Tη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης για την πολύκροτη υπόθεση με κατηγορούμενους για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας και απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, 16 άτομα, που μετείχαν σε εκκλησιαστικές επιτροπές των Ιερών Ναών των Εισοδίων της Θεοτόκου στα Κοσκινού Ρόδου και Αγίων Αναργύρων πόλεως Ρόδου, συμπεριλαμβανομένων και δύο ιερέων, αποφάσισε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Ο Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Ιωάννης Μητσιόπουλος είχε εισηγηθεί στο δικαστικό συμβούλιο να απαλλαγούν όλοι οι κατηγορούμενοι.
Το ιστορικό της υπόθεσης φέρεται να έχει ως εξής:
Στον Ιερό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στα Κοσκινού Ρόδου δεν υπήρχε κατά τα έτη 2001-2004 νομίμως διορισμένη Εκκλησιαστική Επιτροπή. Εκκλησιαστική Επιτροπή διορίσθηκε νόμιμα την 5η Μαρτίου 2004 από την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου. Αποτελείτο δε από έναν Αρχιμανδρίτη και τέσσερα άλλα μέλη.
Οι καταγγελίες για διάπραξη αξιόποινων πράξεων ξεκινούν πρωτίστως από τον εφημέριο του εν λόγω Ιερού Ναού, Αρχιμανδρίτη, ο οποίος με δυο έγγραφα, που υπογράφει ο ίδιος και με μια αναφορά του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, κατήγγειλε ότι ένας κάτοικος Κοσκινού ο οποίος είχε αναλάβει το αξίωμα του ταμία δεν τον είχε ενημερώσει από την ημέρα του διορισμού του για την οικονομική διαχείριση των πόρων του ναού, δεν του έχει επιδείξει τα συναφή διαχειριστικά βιβλία ούτε τα τιμολόγια και τις αποδείξεις εισπράξεων και πληρωμών, αρνείται να του παραδώσει το δεύτερο κλειδί του χρηματοκιβωτίου του ναού και, τέλος, προβαίνει σε εντάλματα πληρωμών τα οποία δεν φέρουν την υπογραφή του ως προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής.
Κατηγορούμενος της ίδιας εκκλησιαστικής επιτροπής ανέφερε σε επιστολή του στην ορισθείσα επιτροπή οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου του ως άνω ναού, ότι για το χρονικό διάστημα από 13.03.2004 μέχρι και 04.05.2004 δεν έγινε ποτέ καταμέτρηση ενώπιον του των εσόδων του Ιερού Ναού από το περιεχόμενο του παγκαριού, τα μυστήρια και τις παρόμοιες εκδηλώσεις ούτε εκδόθηκαν τα σχετικά παραστατικά είσπραξης. Περαιτέρω, κατήγγειλε ότι τηρούνταν διπλά βιβλία και στοιχεία από τους δύο συγκατηγορούμενους του και ότι αυτοί εξέδωσαν αναδρομικώς στις 29.06.2004 με φερόμενη όμως ημερομηνία έκδοσης τις 30.04.2004, δύο, αμφιβόλου τουλάχιστον νομιμότητας, εντάλματα πληρωμής, ύψους 130 ευρώ ως αμοιβή για υπηρεσίες που παρείχαν στον ναό δύο πρόσωπα.
Τρεις κατηγορούμενοι κατέθεσαν ότι την άνοιξη του έτους 2004 επήλθε ψύχρανση των σχέσεών τους με τον ιερέα ο οποίος σχημάτισε «ομάδα» προσκείμενων σε αυτόν προσώπων για να ασκεί την πραγματική διοίκηση και διαχείριση των θεμάτων. Ότι ο ιερέας άλλαξε εντός της Μεγάλης Εβδομάδος την κλειδαριά του εκκλησιαστικού γραφείου του ναού, με αποτέλεσμα να μην έχουν πλέον πρόσβαση σε αυτό και ότι δεν τους ήταν πλέον προσιτά τα βιβλία και στοιχεία της οικονομικής διαχείρισης με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να τηρούν (πρόχειρα) «διπλά» βιβλία, για να σημειώνουν τα δεδομένα της οικονομικής διαχείρισηής του.
Οι κατηγορούμενοι αυτοί ισχυρίζονται επιπροσθέτως ότι, κατόπιν παρεμβάσεως στην αρχή του Πρωτοσύγκελλου της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου και έπειτα του Μητροπολίτη Ρόδου επέστρεψαν προσωρινώς στα καθήκοντά τους χάριν της εύρυθμης λειτουργίας του ναού, περί τα τέλη Μαΐου 2004.
Επειδή όμως η συνεργασία τους με τον εφημέριο ήταν δυσχερής, συμφωνήθηκε με σύσταση του Μητροπολίτη Ρόδου, να καταθέτουν τα έσοδα από τις εισπράξεις σε ειδικό βιβλιάριο το οποίο και θα παρέδιδαν στη νέα Εκκλησιαστική Επιτροπή.
Αφήνουν, τέλος, υπόνοιες για ενδεχόμενη διάπραξη υπεξαίρεσης από τον εφημέριο καθώς και από τα πρόσωπα που τον βοηθούσαν στη διοίκηση του ιερού ναού όσο αυτοί απείχαν από τα καθήκοντά τους και εκθέτουν ότι παρουσιάστηκαν στο διάστημα αυτό κρούσματα διαρροής χρημάτων.
Το δικαστικό συμβούλιο εκφράζει αμφιβολίες για την τέλεση των καταγγελλόμενων, εκατέρωθεν, αδικημάτων και παρατηρεί ότι τρεις κατηγορούμενοι επικαλούνται πόρισμα της Επιτροπής Οικονομικού και Διαχειριστικού Ελέγχου, στα της οικονομικής διαχειρίσεως του Ιερού Ναού.
Το πόρισμα όμως αυτό δεν κατατέθηκε στις Εισαγγελικές ή τις Ανακριτικές Αρχές και το δικαστικό συμβούλιο θεωρεί ότι αποτελεί ουσιώδες αποδεικτικό έγγραφο για την πλήρη διαλεύκανση του αν κατά τη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων του διαπράχθηκαν αξιόποινες πράξεις από τους κατηγορουμένους ή όχι.
Επιπλέον σε τρεις κατηγορούμενους αποδίδεται η κατηγορία βασιζόμενη σε καταγγελία του Αρχιμανδρίτη ότι, στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους ως μελών της Εκκλησιαστικής Επιτροπής μετέβησαν, μαζί με τον προηγούμενο ταμία στις 14 Ιουλίου 2004 κατά τις βραδινές ώρες στο εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία στα Κοσκινού και υπεξαίρεσαν από κοινού από το χρηματοκιβώτιο ποσό το οποίο υπολογίζεται σε 30.000 ¤.
Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι είχαν ενημερώσει εκ των προτέρων το Μητροπολίτη Ρόδου ο οποίος και ενέκρινε την κίνησή τους ενώ τονίζουν ότι τα χρήματα κατατέθηκαν σε βιβλιάριο που τηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα. Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι απαιτείται περαιτέρω έλεγχος.
Περαιτέρω, στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων πόλεως Ρόδου ορίσθηκε ιερέας που προέβη σε ανάλογες καταγγελίες. Ως μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής ασκούσαν τότε καθήκοντα τρεις ακόμη κατηγορούμενοι οι οποίοι παρέμειναν στο αξίωμά τους αυτό και μετά το διορισμό του νέου ιερέως.
Ενεργό ρόλο στη δραστηριότητα της επιτροπής είχαν δύο κατηγορούμενοι. Ο ιερέας, κατήγγειλε ότι οι επίτροποι του Ιερού Ναού διαχειρίζονταν τις οικονομικές υποθέσεις του ναού υπό καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας, και συγκεκριμένα ότι δεν του επέδειξαν ποτέ τα βιβλία και στοιχεία του ιερού Ναού ούτε τα οικεία βιβλιάρια καταθέσεων, ότι την καταμέτρηση των εσόδων του παγκαριού την έκαναν κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, με προφανή στόχο να μην παρίσταται κατ’ αυτήν ο ίδιος και επίσης ότι κατά τα ένδεκα προηγούμενα του 2004 έτη δεν προσκομίσθηκαν τα ως άνω βιβλία και στοιχεία για έλεγχο στα αρμόδια προς τούτο όργανα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, ενώ εξάλλου κατά την προηγηθείσα του ιδίου αυτού έτους 2004 τριετία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούσες εισφορές στην Ιερά αυτή Μητρόπολη, τα λεγόμενα «τρίμηνα». Αφήνει δε αιχμές εις βάρος των εν λόγω δύο Επιτρόπων για πιθανή υπεξαίρεση χρηματικών ποσών από τα παγκάρια του προκείμενου Ναού, χωρίς πάντως ειδικότερο προσδιορισμό.
Σε υπόμνημά του ένας εκ των καταγγελλόμενων από τον ιερέα αντικρούει τους ισχυρισμούς του εκθέτοντας ότι η καταμέτρηση των εσόδων του παγκαριού λάμβανε χώρα, για λόγους διαφάνειας, στο τέλος της θείας λειτουργίας από όλα τα μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής μαζί, και αυτήν την παρακολουθούσε οποιοσδήποτε από το εκκλησίασμα επιθυμούσε, συντασσόμενου στο τέλος και του οικείου τριπλοτύπου καταμέτρησης. Εκθέτει, επίσης, ότι το παγκάρι άνοιγε με τρία διαφορετικά κλειδιά, καθένα των οποίων κατείχε και διαφορετικό μέλος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, έτσι ώστε να απαιτείται, για λόγους διαφάνειας και πάλι, η σύμπραξη τριών διαφορετικών Επιτρόπων. Παραδέχεται ότι δεν τηρούντο συστηματικά τα βιβλία του Ιερού Ναού, αυτό όμως το αποδίδει στη συμπεριφορά και στην έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους του ιερέως. Για τον ιερέα αφήνει, με τη σειρά του, υπόνοιες ότι δεν είναι σίγουρο αν κατέβαλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ποσό 900 ευρώ, το οποίο του είχε εμπιστευθεί για το σκοπό αυτό η Εκκλησιαστική Επιτροπή, ενόψει της μετάβασής του τον Ιούλιο του 2001 στην Κωνσταντινούπολη.
Σε σχέση με την οικονομική διαχείριση του προκείμενου Ιερού Ναού ο πραγματογνώμων ανέφερε σε έκθεσή του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του δήλωσε ότι δεν τηρούνταν λογιστικά βιβλία και κατά συνέπεια ήταν ανέφικτη η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι δεν έχει εξακριβωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό η ουσιαστική αλήθεια σε ό,τι αφορά στην τέλεση ή μη των αποδιδόμενων αξιόποινων πράξεων από μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού αυτού Ναού.













