Εκδικάστηκαν 3 υποθέσεις στελεχών της πρ. Λαϊκής Τράπεζας

Τέσσερις υποθέσεις που αφορούν την παρατραπεζική δραστηριότητα που φέρονται να είχαν αναπτύξει εντός του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας Ρόδου, πρώην στελέχη της, απασχόλησαν επί διήμερο το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων.
Στο εδώλιο του κατηγορούμενου κάθισε η πρώην προϊσταμένη συναλλαγών του υποκαταστήματος που λειτουργούσε στο κέντρο της πόλης. Η μια υπόθεση που αφορά ομογενείς από την Ιταλία αναβλήθηκε, ενώ εξετάστηκαν οι υπόλοιπες.
Η πρώην τραπεζική υπάλληλος καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία στη μια εξ’ αυτών και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 6 ετών με ανασταλτικό ως προς την έφεση αποτέλεσμα με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισής της μια φορά κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας της. Με απόφαση που ελήφθη κατά πλειοψηφία απηλλάγη από τις κατηγορίες που την βάρυναν σε ακόμη δύο υποθέσεις.
Η κατηγορούμενη κρίθηκε συγκεκριμένα ένοχη άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και πλαστογραφία που τελέστηκε από πρώην διευθυντή του ίδιου υποκαταστήματος.
Φέρονται συγκεκριμένα στη Pόδο την 30ή Αυγούστου 2003 να έπεισαν επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στη Μεσαιωνική Πόλη να υπογράψει με τη Λαϊκή Tράπεζα σύμβαση πώλησης και επαναγοράς τίτλων του Eλληνικού Δημοσίου (repos) ονομαστικής αξίας 422.375 ευρώ με ημερομηνία πώλησης την 31η Αυγούστου 2004 και συμφωνηθείσα τιμή 498.402 ευρώ. Δικαιούχοι των repos ήταν ο επιχειρηματίας και η σύζυγός του.
Φέρονται ειδικότερα να παρέστησαν στους ανωτέρω, ψευδώς ότι επρόκειτο για σύμβαση με την τράπεζα και έκαναν χρήση πλαστών εγγράφων, όμοιων με τα χρησιμοποιούμενα από την τράπεζα, χωρίς η τράπεζα να γνωρίζει για τη σύναψή τους.
Το θύμα φέρεται να κατέβαλε το ποσό των 422.375 ευρώ και όταν εμφανίσθηκε στο κατάστημα Pόδου της Λαϊκής Tράπεζας, την 31η Αυγούστου 2004, για να ζητήσει την επαναγορά των τίτλων, η τράπεζα διαπίστωσε την απάτη και αναγκάσθηκε να τους αποζημιώσει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μητέρα του φερόμενου ως θύματος της ως άνω υπόθεσης έχει ομοίως προσφύγει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, διεκδικώντας αποζημιώσεις ύψους 1.424.030 ευρώ, από ομόλογα Eλληνικού Δημοσίου, που είχε επενδύσει και τα οποία όπως υποστηρίζει, έκαναν… φτερά!
Στη δεύτερη υπόθεση, που κρίθηκε αθώα και σχετίζεται εμμέσως με την προηγούμενη, μηνυτής ήταν ένας έμπορος σιδήρου. Ο τελευταίος για τις ανάγκες των εταιρικών δραστηριοτήτων του, από το έτος 2002, διατηρούσε συνεργασία με τη Λαϊκή Τράπεζα.
Tον Αύγουστο του 2002 άνοιξε ένα λογαριασμό Ταμιευτηρίου. Μετά από λίγες ημέρες ο τότε διευθυντής φέρεται να τον κάλεσε στο γραφείο του και παρουσία της προϊσταμένης συναλλαγών να του ζήτησε, προς δική του διευκόλυνση, να υπογράψει κάποιες αποδείξεις ανάληψης. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 2004 του επιδόθηκε από την τράπεζα η από 14 Σεπτεμβρίου 2004 εξώδικη κλήση – όχληση – προειδοποίηση διά της οποίας γενικόλογα «ενημερωνόταν» ότι πιστώθηκε αχρεωστήτως στον λογαριασμό Ταμιευτηρίου του, το ποσό των 309.000 ευρώ, το οποίο εκείνος δήθεν ανέλαβε σταδιακά, αρχής γενομένης από την 4-9-2002.
Tην 1η Nοεμβρίου 2004, όπως τονίζει, του κοινοποιήθηκε η από 26 Oκτωβρίου 2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της τράπεζας εναντίον του, με την οποία εζητείτο η συντηρητική κατάσχεση του συνόλου των περιουσιακών του στοιχείων.
Ο έμπορος κατήγγειλε ότι πίστωσαν εν αγνοία του παράνομα και αντισυμβατικά αχρεωστήτως ποσά που δεν του ανήκαν, πλαστογράφησαν από κοινού παραστατικά, νόθευσαν αυτά συμπληρώνοντας εν αγνοία του ιδιοχείρως τα αναγκαία για την ανάληψη των σχετικών ποσών στοιχεία, έθεσαν τις υπογραφές τους σ’ αυτά και προσπόρισαν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος.
Αθώα κρίθηκε σε υπόθεση που αφορά επένδυση ύψους 278.650 ευρώ σε προθεσμιακή κατάθεση με υψηλό επιτόκιο, που πείσθηκε να συνάψει με την τράπεζα την 21η Φεβρουαρίου 2003 μια κάτοικος Ρόδου. Ο πρώην διευθυντής φέρεται να είχε ήδη δακτυλογραφήσει από μόνος του το έντυπο της προθεσμιακής κατάθεσης και να το είχε τοποθετήσει στο γραφείο του για να υπογραφεί από την πελάτισσα, ενώ της ζήτησε να του οπισθογραφήσει επιταγή της τράπεζας με την οποία συνεργαζόταν και από την οποία είχε αναλάβει τις οικονομίες της, προκειμένου να της παραδώσει την απόδειξη της προθεσμιακής κατάθεσης και βιβλιαρίου του λογαριασμού ταμιευτηρίου.
Η καταγγέλλουσα είχε υποστηρίξει ότι δεν είχαν επενδυθεί τα χρήματά της σε προθεσμιακή κατάθεση και ότι το ποσό της επιταγής που είχε δώσει κατέληξε σε έναν ιδιώτη. Περαιτέρω φέρεται να προέκυψε ότι την 28-08-2003 πραγματοποιήθηκε ανάληψη ποσού 175.000 ευρώ από κοινό λογαριασμό τριών μονίμων κατοίκων των Βρυξελλών, ο οποίος είχε ανοιχτεί από τους ίδιους τους δικαιούχους στο κατάστημα της ίδιας τράπεζας στη Ρόδο με τη σαφή οδηγία να πιστωθεί σε αυτόν το λογαριασμό ρέπος μετά τη ρευστοποίησή του.

Οπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε την ανάληψη του ποσού αυτού δεν έκαναν οι ίδιοι οι δικαιούχοι αλλά αυτή έγινε βάσει του σχετικού δελτίου ανάληψης το οποίο έφερε κατ΅ απομίμηση την υπογραφή ενός εξ’ αυτών.