• Από τη συνέντευξη Δένδια έως τη NAVTEX 0060/26 η Άγκυρα δοκιμάζει τα όρια της Ελλάδας και η Αθήνα απαντά με κυριαρχία και κανόνες
• Οι τουρκικές αντιδράσεις μέσω Hurriyet και Anadolu, η επίμονη επίκληση του casus belli, το αφήγημα περί αποστρατιωτικοποίησης 23 νησιών και η διετής δέσμευση ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού ως απόπειρα τετελεσμένων λίγο πριν τις κρίσιμες πολιτικές επαφές Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα
Η εικόνα που σχηματίζεται τις τελευταίες ώρες στο Αιγαίο δεν είναι απλώς μια ακόμη επεισοδιακή ανταλλαγή δηλώσεων. Είναι η ανάδυση μιας πιο σύνθετης τουρκικής τακτικής που συνδυάζει επικοινωνιακή πίεση, νομικοπολιτική αμφισβήτηση και επιχειρησιακή παρεμβολή στη θάλασσα, με στόχο να μετατρέψει μια παράνομη απειλή σε «κανονικότητα» και να υποχρεώσει την Ελλάδα να συζητά υπό το βάρος τετελεσμένων.
Στον πυρήνα βρίσκεται η σταθερή ελληνική θέση ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί μονομερές και κυριαρχικό δικαίωμα, άρα δεν μπαίνει σε παζάρι, καθώς και η εξίσου σταθερή θέση ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος όσο η Τουρκία διατηρεί πάνω στο τραπέζι το casus belli, δηλαδή την απειλή πολέμου.
Η αφορμή ήταν η πρόσφατη συνέντευξη του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, που προκάλεσε εμφανή ενόχληση στην Άγκυρα και ειδικά στον φιλοκυβερνητικό τουρκικό Τύπο. Η συνέχεια, όμως, ήρθε με τρόπο ακόμη πιο ανησυχητικό για τη σταθερότητα στην περιοχή, καθώς η Τουρκία προχώρησε στην έκδοση διετούς NAVTEX 0060/2026 μεγάλης γεωγραφικής εμβέλειας, δεσμεύοντας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 ολόκληρη την περιοχή ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού και επιχειρώντας να παρουσιάσει ως «τουρκική αρμοδιότητα» μια ζώνη που αφορά άμεσα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και την καθημερινή λειτουργία του Αιγαίου.
Η συνέντευξη Δένδια και το ξεκάθαρο μήνυμα για τα 12 μίλια
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας κ. Νίκος Δένδιας περιέγραψε την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων ως μονομερές και κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας, που απορρέει από το διεθνές δίκαιο και μπορεί να ασκηθεί σε χρόνο που θα εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Η ουσία αυτής της τοποθέτησης είναι διπλή και απολύτως καθοριστική. Πρώτον, η Αθήνα δεν αναγνωρίζει σε κανέναν τρίτο δικαίωμα συναπόφασης για το εύρος των χωρικών της υδάτων. Αυτό, στην πράξη, ακυρώνει την προσπάθεια της Άγκυρας να «κλειδώσει» το Αιγαίο σε ένα καθεστώς μόνιμης ομηρίας και να παρουσιάζει την Ελλάδα ως χώρα που οφείλει να ζητά άδεια για να ασκήσει δικαίωμα.
Δεύτερον, ο Νίκος Δένδιας έβαλε στο κέντρο το ζήτημα της απειλής χρήσης βίας, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία επιχειρεί να αποτρέψει την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου μέσω απειλής, και ότι οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση σε ελληνική επέκταση θα συνιστούσε πράξη επιθετικότητας. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν αποδέχεται ότι η απειλή πολέμου μπορεί να θεωρείται «θεμιτό επιχείρημα» ή «εργαλείο διαπραγμάτευσης» για ζητήματα κυριαρχίας.
Το casus belli ως τοξικό πλαίσιο που ακυρώνει τον διάλογο
Σε αυτό το σημείο, ο πυρήνας της ελληνικής επιχειρηματολογίας δεν είναι ρητορικός. Είναι βαθιά πολιτικός και αφορά την ίδια τη φύση του διαλόγου. Η Αθήνα δηλώνει ότι επιθυμεί συνομιλίες και διαύλους, όμως όταν μια πλευρά κρατά ως μόνιμη επιλογή την απειλή πολέμου σε περίπτωση άσκησης κυριαρχικού δικαιώματος της άλλης, τότε ο διάλογος παύει να είναι διαδικασία επίλυσης διαφορών και μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης. Γι’ αυτό και στη δημόσια συζήτηση επανέρχεται η φράση που αποτυπώνει το ελληνικό σκεπτικό με ωμό ρεαλισμό: «δεν μπορεί ο πόλεμος να αποτελεί βάση διαλόγου». Πρόκειται για θέση που έχει διατυπωθεί και από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει επιθετική τη διατήρηση του casus belli από την Τουρκία, και την οποία επανέλαβε, με διαφορετική θεσμική βαρύτητα, ο Νίκος Δένδιας.
Η Hurriyet, ο χάρτης του Anadolu και η επιχείρηση αντιστροφής ρόλων
Η τουρκική Hurriyet επέλεξε να παρουσιάσει τη συνέντευξη του Νίκου Δένδια ως «επαναφορά προκλήσεων στο Αιγαίο από την Αθήνα», εστιάζοντας στο ενδεχόμενο επέκτασης στα 12 ναυτικά μίλια. Στο ίδιο πλαίσιο, το τουρκικό αφήγημα επαναφέρει χάρτες, όπως αυτός του πρακτορείου Anadolu, στους οποίους προβάλλεται η λίστα νησιών που έχουν κατοχυρωθεί στην Ελλάδα από τις Συνθήκες της Λωζάνης του 1923 και των Παρισίων του 1947, με την Τουρκία να ζητά να παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα. Εδώ βρίσκεται ένας από τους βασικούς μηχανισμούς πίεσης της Άγκυρας: επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την κυριαρχία, που είναι κλειδωμένη διεθνώς, σε ένα πεδίο «όρων» και «προϋποθέσεων» που η ίδια θέλει να επιβάλει. Η προβολή του ζητήματος της αποστρατιωτικοποίησης δεν εμφανίζεται ως ανεξάρτητη νομική αγωνία, αλλά ως μοχλός για να θολώσει η κεντρική πραγματικότητα, ότι τα νησιά είναι ελληνικά με διεθνείς συνθήκες, και ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα και υποχρέωση να διασφαλίζει την άμυνά της όταν απέναντι υπάρχει διακηρυγμένη απειλή.
Η διετής NAVTEX 0060/2026 και η προσπάθεια κοπής του Αιγαίου στη μέση
Στις 24 Ιανουαρίου 2026, καταγράφεται η πιο ηχηρή κίνηση επί του πεδίου: η έκδοση της διετούς NAVTEX 0060/2026, που δεσμεύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 όλη την περιοχή ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού. Στο κείμενό της, η τουρκική πλευρά επικαλείται ότι «δεν έχει γίνει οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας» και καταλήγει ότι οποιαδήποτε ερευνητική ενέργεια ή δραστηριότητα στην περιοχή πρέπει να συντονίζεται από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές.
Οι στόχοι της Άγκυρας, από τα έργα του ΑΔΜΗΕ έως την παγίωση τετελεσμένων
Η ερμηνεία της τουρκικής κίνησης, όπως παρουσιάζεται και από τον αντιστράτηγο ε.α. Κωνσταντίνο Κούσαντα δεν είναι μονοδιάστατη. Πίσω από τη NAVTEX υπάρχει μια δέσμη στόχων που τέμνονται μεταξύ τους.
Ο πρώτος αφορά την παρεμπόδιση της ολοκλήρωσης ερευνών και διασυνδέσεων του ΑΔΜΗΕ για τη μετάδοση ηλεκτρικής ενέργειας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Αναφέρεται χαρακτηριστικά η διασύνδεση μεταξύ Αμοργού και Αστυπάλαιας, που πραγματοποιήθηκε στις 03 Ιανουαρίου 2026. Ο δεύτερος στόχος είναι η δημιουργία αμφισβήτησης των ελληνικών χωρικών υδάτων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων σε επίπεδο ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, σε περιοχές όπου, όπως τονίζεται, η Τουρκία «λόγω γεωγραφίας δεν έχει καμία απολύτως σχέση», πέραν των 3 μιλίων ακτών που προβάλλονται στο πλαίσιο των άρθρων 12 και 16 της Συνθήκης της Λωζάνης.
Ο τρίτος στόχος είναι η εξασφάλιση τετελεσμένων ενόψει της εξαγγελίας της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, όπως διαφαίνεται από πρόσφατες δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης και από τη δημόσια συζήτηση που πυκνώνει. Ο τέταρτος στόχος είναι το επίσημο γκριζάρισμα του μισού Αιγαίου για μεγάλο διάστημα 2 ετών, υπό τη μορφή κανονικότητας και παγιοποίησης. Η διάρκεια είναι από μόνη της μήνυμα ισχύος. Δεν πρόκειται για μια σύντομη ναυτική οδηγία. Ο πέμπτος στόχος αφορά τη σύνδεση της NAVTEX με ευρύτερο στρατιωτικό και διοικητικό σχεδιασμό. Αναφέρεται ότι η Άγκυρα επιδιώκει να ενοποιήσει την περιοχή ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού στα 4 Πεδία Βολών και Ασκήσεων που έχει τοποθετήσει μέσω του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού που υπέβαλε τον Ιούνιο του 2025.

Η δεύτερη NAVTEX 0880/25 και το αφήγημα περί αποστρατιωτικοποίησης 23 νησιών
Παράλληλα με τη 0060/26, έχει συμπεριληφθεί στη σύνοψη τουρκικών NAVTEX και η 0880/25, επίσης διαρκείας 2 ετών έως το 2027, με αναφορά σε 23 νησιά ως «αποστρατιωτικοποιημένα». Στις αναφορές καταγράφονται ονομαστικά Θάσος, Άγιος Ευστράτιος, Ψαρά, Σαμοθράκη, Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Ικαρία, Σάμος, Αστυπάλαια, Ρόδος, Χάλκη, Κάρπαθος, Κάσος, Τήλος, Νίσυρος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος, Λειψοί, Σύμη, Κως και το σύμπλεγμα Καστελλορίζου. Η τουρκική πλευρά επικαλείται τη Διάσκεψη του Λονδίνου του 1914, τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947.
Η ουσία, από ελληνική σκοπιά, είναι ότι η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει μια ναυτιλιακή προειδοποίηση σε πολιτικό κατηγορητήριο, παρουσιάζοντας στρατιωτικές δραστηριότητες ως δήθεν παραβίαση συνθηκών, την ώρα που η ίδια κρατά απέναντι casus belli και επενδύει σε μια πολιτική απειλής. Η Ελλάδα, αντίθετα, κινείται σε επίπεδο θεσμών και διεθνών καναλιών, απαντώντας με δικές της NAVTEX και ενημερώνοντας τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα ότι το καθεστώς του Αιγαίου παραμένει αμετάβλητο.
Το πολιτικό timing και η σκιά πάνω από τις επαφές στην Άγκυρα
Η χρονική στιγμή της κλιμάκωσης δεν είναι τυχαία. Καταγράφεται ότι προετοιμάζεται νέα συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περί τα μέσα Φεβρουαρίου στην Άγκυρα, ενώ αλλού αναφέρεται ότι το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας μπορεί να συγκληθεί μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου και γίνεται λόγος για πρώτο δεκαπενθήμερο έως και την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η τουρκική επιλογή να «κλειδώσει» το μισό Αιγαίο με διετή NAVTEX λειτουργεί ως προληπτικός μοχλός πίεσης, ώστε οποιαδήποτε συνάντηση να πραγματοποιηθεί με την Ελλάδα να έχει απέναντί της όχι απλώς ρητορικές αιχμές, αλλά ένα επιχειρησιακό πλαίσιο αμφισβήτησης εν εξελίξει.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά ότι η NAVTEX εκδόθηκε μόλις 24 ώρες μετά την επίσκεψη του Υπουργού Άμυνας του Ισραήλ, Κατς, ο οποίος είχε προαναγγείλει συνεργασία με την Ελλάδα σε Συρία, Γάζα και Αιγαίο. Εδώ η τουρκική στόχευση αποκτά τρίτη διάσταση πέρα από την Ελλάδα και την Κύπρο: επιδιώκεται να σταλεί μήνυμα ότι η Άγκυρα μπορεί να δημιουργεί ανάσχεση σε έναν ευρύτερο γεωπολιτικό άξονα Ελλάδας Κυπριακής Δημοκρατίας Ισραήλ που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Η απάντηση της Ελλάδας, κυριαρχία χωρίς θόρυβο και αποτροπή χωρίς θεατρινισμούς
Η ελληνική απάντηση, κινείται σε 2 επίπεδα που αλληλοσυμπληρώνονται. Το πρώτο είναι διπλωματικό και θεσμικό: έκδοση ελληνικών NAVTEX, ενημέρωση της διεθνούς ναυτιλιακής κοινότητας και χρήση των αρμόδιων διαύλων ώστε να αποτυπώνεται ότι οι μονομερείς τουρκικές δεσμεύσεις δεν παράγουν δικαιώματα και δεν αλλάζουν καθεστώς.
Το δεύτερο είναι επιχειρησιακό και αφορά τα αντανακλαστικά αποτροπής. Επισημαίνεται ότι η Τουρκία δοκιμάζει την ελληνική αντίδραση απέναντι σε NAVTEX μεγάλης διάρκειας 2 ετών που επηρεάζει τη διεθνή ναυσιπλοΐα και δημιουργεί αναστάτωση σε τεράστια περιοχή. Η ουσία για την Ελλάδα είναι να μην επιτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων δυτικά των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, να μην επιτρέψει την αποκοπή των νησιών από την ενδοχώρα σε επίπεδο αντίληψης και να διασφαλίσει ότι σε γρήγορα μεταβαλλόμενες καταστάσεις δεν θα υπάρχει κενό ασφάλειας ή επιχειρησιακής υποστήριξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επανάληψη της θέσης ότι η Ελλάδα έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο Πέλαγος και διατηρεί ακέραιο το δικαίωμα να πράξει το ίδιο και στο Αιγαίο αποκτά πρόσθετη βαρύτητα. Δεν λειτουργεί ως «απειλή», αλλά ως υπενθύμιση κανονικότητας: η Ελλάδα δεν διεκδικεί κάτι ξένο, δεν αναζητά ειδική μεταχείριση, δεν υιοθετεί αναθεωρητική ατζέντα. Υπενθυμίζει δικαίωμα και επιμένει ότι δεν διαπραγματεύεται κυριαρχία.













