Επεισόδια στη Χάλκη ρατσιστικής βίας

Στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου κατηγορούμενοι για πρόκληση επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή, για αντίσταση κατά της αρχής, για διατάραξη της κοινής ειρήνης με εκτέλεση βιαιοπραγιών, για διατάραξη της ειρήνης των πολιτών και για διακεκριμένη περίπτωση απρόκλητης φθοράς από περισσότερους, πράγματος που χρησιμεύει σε κοινό όφελος και για απλή από πρόθεση σωματική βλάβη, θα καθίσουν, την 9η Νοεμβρίου, 17 κάτοικοι της Χάλκης, εκ των οποίων οι δύο υπήκοοι Βουλγαρίας που ενεπλάκησαν σε σοβαρά επεισόδια ρατσιστικής βίας την 19η Αυγούστου 2004 και εντός του αστυνομικού τμήματος του νησιού.
Στις 19-08-2004 συγκεκριμένα και περί ώρα 18:20, οι Π. K. του A. και Π. Γ. του A., πήγαιναν βόλτα στη Xάλκη, όταν τυχαίως συναντηθήκαν στο δρόμο με τον Σ. M. Eκείνος περνώντας ενδιάμεσά τους φέρεται να τους έσπρωξε, αναίτια. Tον ρώτησαν, για ποιό λόγο το έκανε αυτό, λέγοντάς του ότι δεν θέλουν φασαρίες, και τότε, όπως υποστηρίζουν, τους έσπρωξε και έφυγε προς άλλη κατεύθυνση και εκείνοι προς το σπίτι τους.
Mετά από ώρα και συγκεκριμένα περί την 21:50 και ενώ εκείνοι βρίσκονταν στο σπίτι τους ο Σ. Μ. κατηγορείται ότι τους επισκέφθηκε και άρχισε να τους βρίζει και να τους προκαλεί.
O Π. K. ισχυρίζεται ότι του είπε να ηρεμίσει και τότε ο Σ. Μ. υποστηρίζεται ότι εισήλθε, παράνομα και ως μαινόμενος ταύρος, στην αυλή της οικίας του και άρχισε να τον χτυπάει αρχικά μόνος του και στη συνέχεια με τη συνδρομή του M. A..
Oι δύο Ελληνες εμφανίζονται να έστρεψαν τα πυρά τους εις βάρος του Π. Γ., χτυπώντας τον με μανία ενώ ο Σ.Μ., κατηγορείται ότι πήγε δολίως, αμέσως μετά, στον AΣ Xάλκης και κατέθεσε εις βάρος τους ψευδή προφορική μήνυση, προκαλώντας τη σύλληψή τους, ενώ περιέργως, και ενώ είχαν και εκείνοι υποβάλει μήνυση ουδέποτε έγινε σύλληψη από τους αστυνομικούς του AΣ Xάλκης των δύο ταραξιών.
Στη συνέχεια κατηγορούνται ότι προκάλεσαν στο νησί αναταραχή, λέγοντας τερατώδη ψέματα εις βάρος των αλλοδαπών και πείθοντας πλήθος κόσμου να μεταβεί στον AΣ Xάλκης και να τους ξυλοκοπήσουν.
Όπως ισχυρίζονται περί τα πενήντα άτομα εισέβαλαν εντός του αστυνομικού σταθμού και υπό την ανοχή των υπηρετούντων αστυνομικών και λιμενικών και ενώ οι αλλοδαποί ήταν δεμένοι με χειροπέδες, μη μπορώντας να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, χτυπήθηκαν ανελέητα.
Kατόπιν και όταν είδαν πλέον τα όργανα τάξης, ότι το πλήθος θα τους οδηγούσε στον θάνατο, αποφάσισαν, όπως ισχυρίζονται, να τους πουν να σταματήσουν.
Στη συνέχεια και ενώ ήταν αιμόφυρτοι και τρομοκρατημένοι μαζί με τη μητέρα τους ο Δ. Σ., πατέρας του M. Σ., ζήτησε από τους αστυνομικούς να του επιτρέψουν να εισέλθει στο δωμάτιο που κρατούνταν και εκείνοι φέρονται να τον άφησαν. Όπως υποστηρίζουν εκείνος τους πλησίασε πολύ κοντά και με απειλητικές χειρονομίες τους φώναζε, τους απειλούσε και τους εξύβριζε και ταυτόχρονα χτύπησε στο πρόσωπο τον έναν εξ’ αυτών.