Με την υπ’ αρίθμ. 150/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε χθες, απορρίφθησαν οι εφέσεις της Alpha Bank και του πρώην υπαλλήλου της κ. Κ. Γκόνου για την ακύρωση της υπ’ αρίθ,. 285/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία είχε επιδικαστεί αποζημίωση από αδικοπραξία, ύψους 74.925.000 δρχ. νομιμότοκα από το έτος 1998, στον επιχειρηματία κ. Νικόλαο Καλαφατά.
Ο κ. Καλαφατάς έχει υποβάλει για την ίδια υπόθεση κι άλλη αγωγή με αίτημα να αποζημιωθεί για ηθικές βλάβες που έχει υποστεί με το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ από έκαστο!
Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι έπεσε θύμα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς πρώην υπαλλήλου της Alpha Bank στη Ρόδο και αναγνώρισε ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να γίνει από την τράπεζα ή τον υπάλληλό της.
Με παρεμπίπτουσα αγωγή, που έγινε ομοίως δεκτή, η τράπεζα αιτήθηκε από το δικαστήριο σε περίπτωση που αναγνωριστεί υπαιτιότητα της για τη βλάβη του κ. Καλαφατά, να της αναγνωριστεί το δικαίωμα να διεκδικήσει τα χρήματα από τον πρώην υπάλληλό της.
Οπως ξανάγραψε η “δ” ο κ. Γκόνος έχει καταδικαστεί για την αδικοπραξία που, όπως καταγγέλθηκε, τέλεσε σε βάρος του κ. Νικολάου Καλαφατά σε ποινή φυλάκισης 4 ετών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 3 ευρώ ημερησίως, με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Εν πάση περιπτώσει το ιστορικό της υπόθεσης σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου έχει ως εξής:
Ο κ. Γκόνος ήταν μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 1997 υπάλληλος στο Κεντρικό κατάστημα της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ, που βρίσκεται στη Ρόδο στην πλατεία Κύπρου. Λόγω της στενής φιλικής σχέσης που από το έτος 1990 διατηρούσε με τον κ. Καλαφατά, με τον οποίο κατά τα σχολικά τους χρόνια ήταν και συμμαθητές, είχε διαπιστώσει, όχι μόνο τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια του τελευταίου αλλά και την επιθυμία του να αυξήσει την περιουσία του, προβαίνοντας σε επενδύσεις, οι οποίες σε μικρό χρονικό διάστημα θα του απέδιδαν μεγάλα ποσά.
Την 11-3-1997 ειδοποίησε τον κ. Καλαφατά ότι υπήρχε επενδυτική ευκαιρία, που αφορούσε την προαγορά συναλλάγματος ύψους 100.000.000 δραχμών με εξασφαλισμένο κέρδος σε ποσοστό 20%-24% τουλάχιστο για διάστημα ενός έτους, την οποία του είχε υποδείξει ο Β. Λ., άτομο που ασχολείτο κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου, με χρηματιστηριακές συναλλαγές και τον οποίο είχε ήδη φέρει σε επαφή με τον ενάγοντα από τον Οκτώβριο του 1996. Έτσι ο τελευταίος πείσθηκε και την επομένη ημέρα δηλαδή την 12-3-1997 έλαβε δάνειο ύψους 75.000.000 δραχμών από την Εμπορική Τράπεζα Ρόδου. Το δάνειο αυτό δόθηκε με βάση την υπ’ αριθμ. 3426/1993 σύμβαση πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού της εταιρείας Αφοί Καλαφατά ΟΕ, της οποίας ο ενάγων ήταν ομόρρυθμο μέλος, στην οποία σύμβαση ο ενάγων είναι εγγυητής. Για την πλήρη κάλυψη του δανείου υπέγραψε ο κ. Καλαφατά την από 12-3-1997 (αυθημερόν) σύμβαση εκχώρησης και ενεχυριάσεως προθεσμιακών του καταθέσεων τηρουμένων στην ως άνω Τράπεζα σε συνάλλαγμα. Το ποσό των 75.000.000 δραχμών δόθηκε στον κ. Καλαφατά τοις μετρητοίς, όπως η Εμπορική Τράπεζα, βεβαιώνει στο με αριθμό 501/1-7-2002 απαντητικό της έγγραφο στον Ανακριτή Ρόδου. Μετά την εκταμίευση του ποσού αυτού από την Εμπορική Τράπεζα, ο κ. Καλαφατάς τοποθέτησε τα χρήματα σε δεσμίδες χαρτονομισμάτων μέσα σε μια μαύρη πλαστική σακούλα, την οποία μετέφερε στην Alpha Τράπεζα, που εργαζόταν προστηθείς από αυτήν ο κ. Γκόνος, ως ταμίας (teller) στο τμήμα καταθέσεων και εντολών. Του παρέδωσε το ποσόν στις δεσμίδες χαρτονομισμάτων που ήταν σφραγισμένες από τη Εμπορική Τράπεζα, με την εντολή να το εμβάσει στον λογαριασμό του Β. Λ. στην Αθήνα, ώστε αυτός με την σειρά του να πραγματοποιήσει για λογαριασμό του ενάγοντος την προαγορά συναλλάγματος. Ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν ταμίας στο κεντρικό ταμείο που εξυπηρετούντο πελάτες με μεγάλες καταθέσεις, όπως η επίδικη. Ο κ. Καλαφατάς όμως απευθύνθηκε σ’ αυτόν επειδή ήταν γνωστός του και του είχε προτείνει τη συγκεκριμένη επενδυτική κίνηση. Ο κ. Γκόνος αφού παρέλαβε ιδιοχείρως το ποσό αυτό, συμπλήρωσε το ειδικό έντυπο καταθέσεως, με αριθμό 9703126400230008 στο οποίο ανέγραψε το ποσό που παρέλαβε από τον ενάγοντα δηλ. 75.000.000 δρχ., με την εντολή να το καταθέσει στον υπ’ αριθμό 115002101173196 λογαριασμό του Β. Λ. Ο κ. Καλαφατάς υπέγραψε το έντυπο στην οικεία θέση, επιβεβαιώνοντας δε την oλοκλήρωση της συναλλαγής παρέλαβε το αντίγραφο που προορίζεται για τον πελάτη και ανεχώρησε πεπεισμένος ότι η συναλλαγή είχε πραγματοποιηθεί. Ο κ. Γκόνος προς πιστοποίηση της εντολής που έλαβε από τον κ. Καλαφατά για την προαγορά συναλλάγματος, στην οπίσθια όψη του αντιγράφου (παραστατικού) εντύπου καταθέσεως, που παρέλαβε ο κ. Καλαφατάς, σημείωσε «εντολή για προαγορά και προπώληση συναλλάγματος» 12-3-97 και κάτω από την ημερομηνία αυτή 12-3-98 και δίπλα 16.800.000. Εν συνεχεία ο κ. Γκόνος, επικαλούμενος στους προϊσταμένους του, λάθος πληκτρολόγηση τριών μηδενικών κατά την παραπάνω συναλλαγή, προέβη σε αντιλογισμό, όπως ονομάζεται στην τραπεζική ορολογία η ακύρωση λανθασμένης συναλλαγής. Συγκεκριμένα επικαλέσθηκε ότι έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των 75.000 δρχ και στο σχετικό έντυπο καταθέσεως πληκτρολόγησε κατά λάθος το στοιχείο 75.000.000 έτσι εκτυπώθηκε το προαναφερόμενο παραστατικό. Μόλις δε αντελήφθη το λάθος, πληκτρολόγησε ως ανάληψη το ποσό των 75.000.000 δρχ. και εξέδωσε το με αριθμό 9703126400230009 έντυπο ανάληψης και στη συνέχεια εξέδωσε άλλο έντυπο κατάθεσης το με αριθμό 97031264002300010 και πραγματοποίησε την κατάθεση του ποσού των 75.000 δρχ. Τα τρία αυτά έγγραφα είχαν συνεχόμενη καταληκτική αρίθμηση, εκδόθηκαν δηλαδή αμέσως. Στο έντυπο ανάληψης όμως, το οποίο ο κ. Γκόνος συμπλήρωσε, αριθμητικώς και ολογράφως με το ποσό των 75.000.000 δρχ. έθεσε κάτω από την ένδειξη «υπογραφή πελάτη» κατ’ απομίμηση την υπογραφή του κ. Καλαφατά, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι ο τελευταίος υπέγραψε και έκανε ανάληψη του ως άνω ποσού, που, πριν από δευτερόλεπτα του είχε παραδώσει για να το εμβάσει στο λογαριασμό του Λ. Β. του Τρ., κατοίκου Αθηνών, στο με αρ. …… λογαριασμό που διατηρούσε στην ίδια Τράπεζα. Ακολούθως, εν αγνοία του ενάγοντος και στο τρίτο έντυπο (ένταλμα κατάθεσης) συμπλήρωσε αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 75.000δρχ και έθεσε κάτω από την ένδειξη «υπογραφή πελάτη» κατ’ απομίμηση την υπογραφή του κ. Καλαφατά, έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι στις 12-3-1997 ο τελευταίος είχε καταθέσει στο λογαριασμό του Β. Λ. 75.000δρχ, με το οποίο πιστώθηκε τελικά και ο λογαριασμός του δικαιούχου αυτού.
Κατόπιν υπέβαλε τα έντυπα αυτά για θεώρηση στους Κ. Κ. και Γ. Σ., οι οποίοι υπό την ιδιότητα του προϊσταμένου του τμήματος συναλλάγματος και του υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της δεύτερης εναγομένης αντιστοίχως, θεώρησαν τα έντυπα αυτά θέτοντας στην οικεία επ’ αυτών θέση τις υπογραφές τους.
Με τον τρόπο αυτό ο κ. Γκόνος εμφάνισε στην τράπεζα, ότι ο κ. Καλαφατάς προέβη σε ακύρωση του αρχικού εμβάσματος των 75.000.000δρχ και ότι τελικά έκανε κατάθεση υπέρ του Β. Λ., ποσού μόνο 75.000δρχ., επιτυγχάνοντας με τον παράνομο αυτό τρόπο να προσποριστεί περιουσιακό όφελος ύψους 74.925.000 δρχ., που ήταν ισόποσο με τη διαφορά του αρχικού ποσού των 75.000.000 δρχ..
Το μήνα Μάρτιο του επομένου έτους 1998, ο κ. Καλαφατάς ζήτησε από τον κ. Γκόνο (ο οποίος είχε ήδη παραιτηθεί από την Τράπεζα), το ποσό των χρημάτων που είχε καταθέσει και την απόδοση που του είχε υποσχεθεί. Όταν, όμως, αυτός του ανέφερε ότι έγινε αυτόματη ανανέωση της κατάθεσης για άλλους τρεις μήνες, ο ενάγων ανησυχώντας, για τη τύχη των χρημάτων του, απευθύνθηκε στην τράπεζα προφορικά και αφού του ζητήθηκε έγγραφο αίτημα, απέστειλε επιστολή σε απάντηση της οποίας πληροφορήθηκε, ότι την 12-3-1997 κατέθεσε σε λογαριασμό τρίτου το ποσό των 75.000 δραχμών και όχι των 75.000.000 δρχ!!













