το απόσπασμα καταγράφεται ως εξής:
«Σύμφωνο με την παράγραφο §10, 1, 5 του ΚΑΝ ΕΠΕ όπου αναφέρεται ότι “Στις προτάσεις επεμβάσεων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η επιδιώκομενη στάθμη επιτελεστικότητας, το εφικτόν των επεμβάσεων και η οικονομικότατά τους σε σχέση με το σύνολο του κόστους της καθαίρεσης και ανακατασκευής ταυ δομήματος, και δεδομένου ότι για το εξεταζόμενο κτήριο προκύπτει με τη συντηρητική παραδοχή, εκτιμάται ότι θα πρέπει να εξεταστεί ως εναλλακτική λύση, έναντι της εφαρμογής ενισχύσεων στον υφιστάμενο Φέροντα Οργανισμό, η κατεδάφιση του υφιστάμενου κτηρίου και η ανέγερση νέου.»
Ο τριτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος, ο ΟΑΣΠ και το νέο κύμα ανησυχίας για χρόνο και κόστος
Παρά τα συμπεράσματα, η διαδικασία δεν θεωρείται ότι τελειώνει εδώ. Ο τριτοβάθμιος έλεγχος αναδεικνύεται ως το επόμενο βήμα που θα προσδώσει θεσμικό βάρος και θα κουμπώσει τις τεχνικές διαπιστώσεις με τις τελικές αποφάσεις. Η έκθεση το ξεκαθαρίζει απόλυτα, αναφέροντας αυτούσια:
«Σε κάθε περίπτωση αρμόδιος φορέας για την ιεραρχική βαθμονόμηση των κτηρίων για περαιτέρω τριτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο είναι ο ΟΑΣΠ»
Εδώ όμως προστίθεται ένας πρόσθετος λόγος ανησυχίας που πλέον κυριαρχεί στους διαδρόμους των υπηρεσιών.
Ο τριτοβάθμιος έλεγχος θεωρείται χρονοβόρα διαδικασία και υψηλού κόστους, περί τις 100.000 ευρώ. Και το πιο ανησυχητικό για τους εργαζόμενους δεν είναι μόνο το κόστος, αλλά ο χρόνος που απαιτείται ακόμη και πριν ξεκινήσει ουσιαστικά η διαδικασία. Μόνο για να ολοκληρωθεί η προκήρυξη απαιτούνται 6 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν η πολιτική βούληση υπάρχει, το σύστημα κινείται με ρυθμούς που δεν συμβαδίζουν με το άγχος της καθημερινής παρουσίας μέσα σε ένα κτήριο που χαρακτηρίζεται ευάλωτο.
Την ίδια στιγμή, οι δημόσιοι υπάλληλοι εκφράζουν φόβο και αγανάκτηση για ένα ακόμη σημείο. Δεν υπάρχει πλάνο για τη μεταστέγαση της υπηρεσίας τους, κυρίως της ΔΟΥ Ρόδου. Και επιπλέον επισημαίνουν ότι δεν υφίσταται έγγραφο αρμόδιου φορέα που να βεβαιώνει ότι απαιτείται για λόγους ασφάλειας η μεταστέγαση. Αυτή η λεπτομέρεια, σε μια χώρα όπου οι διαδικασίες συχνά κινούνται μόνο όταν υπάρχει συγκεκριμένο έγγραφο και συγκεκριμένη υπογραφή, γεννά το ερώτημα αν το σύστημα θα τρέξει εγκαίρως ή αν θα χαθεί χρόνος σε έναν λαβύρινθο υπηρεσιακών αλληλογραφιών.
Οι δημόσιες τοποθετήσεις και η πίεση της καθημερινότητας σε ένα κτήριο με εκατοντάδες επισκέπτες
Στον δημόσιο διάλογο, δύο φωνές έχουν αποτυπώσει τη διπλή πίεση, από τη μία την ανάγκη των διαδικασιών και από την άλλη τον κίνδυνο του εφησυχασμού. Ο Αναπληρωτής Περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου Αποστόλης Ασπράκης έχει περιγράψει ότι από τον Γενάρη του 2024 προκλήθηκαν πρωτοβάθμιος και δευτεροβάθμιος έλεγχος, ότι τα αποτελέσματα έδειξαν ανάγκη για τριτοβάθμιο έλεγχο από εγκεκριμένα συνεργεία του ΟΑΣΠ και ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να απομακρυνθούν οι υπηρεσίες από το κτήριο, ενώ αναζητούνται λύσεις για χώρο, ακόμη και με σκέψεις αξιοποίησης του παλαιού νοσοκομείου.
Από την πλευρά των εργαζομένων, ο πρόεδρος του Συλλόγου Εφοριακών Δωδεκανήσου Θεοδόσης Στεφανάκης έχει δηλώσει ότι η κατεδάφιση και ανέγερση νέου κτηρίου αποτελεί εξέλιξη προς τη σωστή κατεύθυνση και ότι είναι απαραίτητο να προχωρήσει ο τριτοβάθμιος έλεγχος και να ενημερωθούν όλες οι υπηρεσίες που στεγάζονται στο κτήριο ώστε να μη χαθεί χρόνος.
Πίσω από τις δηλώσεις, υπάρχει η ωμή αριθμητική της καθημερινότητας. Πάνω από 280 άτομα εργάζονται σε διάφορες υπηρεσίες και εκατοντάδες είναι οι επισκέπτες σε καθημερινή βάση. Αυτό σημαίνει ότι κάθε καθυστέρηση δεν είναι απλώς διοικητική αργοπορία. Μετατρέπεται σε αίσθηση ρίσκου, σε ψυχολογική πίεση και σε ένα συνεχές ερώτημα, τι γίνεται αν συμβεί σεισμικό γεγονός πριν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες.
Το ιστορικό κενών, η ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και το ιδιοκτησιακό σκοτάδι
Στην ίδια υπόθεση, επανέρχεται διαρκώς και το ζήτημα του ιδιοκτησιακού και κτηματολογικού καθεστώτος, που βαραίνει σαν σκιά κάθε τεχνική απόφαση. Ο Θεοδόσης Στεφανάκης έχει μιλήσει δημόσια για αλλοιώσεις και ρωγμές, αλλά και για μια χρόνια αγωνία που ενισχυόταν από την αίσθηση ότι το κτήριο είναι χτισμένο με περίεργο τρόπο, ενώ περιέγραψε προσπάθειες να διερευνηθεί ποιος παραχώρησε το κτήριο στην υπηρεσία. Στην ουσία, η υπόθεση δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι και διοικητική. Όταν δεν είναι απολύτως καθαρό ποιος έχει την αρμοδιότητα, ποιος πληρώνει και ποιος αποφασίζει, τότε ακόμη και ένα πόρισμα που χτυπά συναγερμό κινδυνεύει να μετατραπεί σε χαρτί που περιμένει σε γραφεία.
Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η διαδικασία της μεταστέγασης δεν είναι απλή μεταφορά γραφείων. Μιλάμε για υπηρεσίες με αρχεία, υποδομές, ψηφιακά και φυσικά συστήματα, καθημερινή εξυπηρέτηση κοινού και ανάγκη να συνεχιστεί απρόσκοπτα η λειτουργία. Και αν σε αυτό προστεθεί το κόστος του τριτοβάθμιου ελέγχου, περίπου 100.000 ευρώ, και το 6μηνο μόνο για την προκήρυξη, τότε ο φόβος των εργαζομένων αποκτά σαφές υπόβαθρο. Δεν είναι υπερβολή, είναι αγωνία που κουμπώνει σε συγκεκριμένους χρόνους και συγκεκριμένα ποσά.
Το δίλημμα της επόμενης μέρας και η απαίτηση για καθαρό σχέδιο
Το κτήριο στον Ζέφυρο βρίσκεται πλέον στο σημείο όπου οι λέξεις δεν αρκούν. Το τεχνικό πόρισμα της «Engineering Σύμβουλοι Μηχανικοί ΕΠΕ» μιλά για ευαλωτότητα σε σεισμικό γεγονός. Θέτει οικονομικά κριτήρια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση μπορεί να είναι μη αποδεκτή και ότι προκρίνεται η λύση κατεδάφισης και ανακατασκευής. Και παραπέμπει τον τριτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο στον ΟΑΣΠ, σύμφωνα με το ΦΕΚ 3134 2022.
Ταυτόχρονα, οι εργαζόμενοι ζητούν κάτι πιο άμεσο από γενικές διαβεβαιώσεις. Ζητούν σχέδιο μεταστέγασης, χρονοδιάγραμμα, καθαρή ενημέρωση και διοικητική τεκμηρίωση, ειδικά όταν επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει έγγραφο αρμόδιου φορέα που να βεβαιώνει πως απαιτείται μεταστέγαση για λόγους ασφάλειας. Σε μια υπόθεση που ακουμπά την καθημερινή ασφάλεια εκατοντάδων ανθρώπων, η απουσία καθαρής γραμμής λειτουργεί σαν δεύτερος κίνδυνος δίπλα στον πρώτο, την ίδια τη στατική ανεπάρκεια.
Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Αυτό το πόρισμα το φωνάζει. Το ερώτημα είναι αν η διοίκηση θα κινηθεί με την ταχύτητα που απαιτεί η πραγματικότητα, ή αν ο χρόνος της γραφειοκρατίας θα συνεχίσει να προηγείται της ασφάλειας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου