Τοπικές Ειδήσεις

Μεσαιωνική Πόλη Ρόδου: Το έργο που δεν μπορεί να περιμένει άλλο…

• Η ολοκλήρωση των υπόγειων δικτύων αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την προστασία, τη λειτουργικότητα και την ανάδειξη του μνημείου

Εδώ και επτά ολόκληρα χρόνια το έργο της ολοκλήρωσης των υπόγειων δικτύων στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου, παραμένει ουσιαστικά στα…λόγια. Η Προγραμματική Σύμβαση (ΜΠ) που βγήκε από το «συρτάρι» το 2019 και επανυπογράφηκε το 2023, καλείται πλέον να περάσει από το στάδιο των εξαγγελιών στην πράξη. Η ανάγκη είναι προφανής.
Η ολοκλήρωση της μελέτης και η ένταξη του έργου σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα αποτελούν την απαραίτητη αφετηρία για την υλοποίηση της Β΄ φάσης των υπόγειων δικτύων, που συνιστούν το σημαντικότερο τεχνικό έργο υποδομής στη Μεσαιωνική Πόλη. Χωρίς την ολοκλήρωσή τους, κάθε προσπάθεια συνολικής παρέμβασης, αναβάθμισης και ανάδειξης του μοναδικού ιστορικού πλούτου του μνημείου παραμένει ουσιαστικά ημιτελής.
Το έργο δεν είναι νέο. Ήδη από το 2018 η δημοτική αρχή του Φώτη Χατζηδιάκου είχε προχωρήσει στην εκπόνηση προμελέτης, αξιοποιώντας την εμπειρία και τις γνώσεις του συνταξιούχου μηχανικού της ΔΕΥΑΡ Μιχάλη Δρόσου, ο οποίος είχε την ευθύνη από την πρώτη φάση υλοποίησης του έργου που πραγματοποιήθηκε με προγραμματική σύμβαση με τη ΔΕΠΟΣ Α.Ε. Σήμερα, η ευθύνη προώθησης του έργου βρίσκεται ουσιαστικά στη ΔΕΥΑΡ, καθώς το πρόσωπο που έχει οριστεί εντεταλμένος για τη Μεσαιωνική Πόλη ταυτίζεται με τον πρόεδρο της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Η συγκυρία αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε το έργο να προχωρήσει χωρίς άλλες καθυστερήσεις.

Ένα έργο που ξεκίνησε πριν από τρεις δεκαετίες
Η αρχική προγραμματική σύμβαση για τα υπόγεια δίκτυα της Μεσαιωνικής Πόλης υπογράφηκε τον Ιούνιο του 1994 μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Αιγαίου, του Δήμου Ρόδου, της ΔΕΥΑΡ και της ΔΕΠΟΣ Α.Ε.
Αντικείμενο της σύμβασης ήταν η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση όλων των υποδομών της ιστορικής πόλης με την κατασκευή δικτύων αποχέτευσης ακαθάρτων και ομβρίων, αντικατάσταση του πεπαλαιωμένου δικτύου ύδρευσης, δημιουργία δικτύου πυρόσβεσης, υπογείωση δικτύων ηλεκτρισμού και τηλεπικοινωνιών, εγκατάσταση δημοτικού φωτισμού και πλήρης αποκατάσταση των οδοστρωμάτων με τον παραδοσιακό τρόπο, με πλάκες και βότσαλα. Ιδιαίτερη σημασία είχε το γεγονός ότι το έργο δεν αφορούσε μόνο τους βασικούς αγωγούς, αλλά και τις συνδέσεις κάθε κτιρίου ξεχωριστά με τα κύρια δίκτυα.
Το συνολικό φυσικό αντικείμενο αφορούσε δρόμους και πλατείες συνολικής επιφάνειας 76.262 τετραγωνικών μέτρων, ενώ ο αρχικός προϋπολογισμός ανερχόταν σε 10,27 εκατ. ευρώ (τιμές 1994). Με τις τροποποιήσεις που ακολούθησαν, το έργο έφθασε συνολικά τα 20,5 εκατ. ευρώ. Η Α΄ φάση του έργου ολοκληρώθηκε το 2001 και αφορούσε 33.750 τετραγωνικά μέτρα δρόμων και πλατειών, δηλαδή περίπου το 44% του συνολικού έργου. Η Β΄ φάση ξεκίνησε το 2003, όμως προχώρησε με μεγάλες διακοπές λόγω διοικητικών προβλημάτων και τελικά δεν ολοκληρώθηκε .Συνολικά μέχρι σήμερα έχουν κατασκευαστεί υποδομές σε 43.971 τετραγωνικά μέτρα- περίπου το 58% του έργου. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκαν, 5,5 χιλιόμετρα δικτύου ακαθάρτων, 2,8 χιλιόμετρα δικτύου ομβρίων, 5,6 χιλιόμετρα νέου δικτύου ύδρευσης, 37 πυροσβεστικά σημεία και περισσότερες από 1.300 ιδιωτικές συνδέσεις ακινήτων. Τα δίκτυα αυτά λειτουργούν μέχρι σήμερα, ενώ τα τελευταία χρόνια αξιοποιούνται και οι σωληνώσεις που είχαν τοποθετηθεί για τηλεπικοινωνιακές υποδομές, επιτρέποντας την εγκατάσταση νέων ευρυζωνικών δικτύων.


Η κρίσιμη Β΄ φάση που εκκρεμεί
Το τμήμα που απομένει προς κατασκευή αφορά περίπου 32.000 τετραγωνικά μέτρα δρόμων και πλατειών. Σύμφωνα με την τεχνική πρόταση που έχει κατατεθεί, η υλοποίηση του έργου μπορεί να γίνει τμηματικά, σε δύο έως τέσσερα στάδια, ανάλογα με τη χρηματοδότηση που θα εξασφαλιστεί. Η λογική αυτή επιτρέπει την προώθηση του έργου ακόμη και με διαδοχικές χρηματοδοτήσεις μικρότερου ύψους, όπως συνέβη και στην πρώτη φάση.
Παράλληλα, η προτεραιοποίηση των παρεμβάσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη: τη συνέχεια των δικτύων αποχέτευσης, την ανάγκη αντικατάστασης μικτών και παλαιών δικτύων, την ισορροπημένη αναβάθμιση τόσο τουριστικών όσο και κατοικημένων περιοχών της Μεσαιωνικής Πόλης. Οι βασικές μελέτες υπάρχουν ήδη, ωστόσο απαιτείται επικαιροποίηση και προσαρμογή τους στη σημερινή νομοθεσία, καθώς και η σύνταξη των απαραίτητων τευχών δημοπράτησης και των σχετικών αδειοδοτήσεων.
Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με τον τεχνικό σχεδιασμό, μπορεί να ολοκληρωθεί σε περίπου δέκα μήνες. Στη συνέχεια θα απαιτηθούν, περίπου έξι μήνες για την αξιολόγηση και ένταξη σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα, περίπου δεκατέσσερις μήνες για τη δημοπράτηση και ανάδειξη αναδόχου.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η έναρξη των εργασιών θα μπορούσε να γίνει σε περίπου δυόμισι χρόνια από την έναρξη της διαδικασίας ωρίμανσης, ενώ η ολοκλήρωση της Β΄ φάσης εκτιμάται σε περίπου πέντε χρόνια. Η ολοκλήρωση των υπόγειων δικτύων δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό έργο υποδομής.
Είναι η βασική προϋπόθεση για κάθε σοβαρή παρέμβαση αναβάθμισης της καθημερινότητας των κατοίκων και της λειτουργίας της ιστορικής πόλης.
Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι το θεμέλιο για την προστασία και την ανάδειξη ενός μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς, που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς και πολιτιστικούς θησαυρούς της Ελλάδας. Μετά από τρεις δεκαετίες σχεδιασμών και επτά χρόνια αδράνειας, η πρόκληση είναι πλέον σαφής. Tο έργο πρέπει να περάσει από τη θεωρία στην υλοποίηση.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου