Η δικαστική διαμάχη γύρω από το αιολικό πάρκο στο όρος Ατάβυρος αποκτά νέο κεφάλαιο. Η υπόθεση, που κινείται γύρω από την αξίωση καταβολής μισθωμάτων σχεδόν 1,2 εκατομμυρίων ευρώ και την ακυρότητα σύμβασης μίσθωσης δημοσίου ακινήτου, επιστρέφει ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου έπειτα από την έφεση που άσκησε η Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου (ΕΤΑΔ Α.Ε.) κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Η υπόθεση ορίστηκε για εκδίκαση στις 24 Απριλίου 2026.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου είχε κρίνει εν μέρει υπέρ της «Αιολικό Πάρκο Ρόδου Α.Ε.», εταιρείας στην οποία ο Δήμος Ρόδου μετέχει με ποσοστό 10%. Το δικαστήριο είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της μίσθωσης από τις 10 Ιανουαρίου 2017 και εφεξής, κρίνοντας ότι η σύμβαση δεν μπορούσε να ανανεωθεί σιωπηρά, δεδομένου ότι η ίδια η σύμβαση το απαγόρευε ρητά. Παράλληλα, είχε απορρίψει στο σύνολό τους τα αιτήματα της ΕΤΑΔ, ανάμεσα στα οποία ήταν η αξίωση καταβολής μισθωμάτων για την πενταετία 2017 έως 2022, ποσού περίπου 775.000 ευρώ, καθώς και τα ποσά τόκων υπερημερίας που ζητήθηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε κρίνει επίσης ότι η τότε Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ), η οποία υπέγραψε τη σύμβαση μίσθωσης το 1997 για έκταση 746.875 τετραγωνικών μέτρων στην περιοχή Πιθανίτης, δεν διέθετε ουσιαστική αρμοδιότητα διαχείρισης της επίμαχης γης. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η έκταση είχε χαρακτηριστεί, μέσω πράξεων που εκδόθηκαν μεταξύ 2011 και 2014, ως δημόσια δασική και χορτολιβαδική, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.998/1979. Συνεπώς, η ΕΤΑΔ ως καθολικός διάδοχος της ΚΕΔ δεν μπορούσε να επικαλείται δικαιώματα ιδιοκτήτη ή εκμισθωτή για οποιαδήποτε περίοδο μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης.
Η ΕΤΑΔ, μη αποδεχόμενη την πρωτόδικη ήττα της, άσκησε έφεση ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης και την αποδοχή των αρχικών της αιτημάτων. Το επιχείρημα της ΕΤΑΔ στηρίζεται στην άποψη ότι η μίσθωση συνεχίστηκε σιωπηρά μετά τη λήξη της και ότι η «Αιολικό Πάρκο Ρόδου Α.Ε.» οφείλει αποζημίωση για τη χρήση του ακινήτου, επικαλούμενη διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί μίσθωσης αορίστου διάρκειας.
Το εφετειακό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί ερωτημάτων που υπερβαίνουν τα στενά όρια της παρούσας διαφοράς. Κεντρικό ζήτημα παραμένει εάν δημόσιος φορέας που συνήψε σύμβαση μίσθωσης χωρίς να κατέχει αρμοδιότητα για τη διαχείριση της επίμαχης έκτασης μπορεί, εκ των υστέρων, να αξιώνει μισθώματα ή αποζημίωση χρήσης για το διάστημα που ακολούθησε τη λήξη αυτής. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το ζήτημα του κατά πόσο η ρητή απαγόρευση σιωπηρής ανανέωσης, που ήταν αναπόσπαστο τμήμα της αρχικής σύμβασης, δεσμεύει τον διάδοχο φορέα.
Η «Αιολικό Πάρκο Ρόδου Α.Ε.» ιδρύθηκε το 1996 με σκοπό την εγκατάσταση και λειτουργία αιολικού σταθμού στον Ατάβυρο, εγκατεστημένης ισχύος 11,7 MW με 13 ανεμογεννήτριες, ένα από τα πρώτα έργα του είδους στην Ελλάδα. Το πάρκο τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 2005, ωστόσο ήδη από το 2006 διαπιστώθηκε ότι οι ανεμογεννήτριες είχαν τοποθετηθεί εν μέρει εκτός των ορίων της εκμισθωμένης έκτασης, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας στη σχέση της εταιρείας με τις δημόσιες αρχές.
Παρά τις ασάφειες και τα προβλήματα που ανέκυψαν, η εταιρεία συνέχισε να καταβάλλει κανονικά το συμφωνηθέν ετήσιο μίσθωμα μέχρι τη λήξη της σύμβασης τον Ιανουάριο του 2017. Η ΕΤΑΔ, ωστόσο, κινήθηκε αργά. Μόλις τον Δεκέμβριο του 2021 απέστειλε επιστολή διεκδικώντας εφάπαξ καταβολή ποσού για ληξιπρόθεσμα μισθώματα πενταετίας, ενώ το 2022 επανήλθε με αυξημένα ποσά και αξίωση τόκων υπερημερίας.
Ανεξάρτητα από την έκβαση της εφετειακής δίκης, η υπόθεση αναδεικνύει με ενάργεια τις συνέπειες της έλλειψης συντονισμού μεταξύ διαφορετικών κρατικών υπηρεσιών. Αδειοδοτήσεις χορηγήθηκαν, συμβάσεις υπογράφηκαν και έργα υλοποιήθηκαν, ενώ το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης παρέμενε αδιευκρίνιστο για περισσότερο από μία δεκαετία.
Ο Δήμος Ρόδου, μέτοχος της εταιρείας με ποσοστό 10% ως συνέχεια πρωτοβουλίας του πρώην Δήμου Αταβύρου, παρακολουθεί τις εξελίξεις με ενδιαφέρον, καθώς το αποτέλεσμα της εφετειακής εκδίκασης θα καθορίσει αν η πρωτόδικη δικαίωση θα επικυρωθεί ή θα ανατραπεί. Στις 24 Απριλίου 2026, το δικαστήριο αναμένεται να δώσει τη δική του απάντηση.













