Με την υπ’ αρίθμ. 241/2020 απόφαση του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκε η προσφυγή που άσκησε τον Σεπτέμβριο του 2013 μια υπάλληλος της 4ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κατά του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού και κατά της υπ’ αριθμ. 24/6.5.2014 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Με την προσφυγή της η υπάλληλος, που έχει καταδικαστεί τελεσιδίκως από Δικαστήριο των Αθηνών, ζήτησε την εξαφάνιση αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία της επιβλήθηκε, ως μόνιμη υπάλληλο του κλάδου ΠΕ Αρχαιολόγων της 4ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στη Ρόδο, η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού κατά ένα (1) βαθμό για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης του υπαλληλικού καθήκοντος.
Τον Απρίλιο του 2015 η ανωτέρω καταδικάστηκε από το Β’ Τριμελές Εφετείο Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών με 3ετή αναστολή αφού κρίθηκε ένοχη ψευδούς βεβαιώσεως ενώ σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών με 3ετή αναστολή δύο συμβασιούχες, που κρίθηκαν ένοχες, με ελαφρυντικά, χρήσεως ψευδούς βεβαιώσεως.
Οι κατηγορούμενες φέρονται να ενεπλάκησαν, σε υπόθεση απόπειρας παράνομης πρόσληψης συμβασιούχων στην 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στη Ρόδο.
Οι δύο συμβασιούχες είχαν καταδικαστεί πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με 3ετή αναστολή, ενώ η υπάλληλος της αρχαιολογίας είχε κριθεί αθώα με απόφαση που έλαβε κατά πλειοψηφία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Κατά της τελευταίας αθωωτικής κρίσης άσκησε έφεση υπέρ του νόμου Εισαγγελέας των Αθηνών και η κατηγορούμενη καταδικάστηκε από το Εφετείο.
Εν πάση περιπτώσει η υπάλληλος της αρχαιολογίας, φέρεται στην Αθήνα, στις 13.04.2009 με την ιδιότητά της ως αναπληρώτριας προϊσταμένης στην 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να προέβη στη σύνταξη της υπ’ αριθμ. πρωτ. 951/04.03.2009 ανακοινοποίησης στο ορθό, βεβαίωσης, στην οποία, αναφερόμενη σε συμβασιούχο, βεβαίωσε ότι εργάσθηκε σε ιδιώτη, ως ειδικευμένη εργάτρια για τα χρονικά διαστήματα από την 01.12.2002 έως τις 31.12.2002 και από τις 03.02.2003 έως τις 30.04.2003, εν γνώσει της ότι αυτά ήσαν ψευδή, καθ’ όσον κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα δεν υπήρχαν αποφάσεις ανάθεσης συγκεκριμένου έργου ανασκαφής από την 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η ως άνω υπάλληλος δεν ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα επιδοτείτο ως άνεργη.
Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία φέρεται να προέβη στη σύνταξη της υπ’ αριθμ. πρωτ. 1156/13.03.2009 ανακοινοποίησης στο ορθό βεβαίωσης, στην οποία αναφερόμενη σε συμβασιούχο βεβαίωνε ομοίως ότι εργάσθηκε σε ιδιώτη, ως ειδικευμένη εργάτρια, για τα χρονικά διαστήματα από την 01.06.2002 έως τις 30.09.2002, από την 01.02.2003 έως τις 17.05.2003 και από την 01.02.2004 έως τις 30.04.2004, εν γνώσει της ότι αυτά ήσαν ψευδή, καθ’ όσον κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα δεν υπήρχαν αποφάσεις ανάθεσης συγκεκριμένου έργου ανασκαφής από την 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η άνω υπάλληλος δεν ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α. και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα επιδοτείτο ως άνεργη.
Επίσης, στην Αθήνα το έτος 2008, σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία, φέρεται να προέβη στη σύνταξη της υπ. αριθμ. πρωτ. Δ.Υ./23.Ό3.2006, βεβαίωσης, στην οποία, αναφερόμενη σε άλλη συμβασιούχο βεβαίωσε, ότι εργάζεται στην αρχαιολογία καθ’ υπόδειξη και με την επίβλεψη της αρχαιολογίας σε σωστικές ανασκαφές οικοπέδων ιδιωτών με χρηματοδότηση των ιδίων σύμφωνα με τη συνημμένη βεβαίωση κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα 01.12.2002 – 31.12.2002, 03.022003 – 30.04.2003.
Επίσης φέρεται να την εμφάνισε ότι κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, απασχολήθηκε σε επείγουσες εργασίες που προέκυψαν, όπως διεκπεραίωση και αρχειοθέτηση εικόνων και αρχείο ανασκαφών στο φωτογραφικό αρχείο, εν γνώσει της ότι αυτά ήσαν ψευδή, καθ’ όσον κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα δεν υπήρχαν αποφάσεις ανάθεσης συγκεκριμένου έργου ανασκαφής από την 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η ως άνω υπάλληλος δεν ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα επιδοτείτο ως άνεργη, δεν ασχολήθηκε με την διεκπεραίωση και αρχειοθέτηση εικόνων και αρχείο ανασκαφών στο φωτογραφικό αρχείο της 4ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Επιπλέον εμφάνισε έτερη συμβασιούχο ότι εργαζόταν από 01.06.2002 – 30.09.2002, 01.02.2003 – 17.05.2003, 01.02.2004 – 30.04.2004 σε όμοιες εργασίες και ότι λόγω της μεγάλης εμπειρίας της που αποκρίθηκε έπειτα από την χρόνια ενασχόλησή της με θέματα διαχείρισης και της γνώσης χρήσης Η/Υ, ασχολήθηκε για επείγουσες εργασίες, που προέκυψαν, όπως σύνταξη λογιστικών φύλλων και καταστάσεων για θέματα απογραφής και ταξινόμησης αρχειακού υλικού και υλικού βιβλιοθήκης καθώς και σύνταξη επειγουσών στατιστικών στοιχείων για καταγραφές στο Παλάτι Μεγάλου Μαγίστρου και των πωλητηρίων εκμαγείων εν γνώσει της ότι αυτά ήσαν ψευδή.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων ιδιαιτέρως την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 578/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται πλήρως με αυτά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο αποδόθηκε στην προσφεύγουσα, κρίνει ότι αυτή υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της παραβάσεως του υπαλληλικού καθήκοντος (άρθρο 106 ν. 3528/2007, όπως ισχύει). Εκρινε παραπέρα ότι η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού κατά ένα (1) βαθμό που της επιβλήθηκε είναι εύλογη και προσήκουσα, όλα δε τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από αυτή με την προσφυγή της κρίθηκαν απορριπτέα, ως αβάσιμα.
Την υπόθεση χειρίστηκαν οι δικηγόροι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής και Γ. Κοντός.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ