Την επανάληψη της δίκης για την πολύκροτη υπόθεση των εικονικών προμηθειών υγειονομικού υλικού στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου για την οποία είχαν καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, τον Ιανουάριο του 2010, δύο άτομα, διέταξε με την υπ’ αριθμ. 61/2012 απόφαση που εξέδωσε το Ζ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου.
Αφορμή για την αναίρεση της απόφασης έδωσε προσφυγή ενώπιον του ανωτάτου ακυρωτικού κατηγορούμενου, που κρίθηκε ένοχος για απλή συνέργεια.
Ο Αρειος Πάγος, αφού επισημαίνει ότι «ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης πράξης που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό», εξηγεί ότι η απόφαση αναιρείται λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης.
Σημειώνεται συγκεκριμένα ότι υπάρχουν αντιφάσεις και στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης, οι οποίες δημιουργούν ασάφεια σχετικά με τη συμμετοχική μορφή του κατηγορούμενου στην πράξη της απόπειρας απάτης κατ’ εξακολούθηση σε κακουργηματική μορφή. Δεν γίνεται δηλαδή σαφές αν το δικαστήριο δέχεται ότι στοιχειοθετείται στο πρόσωπο αυτού άμεση συνέργεια ή απλή.
Εν πάση περιπτώσει το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επέβαλε την 17η Ιανουαρίου 2010 ποινή φυλάκισης 3 ετών με 3ετή αναστολή στον Α. Μ. του Κ., πρώην προϊστάμενο του τμήματος διαχείρισης του Γενικού Nοσοκομείου Pόδου, που κρίθηκε πρωτοδίκως ένοχος πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απόπειρας απάτης κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5 εκατ. δρχ.
Ο συγκατηγορούμενός του Σ. Τ. του Ν., ιδιοκτήτης ατομικής εταιρείας προμήθειας νοσοκομειακού υλικού, είχε κριθεί ένοχος κατ’ επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου για απλή συνέργεια σε απόπειρα απάτης και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με 3ετή αναστολή. Πρωτοδίκως είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 3 ετών.
Oι δύο καταδικασθέντες φέρονται να αποπειράθηκαν να ζημιώσουν το Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Ρόδου με εικονικές προμήθειες υγειονομικού υλικού.
Ο πρώτος συγκεκριμένα φέρεται να εκμεταλλεύθηκε την ευαίσθητη θέση του ως υπευθύνου διαχείρισης στην υπηρεσία προμηθειών υγειονομικού υλικού του νοσοκομείου και συνεργαζόμενος με τον δεύτερο, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από 17-9-1999 έως 4-11-1999, με πρόθεση να κατάρτισε κατ’ επανάληψη πλαστά ή νόθευσε γνήσια δελτία παραγγελιών του συγκεκριμένου Νοσοκομείου προς την φέρουσα τον διακριτικό τίτλο “ΕΛΠΙΣ”, για την προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων υγειονομικού υλικού.
Στην πρώτη περίπτωση φέρεται να έθεσε χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση των δικαιούχων κατ’ απομίμηση τόσο την υπογραφή του Διοικητικού Υποδιευθυντή του Νοσοκομείου Ι. Π. κάτω από την ένδειξη “ΕΘΕΩΡΗΘΗ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ”, όσο και την υπογραφή του βοηθού διαχειριστή Π. Γ. κάτω από την ένδειξη “Ο ΥΠΟΛΟΓΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ”. Στη δεύτερη περίπτωση φέρεται να αλλοίωσε τους αριθμούς που αφορούσαν τις παραγγελθείσες στην πραγματικότητα από το Νοσοκομείο με τα αντίστοιχα δελτία παραγγελιών ποσότητες υγειονομικού υλικού, προσθέτοντας στους αριθμούς αυτούς ένα μηδενικό και δεκαπλασιάζοντας έτσι την παραγγελθείσα στην πραγματικότητα κάθε φορά ποσότητα εκάστου είδους υγειονομικού υλικού, ενώ στη συνέχεια επεσύναπτε τα παραπάνω πλαστά ή νοθευμένα δελτία παραγγελιών υγειονομικού υλικού στα εκδοθέντα από τον δεύτερο εικονικά δελτία αποστολής-τιμολόγια πωλήσεως των δεκαπλασίων ποσοτήτων του ιδίου υγειονομικού υλικού προς το “Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Ρόδου” έχοντας ως σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους υπόλοιπους συμπράττοντες στην προμήθεια και την πληρωμή του υγειονομικού υλικού συναδέλφους του, που υπηρετούσαν στο γραφείο διαχείρισης υγειονομικού υλικού και την Οικονομική Υπηρεσία του ιδίου Νοσοκομείου.
Στη συνέχεια φέρεται να έκανε χρήση των πλαστών ή νοθευμένων δελτίων παραγγελιών, προωθώντας αυτά, μαζί με τα εκδιδόμενα εικονικά δελτία αποστολής – τιμολόγια πωλήσεως των ιδίων ποσοτήτων υγειονομικού υλικού, προς το Γραφείο Ενταλμάτων της Οικονομικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου για πληρωμή και σκοπεύοντας να προσπορίσει στον δήθεν προμηθευτή του συγκεκριμένου υγειονομικού υλικού παράνομο περιουσιακό όφελος.
Η συνολική αξία του εμφανιζόμενου ως δήθεν πωληθέντος και παραδοθέντος υγειονομικού υλικού στο νοσοκομείο ανέρχεται στο ποσό των 13.113.400 δρχ (38.484 ευρώ).
Ο Αρειος Πάγος αφού αναφέρεται διεξοδικά στο περιεχόμενο της καταδικαστικής απόφασης τονίζει ότι ενώ, στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης που αναφέρεται στον δεύτερο κατηγορούμενο γίνεται δεκτό ότι “κατά τη διάρκεια τέλεσης, απόπειρας απάτης κατ’ εξακολούθηση και στην εκτέλεσή της από τον δράστη αυτών Α. Μ., παρέσχε άμεση συνδρομή σ’ αυτόν”, ακολούθως δε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του “η επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως…., της άμεσης συνέργειας σε εξακολουθητική απόπειρα απάτης, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ”, συνοψίζοντας στο τέλος του σκεπτικού δέχεται ότι αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος “απλής συνέργειας στην από τον πρώτο απόπειρας απάτης κατ’ εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως”.
Επίσης στο διατακτικό αναφέρεται ό,τι κηρύσσει ένοχο του ότι “στη Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα από 21-10-99 έως και 15-11-99,…., με πρόθεση παρέσχε απλή συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Μ. Α. του Κ. κατ’ αυτή και κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης της απάτης σε απόπειρα κατ’ εξακολούθηση από δράστη που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 δρχ”, ακολούθως αναφέρεται ότι “κατά την εκτέλεση των παραπάνω πράξεων έδωσε απλή συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Μ. Α. του Κ.” και στο τέλος του διατακτικού αναφέρεται ότι “τις εν λόγω δε πράξεις της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης κατ’ εξακολούθηση τέλεσε αυτός κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια ..”.
Τέλος στην παράθεση των άρθρων του Ποινικού Κώδικα, που έχουν εφαρμογή αναφορικά με την πράξη της συμμετοχής, παρατίθενται διατάξεις άρθρων που προβλέπει την άμεση συνέργεια.
Υπάρχουν, όπως τονίζεται, αντιφάσεις και στο σκεπτικό και στο διατακτικό, οι οποίες δημιουργούν ασάφεια σχετικά με τη συμμετοχική μορφή του δεύτερου κατηγορούμενου στην πράξη της απόπειρας απάτης κατ’ εξακολούθηση σε κακουργηματική μορφή, ήτοι αν το δικαστήριο δέχεται ότι στοιχειοθετείται στο πρόσωπο αυτού άμεση συνέργεια ή απλή.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε έτσι για τον δεύτερο ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.













