Η Αρχαιολογία απορρίπτει τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις

«Φρένο» στην επιχειρούμενη από τη δημοτική αρχή Ρόδου τροποποίηση του κανονισμού ελέγχου της κυκλοφορίας στη Μεσαιωνική Πόλη θέτει με επείγον έγγραφό της, που κοινοποιήθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, η 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων!
Η εκπρόσωπος της αρχαιολογίας κ. Αγγελική Κατσιώτη επισημαίνει εισαγωγικά στο έγγραφοό της ότι η προτεινόμενη από το Δήμο Ρόδου μελέτη… “χωρίς να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, είναι άκαιρη και πρόωρη χρονικά, καθώς θέτει υπό τροποποίηση και μερική κατάργηση τις μέχρι σήμερα, οριακά αποδεκτές ρυθμίσεις που αφορούσαν τον ιστορικό οικισμό, επεκτείνοντας τα μέτρα στο σύνολο του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου και κατ΄επέκταση εντός του ενοποιημένου πλέον δήμου της Ρόδου, χωρίς να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη βελτίωση της κίνησης και της στάθμευσης των οχημάτων πέριξ και εντός των τειχών και άρα και της απρόσκοπτης πρόσβασης των πολιτών (ιδιωτών και επισκεπτών) στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία της πόλης της Ρόδου”.
Οι κύριες αντιρρήσεις της αρχαιολογίας εστιάζονται στα εξής:
-Στα μέτρα της πεζοδρόμησης των Μύλων από το ύψος των εγκαταστάσεων του Νεωρίου και εξής αλλά και στο μέτρο της περικοπής θέσεων στάθμευσης από το χώρο της πλατείας Κλεόβουλου μπροστά από το Παλάτι του Μ. Μαγίστρου.
-Στη μεταφορά του οργανωμένου χώρου στάθμευσης των ΤΑΧΙ.
-Στην επέκταση του σχεδίου ελέγχου των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων από τον ιστορικό οικισμό.
Αναφέρονται εξάλλου και τα εξής:
«Η προτεινόμενη από τη μελέτη, αλλαγή κατεύθυνσης της κυκλοφορίας στο σύνολο της οδού Βύρωνος, με εφαρμογή της κίνησης σε διπλή λωρίδα κυκλοφορίας, σε συνδυασμό με την ελεύθερη στάθμευση των οχημάτων και στα δύο ρεύματα του δρόμου και χωρίς να έχει εξασφαλιστεί νέα θέση για τη λαϊκή αγορά της Πέμπτης, θεωρούμε ότι θα αυξήσει σημαντικά την κίνηση και την εμπλοκή στο σημείο αυτό της πόλης, κυρίως λόγω της στενότητας του δρόμου, στον οποίο θα κινούνται σε διπλή κατεύθυνση τα οχήματα, ενώ παράλληλα θα σταθμεύουν και στις δύο πλευρές του δρόμου. Σύμφωνα με τα προτεινόμενα από τη μελέτη μέτρα, από την οδό Βύρωνος θα υποχρεώνεται πλέον να περνάει ο μεγαλύτερος όγκος της κίνησης των οχημάτων, με σημαντική επιβάρυνση του τμήματος αυτού της πόλης, η οποία θα ενταθεί από την προτεινόμενη μονοδρόμηση της κίνησης των τουριστικών λεωφορείων από την πόλη προς το λιμάνι, μέσω της παράκτιας ζώνης και την αναπόφευκτη διαφυγή τους, μέσω της οδού Βύρωνος και της λεωφόρου Δημοκρατίας, προς τη νέα πόλη. Κατά την άποψή μας, ο ήδη βεβαρυμένος άξονας εισόδου της πόλης από την λεωφόρο Λίνδου-Ρόδου προς την λεωφόρο Δημοκρατίας, θα υποχρεωθεί πλέον να δεχθεί τον επιπλέον όγκο των κινούμενων, περιμετρικά των τειχών, οχημάτων, με τελικό αποδέκτη την προαναφερόμενη λεωφόρο, που επίσης ασφυκτιά από την αυξημένη κίνηση, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο».
Η αρχαιολογία θέτει και τον ακόλουθο προβληματισμό:
«Στο σημείο αυτό οφείλουμε να θέσουμε τον εξής προβληματισμό, σύμφωνα εξάλλου και με τις πρόσφατες οδηγίες για την υποχρεωτική υποβολή της Δήλωσης Οικουμενικής Αξίας της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου προς την Unesco: Τι είδους πόλη θέλουμε; Θέλουμε μια πόλη λειτουργική, ανθρώπινη και προπάντων ζωντανή, με σεβασμό στις αρχές της ισότητας και της ισονομίας και κυρίως με σεβασμό στα μνημεία της, αλλά και στις ανάγκες των πολιτών ή μια πόλη που θα λειτουργεί αποτρεπτικά στους μόνιμους χρήστες της, κατοίκους, εργαζομένους και επισκέπτες της, προσανατολισμένη αποκλειστικά στον τομέα της εποχιακής εξυπηρέτησης των τουριστών; Η επικαλούμενη από τη μελέτη “αυτάρκεια” της Μεσαιωνικής Πόλης δεν μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς τις αναπόφευκτες εξαρτήσεις από τον γενικότερο ιστό της σύγχρονης πόλης και την σύνδεσή της με αυτήν. Αποψή μας είναι ότι οποιαδήποτε πρόταση, που αφορά γενικότερες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στο διευρυμένο πλαίσιο που θέτει η συγκεκριμένη μελέτη για το σύνολο του κηρυγμένου Αρχαιολογικού Χώρου της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου, δεν μπορεί να αγνοεί βασικά ζητήματα που αφορούν αναλυτικά δημογραφικά στοιχεία των ατόμων που ζουν, εργάζονται και δραστηριοποιούνται εντός και πέριξ του ιστορικού οικισμού για το σύνολο του νησιού και την διεθνή κοινότητα, καθώς και τον πρωτεύοντα ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν ζωντανό και αέναο, εξελισσόμενο οργανισμό και όχι έναν απομονωμένο και στείρο αρχαιολογικό χώρο».