Η κρισιμότερη ευρωπαϊκή Σύνοδος Κορυφής των τελευταίων ετών πραγματοποιείται την Πέμπτη και την Παρασκευή στις Βρυξέλλες, όπου οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να συμφωνήσουν στα απαραίτητα μέτρα (η «μεγάλη λύση») για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους που απειλεί το μέλλον της ζώνης του ευρώ.
Οι κυβερνήσεις είναι έτοιμες να πάνε ένα βήμα μπροστά σε σύγκριση με τη Σύνοδο της 26ης/27ης Οκτωβρίου, προωθώντας το -γαλλογερμανικής έμπνευσης- σχέδιο για τη δημοσιονομική ένωση με τις αυτόματες κυρώσεις και ξεδιπλώνοντας όλα τα «όπλα» που έχουν στη διάθεσή τους (διπλό «μπαζούκα» με την παράλληλη λειτουργία EFSF-ESM και τη στήριξη του ΔΝΤ, μεγαλύτερη ενεργοποίηση της ΕΚΤ), ωστόσο απομένουν πολλές κρίσιμες λεπτομέρειες να διευκρινιστούν, κάτι που αναμένεται να γίνει μέσα στους επόμενους μήνες.
Πάντως, πηγή της γερμανικής κυβέρνησης δήλωσε σήμερα πως είναι «πιο απαισιόδοξη απ’ ό,τι την περασμένη εβδομάδα» για το αποτέλεσμα της Συνόδου. Ενδεχομένως, αυτή η διαρροή να είναι μία ακόμη κίνηση τακτικής από το Βερολίνο.
«Πρέπει να διαπιστώσω ότι είμαι πιο απαισιόδοξος απ’ ό,τι την περασμένη εβδομάδα όσον αφορά τη δυνατότητα να έχουμε μια πλήρη συμφωνία», είπε, προσθέτοντας πως «οι συζητήσεις των τελευταίων ημερών» δείχνουν πως ένας «ορισμένος αριθμός εταίρων δεν έχουν καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης».
Για τη Γερμανία όμως, τόνισε, είναι «απολύτως απαραίτητο» να υπάρξει μια συμφωνία στις Βρυξέλλες, «τουλάχιστον των 17» χωρών της Ευρωζώνης, για την ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας που να βασίζεται στις ευρωπαϊκές συνθήκες.
Στις Βρυξέλλες θα πρέπει «να γίνει ένα αποφασιστικό βήμα όσον αφορά τη μελλοντική δομή της ζώνης του ευρώ», σημείωσε.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η γερμανική κυβέρνηση διαφωνεί με την ταυτόχρονη λειτουργία των EFSF-ESM και επιμένει σε αυτά που έχουν ήδη συμφωνηθεί, δηλαδή ο EFSM να αντικαταστήσει τον ESM στα μέσα του 2013.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Συνόδου, το βράδυ της Πέμπτης θα γίνει το άτυπο δείπνο των Ευρωπαίων ηγετών (20:30 – 23:30 ώρα Ελλάδος), ενώ είναι πιθανό να ακολουθήσει συνέντευξη Τύπου από τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπάι και τον επικεφαλής της Κομισιόν Ζοζέ Μπαρόζο.
Νωρίς το μεσημέρι της Παρασκευής (12:00 – 14:30) θα γίνει η κύρια συνεδρίαση του Συμβουλίου και θα ακολουθήσει το δείπνο εργασίας (14:30 – 16:00). Αμέσως μετά θα γίνει η συνέντευξη των κ.κ. Ρομπάι-Μπαρόζο και στη συνέχεια είναι πιθανό να γίνουν συνεντεύξεις Τύπου από τις εθνικές αντιπροσωπείες.
Στην πρόσκλησή του προς τους Ευρωπαίους ηγέτες, ο Χέρμαν βαν Ρομπάι αναφέρει ότι στο άτυπο δείπνο της Πέμπτης θα συζητηθούν οι τελευταίες εξελίξεις στις αγορές, καθώς και η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.
Είναι επιτακτική ανάγκη, τονίζει, εκτός από τα «σημαντικά μέτρα που έχουν ληφθεί» μέχρι σήμερα, «να συμφωνήσουμε σε μία ευρύτερη προσέγγιση», που θα ενισχύει τα βραχυπρόθεσμα εργαλεία διαχείρισης της κρίσης, όπως επίσης και στην «αποφασιστικότητα να αποδεχθούμε μεσοπρόθεσμα περαιτέρω μέτρα για την ενίσχυση της οικονομικής μας ένωσης».
Η συζήτηση αυτή, στην οποία έχει προσκληθεί ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, θα είναι στη βάση έκθεσης που έχει ετοιμάσει ο κ. Ρομπάι μαζί με τον κ. Μπαρόζ και τον πρόεδρο του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ.
Παρέμβαση στους εθνικούς
προϋπολογισμούς
Στην έκθεση αυτή φέρεται να προτείνει να χάνουν οι χώρες που δέχονται διεθνή οικονομική βοήθεια προσωρινά το δικαίωμα ψήφου στην ΕΕ, σε περίπτωση που δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους. Ωστόσο, η πρόταση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και μοιάζει να έχει ήδη εγκαταλειφθεί.
Υπό συζήτηση, όμως, παραμένει η εκχώρηση αυξημένης δυνατότητας παρέμβασης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Όπως αναφέρει το έγγραφο, πρόκειται για «έναν πιο παρεισφρητικό έλεγχο των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών από την ΕΕ», ώστε να επιτευχθεί «υψηλότερος βαθμός σύγκλισης στην Ευρωζώνη».
Ένα από τα βήματα που προτείνει ο πρόεδρος της ΕΕ στο εμπιστευτικό έγγραφο είναι να έχουν το δικαίωμα Κομισιόν και Eurogroup να εξετάζουν εκ των προτέρων τα μεγάλα σχέδια οικονομικής μεταρρύθμισης και να επιβάλλουν κυρώσεις, εάν οι συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αγνοούνται.
Μάλιστα, οι χώρες που παραβιάζουν τους κανονισμούς της Ευρωζώνης δεν αποκλείεται να αναγκάζονται στο μέλλον να υποβάλλουν προσχέδια προϋπολογισμού «για έγκριση» σε Eurogroup και Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Εάν υιοθετηθούν, οι προτάσεις του Βαν Ρομπάι θα οδηγήσουν σε εκχώρηση κυριαρχίας των κρατών-μελών που θα αφορά τον καθορισμό των οικονομικών τους και τη δημοσιονομική τους πολιτική.
Σύμφωνα με την έκθεση του Χ.Ρομπάι, τα μέτρα αυτά θα απαιτήσουν τροποποιήσεις του πρωτοκόλλου 12 της Συνθήκης της ΕΕ, κάτι που μπορεί να γίνει γρήγορα μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, χωρίς επικύρωση από τα περισσότερα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών.
Ίσως χρειαστούν και αλλαγές σε δευτερογενή νομοθεσία της Ένωσης, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας καθώς και στο άρθρο 48 της Συνθήκης της ΕΕ.
Την Παρασκευή, μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης με την Κροατία, θα συζητηθούν ευρύτερα τα μέτρα που θα βγάλουν την Ευρώπη από την κρίση. Όπως τονίζει ο κ. Ρομπάι, τους προηγούμενους μήνες ελήφθησαν σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες τώρα πρέπει να εφαρμοστούν, κάτι οποίο θα πρέπει να είναι σαφές και στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες αποφάσεις για το «τείχος προστασίας» που θα οικοδομήσουν κατά της κρίσης, καθώς οι δυσκολίες (και το αμφίβολο αποτέλεσμα) στη μόχλευση του EFSF και οι έντονες γερμανικές αντιδράσεις να αναλάβει η ΕΚΤ ρόλο «πιστωτή έσχατης ανάγκης», εντείνουν τις αμφιβολίες και την έντονη μεταβλητότητα στις αγορές, όχι μόνο για τη βούληση αλλά και για την ικανότητα της Ευρωζώνης να προωθήσει τα αναγκαία μέτρα.
Οι «καθαρές λύσεις» για την κρίση χρέους είναι, προς το παρόν τουλάχιστον, εκτός ατζέντας: Η έκδοση κοινών ευρωομολόγων παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες, όπως φάνηκε και στη συνάντηση της ¶νγκελα Μέρκελ με τον Νικολά Σαρκοζί την περασμένη Δευτέρα, ενώ ταυτόχρονα αποκλείεται η «απεριόριστη» αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ.
Το σχέδιο που φαίνεται ότι προωθείται προβλέπει την χορήγηση από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες δανείων στο ΔΝΤ, ώστε αυτό με τη σειρά του θα τα δίνει στις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα δανεισμού στις αγορές.
Η προώθηση αυτού του σχεδίου κρίνεται απαραίτητη μετά την αποτυχία των Ευρωπαίων να αυξήσουν τη «δύναμη πυρός» του προσωρινού μηχανισμού ευρωστήριξης EFSF μέσω της μόχλευσης στο 1 τρισ. ευρώ.
Το ποσό που θα μπορούσε να διατεθεί μέσω του ΔΝΤ (αφού η ΕΚΤ απαγορεύεται να δανείζει απευθείας τα κράτη) ίσως ανέλθει μέχρι τα 200 δισ. ευρώ.













