Ανοιξαν οι λογαριασμοί κατηγορουμένων για τοκογλυφία

H πρώτη οικονομική πραγματογνωμοσύνη που αφορά έλεγχο καταθέσεων και αναλήψεων λογαριασμών τριών κατοίκων της Ρόδου που καταγγέλθηκαν ως εμπλεκόμενοι σε υπόθεση εκβίασης και τοκογλυφίας περαιώθηκε και υποβλήθηκε προς αξιολόγηση στην τακτική Ανακρίτρια Ρόδου.
Στην υπόθεση διωκόμενοι για εκβίαση κατ’ εξακολούθηση και για τοκογλυφία κατ΄ επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση είναι δύο επιχειρηματίες που φέρονται να εμπλέκονται στην γνωστή υπόθεση διακίνησης πλαστογραφημένων επιταγών ιδιοκτήτη αλυσίδας ζαχαροπλαστείων με δράστη συγγενικό του πρόσωπο που όπως υποστηρίζει, έπεσε και θύμα τους.
Στον τελευταίο ασκήθηκε ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ ενώ στα πλαίσια της ανάκρισης πρόκειται να εξεταστεί πιθανή εμπλοκή και υπαλλήλων τράπεζας του νησιού.
Εν πάση περιπτώσει από την πραγματογνωμοσύνη φέρεται να προκύπτουν καταθέσεις και αναλήψεις σημαντικών ποσών σε λογαριασμούς των φερόμενων ως εμπλεκόμενων για τις οποίες έπρεπε να προκύπτει συναλλακτική σχέση μεταξύ τους.
Ο πραγματογνώμονας έτσι ζητά την επέκταση της έρευνας προκειμένου να αναζητηθούν σχετικά με τις αναλήψεις και καταθέσεις παραστατικά από τις τράπεζες και να διαφανεί η συναλλακτική σχέση μεταξύ των καταθετών και των δικαιούχων.
Όπως απεκάλυψε η «δ» αφορμή για το σχηματισμό της δικογραφίας αποτέλεσε η κοινοποίηση στον κ. Εισαγγελέα αγωγής που υποβλήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία καταγγέλλεται η διάπραξη σοβαρών αδικημάτων με την διαχείριση επιταγών ύψους 317.000 ευρώ με την συνδρομή υπόκαταστήματος τράπεζας του νησιού.
O φερόμενος ως θύμα υποστηρίζει ότι από το έτος 2000 έχει χάσει περισσότερα από 150.000 ευρώ στο καζίνο της Pόδου επισημαίνοντας ότι για να αντεπεξέλθει έλαβε προσωπικά δάνεια από τράπεζες αλλά και από γνωστούς του. Yποστηρίζει ότι ήταν αδύνατον να αντεπεξέλθει στην κάλυψη επιταγών του και ότι ζήτησε βοήθεια από έτερο συγγενή του. Iσχυρίζεται ότι ο συγγενής του, του είπε ότι μπορούσε να βρεί όσα χρήματα χρειαζόταν γιατί συνεργάζεται με έναν κάτοικο Aρχαγγέλου και ότι θα τον δάνειζαν χρήματα με τόκο 10% το μήνα.
Διατείνεται ακόμη ότι ο συγγενής του τον ανάγκασε για να συνεχίσει να τον δανείζει να του παραδώσει επιταγές της επιχείρησης του πατέρα του και ότι πήρε ένα ξεχασμένο μπλόκ και το συμπλήρωσε πλαστογραφώντας τις υπογραφές του εταίρων της οικογενειακής του επιχείρησης. Εν συνεχεία φέρεται να ζήτησε από τράπεζα νέο καρνέ επιταγών στο όνομα του πατέρα του χωρίς να επιδείξει πληρεξούσιο ή άλλο έγγραφο. O φερόμενος ως θύμα επισημαίνει ότι πήγε στην τράπεζα εννιά φορές και πήρε εννιά καρνέ υπογράφοντας στο βιβλίο ότι ήταν ο πατέρας του.
Aρχικώς, όπως ισχυρίζεται, δανείστηκε 40.000 ευρώ για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα στο ποσό των 317.000 ευρώ υποστηρίζοντας ότι ο τόκος που εισέπραττε από εκείνον ετησίως ήταν 120%.
Iσχυρίζεται ακόμη ότι ο πατέρας του εκβιαζόμενος μετέβη με τον εξάδελφό του σε συμβολαιογράφο και υπέγραψε υπό την απειλή σφράγισης των επιταγών πράξη αναγνώρισης χρέους.