Εμπλέκεται άμεσα στο πόρισμα της Siemens και Ροδίτης μηχανικός

Tην «τιμητική» του στο πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για την σκανδαλώδη υπόθεση της Siemens και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο που αφορά τις συμβάσεις της εταιρείας με τον ΟΤΕ θα έχει, σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες και ο Ροδίτης μηχανικός, πρώην τεχνικός διευθυντής της Siemens Εμμ. Στ. που κατάγεται από το Παραδείσι.
Στο πόρισμα θα καταγράφεται ευθέως η εκτίμηση ότι «μαύρο» πολιτικό χρήμα εισέρρευσε στα ταμεία ΠαΣοΚ και ΝΔ ενώ θα συστήνεται στην ελληνική κυβέρνηση να βρει τρόπους άσκησης πίεσης ώστε να δοθούν από τη Siemens όλα εκείνα τα στοιχεία που αφορούν τον χρηματισμό συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων. Θα προταθεί επίσης να δοθεί αποζημίωση για τις υπερτιμολογημένες συμβάσεις, αλλιώς να ασκηθεί αγωγή και να επιβληθούν πρόστιμα.
Η ζημιά οριοθετείται από την Επιτροπή στο αστρονομικό ποσό των 2 δις ευρώ με βάση τα σημειώματα της γερμανικής δικογραφίας στα οποία καταγράφονται μίζες σε στελέχη δημοσίων οργανισμών που φθάνουν το 8% των συμβάσεων και σε κόμματα σε ποσοστό 2%.
Εν πάση περιπτώσει στο πόρισμα περιλαμβάνονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν συμβάσεις του ΟΤΕ, του ΟΣΕ, εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά και συμβάσεις στον χώρο της Υγείας (προμήθειες νοσοκομείων) και του Πολιτισμού (ηλεκτρονικοί ξεναγοί).
Βάσει μαρτυρικών καταθέσεων αλλά και λογαριασμών και σημειωμάτων της δικηγορικής εταιρείας Debevoise and Pimpton, θα αποδεικνύεται ότι διεπράχθη από συγκεκριμένα στελέχη της γερμανικής εταιρείας, υπό κεντρικό σχεδιασμό, ένα διασυνοριακό έγκλημα όπως λεπτομερειακά καταγράφεται στην έκθεση της Επιτροπής (28 Σεπτεμβρίου 2010).
Τα χρήματα δίνονταν είτε μέσω εμβασμάτων, είτε σε μετρητά. Ακόμα και ως σήμερα λογαριασμοί στην Αυστρία, τη Γενεύη ή το Μονακό δεν έχουν ανοίξει.
Σύμφωνα με το πόρισμα για τον ΟΤΕ αναδεικνύεται ο κυρίαρχος ρόλος της υπογραφής των προγραμματικών συμβάσεων του Οργανισμού με τη Siemens τον Δεκέμβριο 1997 από τον τότε υπουργό, Αν. Μαντέλη που κατ’ ομολογία του δέχτηκε χορηγία 250.000 μάρκων με το ψευδώνυμο Rocos από τον λογαριασμό του στελέχους της Siemens Ηλία Γεωργίου.
Συμβάσεις υπερτιμολογημένες κατά τους μάρτυρες που παρήλασαν από την Εξεταστική. Κυρίαρχος ρόλος αποδίδεται στους Πρόδρομο Μαυρίδη, Ηλία Γεωργίου και Χρήστο Καραβέλλα από τους λογαριασμούς των οποίων έφυγαν «μίζες» σε πρώην στελέχη του ΟΤΕ, όπως τους Σκαρπέλη, Γρεβενίτη, Αυλωνίτη, Νικάκη κ.λ.π.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο από τον λογαριασμό Μαυρίδη στην Ελβετία έχει γίνει διακίνηση 40 εκ. ευρώ και σήμερα έχουν «παγώσει» τα 22 από αυτά! Αντίστοιχα οι λογαριασμοί Καραβέλλα στην Ελβετία έχουν δεχτεί 22 εκατομμύρια ευρώ και πολλά έχουν επαναπατρισθεί στη χώρα μας το 2004.
Ενδεικτικά αναφέρεται σε μια από τις πορισματικές εκθέσεις της Επιτροπής ότι το 1998 από την Siemens AG εμβάστηκε στην Αυστρία και συγκεκριμένα στην Raffeisenbank σε λογαριασμό ταμιευτηρίου με τον κωδικό ΣΑΜΟΣ, που διατηρούσε ο Ηλίας Γεωργίου, το ποσό των 1,5 εκ. γερμανικών μάρκων, ενώ και σε άλλο λογαριασμό του Ροδίτη Εμμ. Στ., επίσης στελέχους της γερμανικής εταιρείας στη χώρα μας, με το ψευδώνυμο ΝΙΚΟΣ το ποσό του 1 εκ. μάρκων. Υπέρογκα ποσά κατατέθηκαν μεταξύ του 2001 και του 2002 σε τρεις λογαριασμούς στην ίδια τράπεζα και στον Πρόδρομο Μαυρίδη. Πρόκειται για εμβάσματα 1.350.000 ευρώ και 950.000 ευρώ, αλλά και τα ποσά των 3.000.000 και 5.500.000 ευρώ αντίστοιχα, σύνολο 10.800.000 ευρώ!
Οι πιστώσεις των λογαριασμών του Εμμ. Στ. είναι συνολικά 6.373.285 ευρώ, 304.762.960 δρχ. και 7.663.711 μάρκα, ενώ οι χρεώσεις είναι 6.438.466 ευρώ, 207.636.382 δρχ. και 5.600.872 μάρκα.
Θυμίζουμε ότι στα πλαίσια της ποινικής έρευνας για την ίδια υπόθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη ο Ροδίτης είχε κριθεί προσωρινά κρατούμενος την 22α Μαϊου 2009. Απολογούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες υποστηρίζοντας ότι το υπέρογκο ποσό που βρέθηκε στον λογαριασμό του, ήταν μπόνους της εταιρείας.
Στο πολυσέλιδο απολογητικό υπόμνημα που είχε καταθέσει στον ανακριτή χαρακτήρισε τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες ανυπόστατες, αόριστες και ασαφείς καθώς όπως επισημαίνει δεν προσδιορίζεται πώς, πότε, γιατί και ποιος δωροδόκησε ποιον.
Διευκρίνισε ότι οι κατηγορίες που του αποδίδονται αφορούν την περίοδο από το Δεκέμβριο του 1998 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2003 ενώ εκείνος αποχώρησε από την εταιρεία τον Απρίλιο του 1999 και, όπως επισημαίνει, ήδη από τον Οκτώβριο του 1998 δεν είχε καμία ουσιαστική αρμοδιότητα.
Ο Εμμ. Στ. αρνήθηκε το αδίκημα της δωροδοκίας, παραδέχθηκε όμως ότι ο λογαριασμός με την κωδική ονομασία «Νίκος» ανήκει στον ίδιο και επισημαίνει ότι το 1 εκατ. μάρκα που εμβάστηκαν σε αυτόν το 1999 είναι μπόνους που προέρχεται από τη μητρική Siemens.
Αμφισβήτησε συνολικά την εγκυρότητα της έκθεσης της Debevoise and Plimpton, ενώ βάλλει κατά του ανακριτή κατηγορώντας τον ότι «έχει γυρίσει την πλάτη στην αλήθεια» καθώς και για εξυπηρέτηση πολιτικών και άλλων συμφερόντων. Αναφερόμενος στη σύμβαση 8002 για την ψηφιοποίηση του ΟΤΕ ο Εμμ. Στ. διευκρίνισε ότι δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και επεσήμανε ότι δικαίωμα υπογραφής είχε μία σειρά ατόμων μεταξύ των οποίων και οι συγκατηγορούμενοί του Μιχάλης Χριστοφοράκος, Ηλίας Γεωργίου, Αλέξανδρος Αθανασιάδης και Χρήστος Καραβέλας.
Επεσήμανε ακόμη ότι δικαίωμα υπογραφής είχε και ο ίδιος ωστόσο από την έρευνα που έγινε στη Γερμανία ουδείς «εξέφρασε υπόνοια ότι εγώ είχα ωφελήματα».
Ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε το ύψος της ζημίας που κατά την κατηγορία υπέστη ο ΟΤΕ και υπεστήριξε ότι η εκτίμησή της από τον ανακριτή είναι υπεραπλουστευτική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γι’ αυτό και ζήτησε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Υποστήριξε ακόμη ότι η σύμβαση ήταν άκρως επωφελής για τον οργανισμό, καθώς αυξήθηκαν θεαματικά τα έσοδά του και υπογραμμίζει ότι η συμφωνία εγκρίθηκε από τον τότε αρμόδιο υπουργό Αναστάσιο Μαντέλη και ότι σε περίπτωση που αυτή δεν είχε υπογραφεί η καταστροφή του ΟΤΕ ήταν βέβαιη.
Θυμίζουμε ότι ο Εμμ. Στ. κατέρρευσε μετά από καρδιακό επεισόδιο και εν συνεχεία με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών η προσωρινή του κράτηση αντικαταστάθηκε με τους περιοριστικούς όρους της καταβολής χρηματικής εγγύησης ύψους 60.000 ευρώ, της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και της υποχρεωτικής εμφάνισής του δυο φορές το μήνα σε αστυνομικό τμήμα.