Συναγερμός στη Ρόδο για ανήλικη – Κοινωνική λειτουργός δήλωσε την εξαφάνιση, ενώ δεν είναι η πρώτη φορά που σημειώνονται φυγές, με το φαινόμενο να λαμβάνει διαστάσεις
Η υπόθεση εξαφάνισης 13χρονης από το παράρτημα προστασίας παιδιού Ρόδου κινητοποίησε τις Αρχές και έθεσε την ΕΛΑΣ σε κατάσταση συναγερμού, καθώς το περιστατικό δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο.
Τη δήλωση εξαφάνισης υπέβαλε στις 27/01/2026 και ώρα 18.25 κοινωνική λειτουργός, η οποία είναι εργαζόμενη στο παράρτημα προστασίας παιδιού Ρόδου. Η ίδια κατέγραψε το χρονικό των κινήσεων της ανήλικης και το σημείο της τελευταίας επιβεβαιωμένης θέασης, με στόχο να ενεργοποιηθούν ταχύτερα οι διαδικασίες αναζήτησης.
Σύμφωνα με όσα δηλώθηκαν, το παιδί που γεννήθηκε στις 27/02/2012, διέμενε εντός της δομής. Περί ώρα 08.00 της 27/01/2026 εξήλθε από τη δομή με σκοπό να μεταβεί στο 1ο Γυμνάσιο Ρόδου.
Το δεύτερο καθοριστικό σημείο της υπόθεσης τοποθετείται περί ώρα 11.00 της ίδιας ημέρας. Τότε η κοινωνική λειτουργός φέρεται να είδε την ανήλικη σε στάση δημόσιας συγκοινωνίας επί της οδού 7ης Μαρτίου, έναντι της νέας αγοράς. Εκεί, η ανήλικη φέρεται να υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε στο παράρτημα προστασίας παιδιού Ρόδου περί ώρα 17.00. Ωστόσο, δεν επέστρεψε ποτέ, γεγονός που οδήγησε στη δήλωση εξαφάνισης λίγη ώρα αργότερα.
Το χρονικό κενό ανάμεσα στην τελευταία θέαση και στη μη επιστροφή της ανήλικης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την έρευνα, καθώς όσο περνά ο χρόνος αυξάνονται οι πιθανοί προορισμοί, οι διαδρομές και τα σημεία όπου θα μπορούσε να βρεθεί ένα παιδί που μετακινείται μόνο του σε αστικό περιβάλλον.
Η ανήλικη έχει ύψος 1.65, κανονική σωματική διάπλαση, καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Την ώρα που έφυγε φορούσε μπουφάν με κουκούλα και μαύρη φόρμα. Είναι πνευματικά και ψυχικά υγιής.
Το στοιχείο που διαφοροποιεί την υπόθεση από άλλες μεμονωμένες εξαφανίσεις είναι η σαφής καταγραφή ότι η 13χρονη έχει φύγει πολλές φορές στο παρελθόν. Η πληροφορία αυτή δεν λειτουργεί απλώς ως λεπτομέρεια, αλλά ως κεντρικός δείκτης για το πώς πρέπει να διαβαστεί το περιστατικό. Η ΕΛΑΣ δεν τίθεται σε επιφυλακή για πρώτη φορά, καθώς το φαινόμενο των φυγών από τη συγκεκριμένη δομή αναφέρεται ότι εμφανίζει επαναληψιμότητα, με αποτέλεσμα κάθε νέο περιστατικό να αντιμετωπίζεται υπό το βάρος μιας ήδη επιβαρυμένης πραγματικότητας.
Σε επίπεδο ουσίας, όταν μια δομή προστασίας παιδιού εμφανίζει επαναλαμβανόμενες φυγές, οι εξαφανίσεις δεν είναι απλώς στατιστικά συμβάντα. Μετατρέπονται σε συστημικό πρόβλημα, που απαιτεί να εξεταστούν οι διαδικασίες επιτήρησης, τα πρωτόκολλα ασφαλείας, ο τρόπος με τον οποίο παρακολουθείται η σχολική μετακίνηση, οι συνθήκες που ευνοούν την απομάκρυνση και το κατά πόσο υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός άμεσης ανίχνευσης όταν ένα παιδί δεν επιστρέφει.
Η επαναληπτικότητα δημιουργεί και έναν επιπλέον κίνδυνο, την εξοικείωση με το γεγονός. Όταν μια ανήλικη έχει φύγει πολλές φορές, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το περιβάλλον να θεωρήσει ότι και αυτή τη φορά θα επιστρέψει. Όμως κάθε νέα εξαφάνιση μπορεί να έχει διαφορετική τροπή, διαφορετικές επιρροές και πολύ πιο σοβαρούς κινδύνους, ειδικά όταν το παιδί βρίσκεται εκτός προστατευτικού πλαισίου και πιθανώς εκτεθειμένο σε άγνωστα πρόσωπα ή καταστάσεις.













