• Ο πρωτοπόρος επιχειρηματίας της διασκέδασης έφυγε αιφνιδιαστικά σε ηλικία 79 ετών το απόγευμα της Πέμπτης 05.02.2026, αφήνοντας πίσω του ένα αποτύπωμα που ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη, κορυφώνεται στην Αθήνα και αποκτά διεθνές καλοκαιρινό στίγμα στη Ρόδο
Το απόγευμα της Πέμπτης 05.02.2026, ο Λάκης Ραπτάκης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών, προδομένος από την καρδιά του. Η είδηση του θανάτου του βύθισε στη θλίψη ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά, συνεργάτες, φίλους, πρόσωπα της διασκέδασης και της τέχνης, αλλά και όσους ταύτισαν την έξοδο, το στιλ και την ένταση μιας ολόκληρης περιόδου με την υπογραφή του. Για δεκαετίες, το όνομά του στάθηκε σχεδόν συνώνυμο της νυχτερινής βιομηχανίας, μιας βιομηχανίας που εκείνος αντιμετώπισε ως δημιουργία, ως σκηνοθεσία, ως εμπειρία.
Ο Ραπτάκης δεν ήταν απλώς ένας ιδιοκτήτης μαγαζιών. Ήταν ο άνθρωπος που διάβαζε τις τάσεις, ταξίδευε, έφερνε ιδέες και τις προσαρμόζε στην ελληνική πραγματικότητα, χτίζοντας χώρους που έγιναν σημεία αναφοράς. Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι πρόσφατα, δημιούργησε 48 νυχτερινά μαγαζιά, από κλαμπ και μπαρ έως μπουζούκια και εστιατόρια, καταφέρνοντας να θεωρείται ένας από τους πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες της γενιάς του. Κι αν η Θεσσαλονίκη υπήρξε το πρώτο του εργαστήριο και η Αθήνα η μεγάλη σκηνή της καθιέρωσης, η Ρόδος έμελλε να γίνει το καλοκαιρινό του αποτύπωμα, το νησί όπου η νύχτα απέκτησε πιο διεθνή γλώσσα, πιο τουριστική ένταση και μια λάμψη που στόχευε πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Από τη Θεσσαλονίκη της πρώτης ντίσκο στην Ελλάδα μέχρι την αθηναϊκή κυριαρχία
Η διαδρομή ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, τόπο καταγωγής του. Όπως ο ίδιος είχε αφηγηθεί σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Στούντιο 4» τον Μάρτιο του 2024, το πρώτο του μαγαζί άνοιξε στα τέλη του 1971 με αρχές του 1972 και ήταν η ντίσκο «Tiffany’s». Περιέγραφε τα πρώτα βήματα με εικόνες σχεδόν κινηματογραφικές, με την οικοδομή ακόμη ανοιχτή, χωρίς εξώπορτα, και τον ίδιο να κοιμάται μέσα για να φυλάει το μαγαζί. Εκείνη η εκκίνηση δεν ήταν απλώς μια επιχειρηματική απόπειρα, αλλά η πρώτη δήλωση ενός τρόπου σκέψης, ότι η νύχτα θέλει ρίσκο, ένστικτο και συνεχή παρουσία.
Το επόμενο βήμα ήταν το «Studio 51», με το όνομα να κουβαλά την έμπνευση της διεύθυνσης, Προξένου Κορομηλά 51, αλλά και την τότε παγκόσμια κουλτούρα του κλαμπινγκ, με τον ίδιο να αναφέρεται στην εποχή που «γινόταν πάταγος» με το Studio 54 στη Νέα Υόρκη. Η έμπνευση δεν ήταν τυχαία. Ο Ραπτάκης είχε ταξιδέψει στο Λονδίνο και εκεί είδε τις πρώτες ντίσκο, όπως έλεγε, και κουβάλησε την ιδέα πίσω, για να τη μετατρέψει σε ελληνικό προϊόν με δικούς του όρους.
Η κάθοδος στην Αθήνα ήρθε αργότερα, με τον ίδιο να τοποθετεί κομβικά την αλλαγή γύρω στο 1988. Εκεί, όπως έχει ειπωθεί, «έφερε επανάσταση», όχι μόνο με την ίδρυση ή τη διαχείριση χώρων που έγιναν θρύλοι, αλλά με τη φιλοσοφία που επέβαλε. Στην αθηναϊκή του λίστα καταγράφονται μαγαζιά που έμειναν ως αναφορές για την εποχή τους, όπως «Prive», «Loft», «Αίγλη», «Χάντρες», «Amazon», «Lobby», «4711», «Ακρωτήρι» και «Φιξ». Ο ίδιος μιλούσε για την «Αίγλη» στο Ζάππειο με χαρακτηριστική ένταση, περιγράφοντας την κατάσταση που παρέλαβε και τη μεταμόρφωση που επιδίωξε, θέλοντας να αποδείξει ότι ακόμη και ένας χώρος που έμοιαζε ξεχασμένος μπορούσε να γίνει ξανά πόλος.
Παράλληλα, ο Ραπτάκης περιέγραφε και τη δική του συμβολή στην αλλαγή των μπουζουκιών, μιλώντας για κλαμπ μπουζούκι, για διαφορετική αισθητική, για άλλες συνήθειες, για ρυθμούς που σήμερα μοιάζουν σχεδόν αδιανόητοι, όπως ότι τότε έπαιζαν 7 μέρες την εβδομάδα. Σε εκείνη την αφήγηση, το επιχειρηματικό του ένστικτο συνδέεται με κάτι βαθύτερο, με τη δημιουργία ενός μοντέλου διασκέδασης που δεν έβλεπε απλώς τον πελάτη ως πελάτη, αλλά ως μέρος ενός σκηνικού.
Η Ρόδος ως καλοκαιρινή βιτρίνα και διεθνές στοίχημα
Μέσα σε αυτή την ευρεία αυτοκρατορία, η Ρόδος καταλαμβάνει ξεχωριστή θέση, όχι ως μια απλή γεωγραφική επέκταση, αλλά ως το πεδίο όπου το ελληνικό nightlife συναντούσε πιο άμεσα τον τουρισμό υψηλών απαιτήσεων.
Ο ίδιος έχει αναφερθεί χαρακτηριστικά στη Ρόδο και στο «La Scala», εξηγώντας ακόμη και την επιλογή του ονόματος με μια εικόνα απλή και αποκαλυπτική για τη νοοτροπία του, ότι το είπαν έτσι επειδή «είχαμε ανέβει πολλές σκάλες». Πίσω από τη φράση, κρύβεται η πρακτική του ματιά, το πώς έδινε ταυτότητα σε έναν χώρο, όχι με θεωρία, αλλά με εμπειρία.
Στη Ρόδο, το «La Scala» και το «Bodroum» αναφέρονται ως κομβικοί σταθμοί. Σε μια περίοδο που το νησί λειτουργούσε ως διεθνής προορισμός, η επιχειρηματική δραστηριότητα του Ραπτάκη εκεί αποκτά άλλο βάρος. Η Ρόδος δεν είναι Αθήνα, δεν είναι Θεσσαλονίκη. Είναι ένα καλοκαιρινό οικοσύστημα που αλλάζει ρυθμό, που βασίζεται σε επισκέπτες, σε εποχικότητα, σε υψηλές προσδοκίες για εμπειρία. Και ακριβώς εκεί ο Ραπτάκης φάνηκε να βρίσκει ένα πεδίο όπου μπορούσε να πουλήσει όχι μόνο ποτό και μουσική, αλλά μια εικόνα διασκέδασης που ταιριάζει στον τουριστικό μύθο του νησιού.
Τα μαγαζιά στη Ρόδο λειτούργησαν ως βιτρίνα, ως στίγμα, ως δήλωση ότι το ελληνικό καλοκαίρι μπορεί να έχει τη δική του σκηνή με όρους κοσμοπολίτικους. Η παρουσία ενός ονόματος που είχε ήδη συνδεθεί με ιστορικά στέκια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, έδινε στη Ρόδο μια επιπλέον δυναμική. Για πολλούς, η ροδιακή του δραστηριότητα δεν ήταν απλώς ακόμη ένα κεφάλαιο, αλλά το σημείο όπου η ελληνική νύχτα, μέσα από την επιχειρηματική του ματιά, συνομιλούσε πιο άμεσα με το διεθνές κοινό του νησιού.
Η λογική των 48 μαγαζιών και το μοντέλο της επιρροής
Ο ίδιος είχε αναφερθεί στο μέγεθος της αυτοκρατορίας του με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση, λέγοντας ότι είχαν φτάσει περίπου στα 47 με 48 μαγαζιά στην Ελλάδα και ότι είναι «για ρεκόρ Guinness».
Πέρα όμως από τον αριθμό, η ουσία βρίσκεται στο πώς αυτά τα μαγαζιά λειτουργούσαν ως δίκτυο επιρροής. Κάθε νέο άνοιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο εγχείρημα. Ήταν μια κίνηση σε έναν χάρτη όπου η διασκέδαση, η μόδα, η τηλεόραση, η μουσική και οι κοινωνικές σχέσεις ενώνονταν.
Ο Ραπτάκης καλλιέργησε την εικόνα του ανθρώπου που δεν έφτιαχνε απλώς χώρους, αλλά προορισμούς. Έτσι εξηγείται και το γιατί σε αφηγήσεις γύρω από τα μαγαζιά του εμφανίζονται μεγάλα ονόματα. Ο ίδιος είχε πει ότι στα μαγαζιά του σύχναζαν σταρ όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Ειρήνη Παππά, ενώ είχε αναφέρει και την παρουσία της Sharon Stone. Επίσης ως θαμώνες έχουν αναφερθεί η Άννα Βίσση και η Καίτη Γαρμπή, μαζί με άλλα γνωστά πρόσωπα της μουσικής, της τηλεόρασης και της υποκριτικής. Σε μια χώρα όπου η διασκέδαση συχνά λειτουργεί ως δημόσια σκηνή, αυτή η προσέλκυση προσώπων δεν ήταν μόνο θέμα δημοσιότητας, αλλά και απόδειξη ότι ο χώρος είχε χτίσει κύρος.
Η προσωπική ζωή στη δημοσιότητα και η ιστορία με τη Βάνα Μπάρμπα
Η ζωή του Ραπτάκη δεν έμεινε μόνο στα επιχειρηματικά. Μέρος της δημόσιας εικόνας του πέρασε και μέσα από την προσωπική του ιστορία, ειδικά από τη σχέση του με τη Βάνα Μπάρμπα. Η σχέση τους ξεκίνησε το 1998 και κράτησε περίπου 2 χρόνια, με τον χωρισμό το 2000 να συνοδεύεται από έντονη δημόσια αντιπαράθεση.
Από τη μία πλευρά υπήρξε μήνυση από τη Βάνα Μπάρμπα με καταγγελία για επίθεση έξω από το σπίτι της, την οποία συνέδεσε με ζήλια. Από την άλλη πλευρά, ο Λάκης Ραπτάκης προχώρησε σε αγωγή υποστηρίζοντας ότι της είχε δανείσει χρήματα που δεν του επέστρεψε.
Με τα χρόνια, η εικόνα αυτή μετακινήθηκε. Οι δυο τους κατάφεραν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους και να χτίσουν ξανά μια σχέση, αυτή τη φορά φιλική. Η συγκεκριμένη διαδρομή, από τον θυελλώδη έρωτα στην ένταση και έπειτα στη συμφιλίωση, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το δημόσιο ενδιαφέρον για το πρόσωπό του, σε μια εποχή που ο επιχειρηματίας της νύχτας λειτουργούσε συχνά και ως πρόσωπο της επικαιρότητας.
Το τέλος μιας γενιάς που όρισε τη διασκέδαση
Ο θάνατος του Λάκη Ραπτάκη δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αφορά στο κλείσιμο ενός κύκλου, μιας γενιάς επιχειρηματιών που διαμόρφωσαν τη νύχτα ως πολιτισμικό και κοινωνικό φαινόμενο. Από τα πρώτα του βήματα στη Θεσσαλονίκη, με το «Tiffany’s» και το «Studio 51», μέχρι τις μεγάλες του στιγμές στην Αθήνα με χώρους όπως η «Αίγλη», το «Prive» και το «Loft», και μέχρι το καλοκαιρινό, τουριστικό, πιο διεθνές στίγμα της Ρόδου με το «La Scala» και το «Bodroum», το αποτύπωμά του δεν μετριέται μόνο σε ταμεία και αφίσες.
Μετριέται στις μνήμες μιας εποχής όπου η νύχτα είχε άλλους κώδικες, άλλους ρυθμούς, άλλη διάρκεια. Μετριέται στο πώς ένας επιχειρηματίας κατάφερε να συνδέσει τη διασκέδαση με το αφήγημα της πόλης και, στη Ρόδο, με το αφήγημα του ελληνικού καλοκαιριού. Και τώρα, με την απουσία του, αυτό που μένει είναι η αίσθηση ότι ένα κομμάτι της ιστορίας της νυχτερινής Ελλάδας γράφτηκε με την υπογραφή του και δύσκολα θα επαναληφθεί με τον ίδιο τρόπο.
















