ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τροπικά ψάρια κατακτούν τα νερά μας – Αρκετοί… εισβολείς στη θάλασσα της Ρόδου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΨΑΡΙ
Γερ­μα­νοί, ρώσοι και ιτα­λοί κο­λυ­μπούν με όλο και με­γα­λύ­τε­ρη συ­χνό­τη­τα στα ελ­λη­νι­κά νερά. Δεν μι­λά­με για «στε­ρια­νούς» του­ρί­στες αλλά για υδρό­βιους με­τα­νά­στες οι οποί­οι έχουν έρθει να εγκα­τα­στα­θούν στις θά­λασ­σές μας. Πρό­κει­ται για δύο ψάρια και ένα κα­βού­ρι που έχουν κα­τα­φθά­σει από την Ασία και την Αμε­ρι­κή. Αυτά, μαζί με τον το­ξι­κό λα­γο­κέ­φα­λο, για τον οποίο ίσως θα έχετε ακού­σει κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο εξαι­τί­ας της δη­λη­τη­ριώ­δους φύσης του, είναι μόνο με­ρι­κά από τα εκα­το­ντά­δες ξε­νι­κά είδη που πο­λι­το­γρα­φού­νται πλέον ως «έποι­κοι» της Με­σο­γεί­ου. Η πα­ρου­σία τους – και ιδιαί­τε­ρα εκεί­νων που έρ­χο­νται από την Ερυ­θρά Θά­λασ­σα και τον Ιν­δι­κό και τον Ει­ρη­νι­κό Ωκε­α­νό – αυ­ξά­νε­ται στα­θε­ρά τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Σε αυτό δεν συμ­βάλ­λει μόνο η έντα­ση των αν­θρώ­πι­νων δρα­στη­ριο­τή­των που τα με­τα­φέ­ρουν αλλά και η άνο­δος της θερ­μο­κρα­σί­ας της θά­λασ­σας που κα­θι­στά το πε­ρι­βάλ­λον πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­νοϊ­κό για αυτά, κά­νο­ντας πολ­λούς επι­στή­μο­νες να μι­λούν για «τρο­πι­κο­ποί­η­ση» της Με­σο­γεί­ου με απρό­βλε­πτες συ­νέ­πειες για τη βιο­ποι­κι­λό­τη­τά της. Ακόμη και αν κά­ποιος δεν θέλει να τους πι­στέ­ψει, το βέ­βαιο είναι ότι η «ξένη ει­σβο­λή» που συ­ντε­λεί­ται με ολο­έ­να και πιο εντα­τι­κούς ρυθ­μούς είναι ένα φαι­νό­με­νο σε εξέ­λι­ξη και κα­νέ­νας αυτή τη στιγ­μή δεν είναι σε θέση να «με­τρή­σει» τις συ­νέ­πειές του. Ολοι ωστό­σο μπο­ρού­με να κά­νου­με κάτι για να το πε­ριο­ρί­σου­με, ακόμη και εμείς οι «αδα­είς» απλοί πο­λί­τες. Αρκεί να έχου­με τα μάτια μας ανοι­χτά και να ενη­με­ρώ­νου­με τους ει­δι­κούς για κάθε ασυ­νή­θι­στο πλά­σμα που μπο­ρεί να συ­να­ντή­σου­με στη θά­λασ­σα.

Η κυ­κλο­φο­ρία των ειδών ανά­με­σα στις θά­λασ­σες του κό­σμου είναι μια φυ­σι­κή δια­δι­κα­σία που γι­νό­ταν και θα γί­νε­ται πά­ντο­τε. Πολλά από τα 17.000 και πλέον γνω­στά είδη – και εν­δε­χο­μέ­νως και από τα άγνω­στα – που συ­νι­στούν σή­με­ρα τη χλω­ρί­δα και την πα­νί­δα της Με­σο­γεί­ου έχουν έρθει να εγκα­τα­στα­θούν εδώ από τον Ατλα­ντι­κό Ωκε­α­νό κατά τη διάρ­κεια εκα­τομ­μυ­ρί­ων ετών. Η με­γά­λη δια­φο­ρά όμως τους τε­λευ­ταί­ους δύο αιώ­νες είναι ότι ο άν­θρω­πος έχει «βάλει το χε­ρά­κι» του σε αυτή τη φυ­σι­κή δια­δι­κα­σία, δη­μιουρ­γώ­ντας νέα «κα­νά­λια» με­τα­φο­ράς με τις δρα­στη­ριό­τη­τές του. Ετσι τα ξε­νι­κά είδη, όπως λέ­γο­νται αυτά που έφθα­σαν εδώ μόνο και μόνο εξαι­τί­ας κά­ποιας αν­θρώ­πι­νης πα­ρέμ­βα­σης – εκού­σιας ή ακού­σιας -, ξε­περ­νούν πλέον τα 1.000 σε όλη τη Με­σό­γειο και τα 240 στην Ελ­λά­δα. Πολλά από αυτά είναι σχε­τι­κά «νε­ο­φερ­μέ­να», αφού όπως δεί­χνουν οι σχε­τι­κές έρευ­νες η δια­σπο­ρά τους πραγ­μα­το­ποιεί­ται με πολύ τα­χύ­τε­ρους ρυθ­μούς τις τε­λευ­ταί­ες δύο δε­κα­ε­τί­ες, ει­δι­κά στην Ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο, όπου ο μέσος όρος των ξε­νι­κών ειδών που εμ­φα­νί­ζο­νται κάθε χρόνο έχει αυ­ξη­θεί κατά 150% την τε­λευ­ταία 20ετία.  Οι «ει­σβο­λείς» δεν έχουν βε­βαί­ως την ίδια πα­ρου­σία – κά­ποια είδη εμ­φα­νί­ζο­νται ως πε­ριο­ρι­σμέ­νες ή και με­μο­νω­μέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, άλλα όμως έχουν εγκα­τα­στα­θεί για τα καλά στο νέο τους πε­ρι­βάλ­λον. Τα δε πιο χω­ρο­κα­τα­κτη­τι­κά, όπως τα λένε οι επι­στή­μο­νες, διευ­ρύ­νουν γρή­γο­ρα την εξά­πλω­σή τους κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας ολό­κλη­ρη τη λε­κά­νη της Με­σο­γεί­ου. Από τα 435 και πλέον είδη που έχουν έρθει στα ανα­το­λι­κά από την Ερυ­θρά Θά­λασ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα από 20 έχουν εξα­πλω­θεί ως τα δυ­τι­κά, ορι­σμέ­να μά­λι­στα πολύ γρή­γο­ρα: ο δη­λη­τη­ριώ­δης λα­γο­κέ­φα­λος αλλά και το γευ­στι­κό­τα­το ψάρι κορ­νέ­τα ή φλο­γέ­ρα έφθα­σαν μέσα σε λι­γό­τε­ρο από δύο δε­κα­ε­τί­ες ως και στην Ισπα­νία.

Αν­θρώ­πι­να κα­νά­λια
Ποια είναι τα νέα «κα­νά­λια με­τα­φο­ράς» που άνοι­ξε ο άν­θρω­πος; Πρώτα απ’ όλα, για να μι­λή­σου­με κυ­ριο­λε­κτι­κά, η Διώ­ρυ­γα του Σουέζ. Η θα­λάσ­σια οδός που ολο­κλη­ρώ­θη­κε υπό την επί­βλε­ψη του Φερ­δι­νάν­δου Λεσέψ το 1869 δεν επέ­τρε­ψε μόνο στα πλοία να κυ­κλο­φο­ρούν ανά­με­σα στην Ερυ­θρά Θά­λασ­σα και στη Με­σό­γειο αλλά και σε κάθε θα­λάσ­σιο ορ­γα­νι­σμό που θα μπο­ρού­σε να κο­λυ­μπή­σει ή να με­τα­φερ­θεί με τα ρεύ­μα­τα από τη μία πλευ­ρά στην άλλη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα είδη που έρ­χο­νται μέσω της διώ­ρυ­γας στα νερά μας λέ­γο­νται «λε­σε­ψια­νοί με­τα­νά­στες» (αντι­θέ­τως, τα είδη που ει­σέρ­χο­νται στη Με­σό­γειο κο­λυ­μπώ­ντας ή με τα ρεύ­μα­τα από τον Ατλα­ντι­κό μέσω του φυ­σι­κού πορ­θμού του Γι­βραλ­τάρ δεν θε­ω­ρού­νται ξε­νι­κά, εδώ πρό­κει­ται για μια με­τα­νά­στευ­ση που συ­ντε­λεί­ται από… κτί­σε­ως της Γης όπως τη γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα). Ενας άλλος αν­θρω­πο­γε­νής τρό­πος με­τα­φο­ράς είναι τα πλοία – και κυ­ρί­ως τα πο­ντο­πό­ρα – τα οποία με­τα­φέ­ρουν από τη μία θά­λασ­σα του κό­σμου στην άλλη είδη που έχουν προ­σκολ­λη­θεί στα ύφαλα ή έχουν πα­γι­δευ­τεί στα θα­λασ­σέρ­μα­τά τους.

«Επί­σης πολλά είδη με­τα­φέ­ρο­νται στη Με­σό­γειο με τις υδα­το­καλ­λιέρ­γειες»
προ­σθέ­τει ηΑρ­γυ­ρώ Ζε­νέ­του, διευ­θύ­ντρια Ερευ­νών στο Ιν­στι­τού­το Θα­λάσ­σιων Βιο­λο­γι­κών Πόρων και Εσω­τε­ρι­κών Υδά­των του Ελ­λη­νι­κού Κέ­ντρου Θα­λάσ­σιων Ερευ­νών (ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ), μι­λώ­ντας στο «Βήμα». «Στην πε­ρί­πτω­ση με­τα­φο­ράς ξε­νι­κών ειδών με υδα­το­καλ­λιέρ­γειες ανα­φε­ρό­μα­στε κατά κύριο λόγο στις οστρα­κο­καλ­λιέρ­γειες. Στην Ελ­λά­δα βέ­βαια εκτρέ­φου­με κυ­ρί­ως ψάρια, δεν ει­σά­γου­με ιδιαί­τε­ρα όστρα­κα από το εξω­τε­ρι­κό για να τα καλ­λιερ­γή­σου­με, υπάρ­χουν όμως πολ­λές τέ­τοιες με­γά­λες οστρα­κο­καλ­λιέρ­γειες στη λι­μνο­θά­λασ­σα της Βε­νε­τί­ας και στη Νότια Γαλ­λία».
Κυ­δώ­νια και μαρ­γα­ρι­τά­ρια
Αυτό ωστό­σο δεν ση­μαί­νει ότι εί­μα­στε απαλ­λαγ­μέ­νοι από την πα­ρου­σία «ει­σηγ­μέ­νων» οστρά­κων. Το κο­χύ­λι της Μα­νί­λας (Venerupis philippinarum), για πα­ρά­δειγ­μα, ένα κυ­δώ­νι που ξέ­φυ­γε από τις καλ­λιέρ­γειες της Βε­νε­τί­ας, έχει εξα­πλω­θεί σιγά σιγά σε όλη την Αδρια­τι­κή, οπότε δεν απο­κλεί­ε­ται να φθά­σει και στις δικές μας θά­λασ­σες, ενώ φι­λό­δο­ξες καλ­λιερ­γη­τι­κές από­πει­ρες του πα­ρελ­θό­ντος μάς έχουν κλη­ρο­δο­τή­σει κά­ποια ξε­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά. Οπως μας λέει η ερευ­νή­τρια, το μαρ­γα­ρι­το­φό­ρο στρεί­δι Pinctada imbricata radiata, το οποίο ει­σή­χθη τη δε­κα­ε­τία του 1960 για καλ­λιέρ­γεια μαρ­γα­ρι­τα­ριών αλλά δεν απέ­δω­σε τα ανα­με­νό­με­να και εγκα­τα­λεί­φθη­κε στην τύχη του, σή­με­ρα έχει εξα­πλω­θεί στο Αι­γαίο, στον Σα­ρω­νι­κό, στον Ευ­βοϊ­κό, στις ακτές της Πε­λο­πον­νή­σου και στο Ιόνιο.«Υπάρ­χουν πολλά τέ­τοια πα­ρα­δείγ­μα­τα στη Με­σό­γειο» εξη­γεί. «Τα πιο πολλά βέ­βαια είναι από φυτά. Γιατί εκτός από τα είδη που ει­σά­γο­νται για καλ­λιέρ­γεια, υπάρ­χουν και αυτά που τα λέμε “συ­νο­δά με τις υδα­το­καλ­λιέρ­γειες” – έχει ει­σα­χθεί π.χ. ένα στρεί­δι και επάνω σε αυτό υπάρ­χει ένα φυτό ή ένα άλλο πα­ρά­σι­το που ξε­φεύ­γει. Εχουν έρθει εν­δε­χο­μέ­νως και 100 είδη με αυτόν τον τρόπο στη Με­σό­γειο».
Τα «πα­πα­γα­λά­κια» της θά­λασ­σας
Μια άλλη ση­μα­ντι­κή οδός που «ανε­βαί­νει» τα τε­λευ­ταία χρό­νια είναι τα ενυ­δρεία – και εδώ ο άν­θρω­πος φέρει από­λυ­τη ευ­θύ­νη γιατί τα είδη των ενυ­δρεί­ων σπά­νια ξε­φεύ­γουν από λάθος, συ­νή­θως αφή­νο­νται συ­νει­δη­τά ελεύ­θε­ρα όταν ο κά­το­χός τους πάψει να εν­δια­φέ­ρε­ται για αυτά. «Ως τώρα τα ενυ­δρεία ήταν τρό­πος με­τα­φο­ράς κυ­ρί­ως για τα είδη του γλυ­κού νερού, για πα­ρά­δειγ­μα τα τρο­πι­κά χε­λω­νά­κια ή κά­ποια ψάρια που αφή­νο­νταν ελεύ­θε­ρα» λέει η κυρία Ζε­νέ­του. «Πριν από δύο χρό­νια ωστό­σο κά­να­με έρευ­να για τους τρό­πους με­τα­φο­ράς των ειδών στις ευ­ρω­παϊ­κές θά­λασ­σες και εί­δα­με ότι την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία έχει πε­ντα­πλα­σια­στεί ο αριθ­μός των ειδών που έχουν φύγει – ή τα έχουν πε­τά­ξει – από ενυ­δρεία». Ο λόγος της αύ­ξη­σης αυτής, όπως ανα­φέ­ρει, είναι ότι τε­λευ­ταία επι­κρα­τεί όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο η μόδα των ενυ­δρεί­ων με θα­λασ­σι­νό νερό και τρο­πι­κά είδη στα σπί­τια. Στη χώρα μας δεν έχουν ακόμη εμ­φα­νι­στεί ξε­νι­κά θα­λάσ­σια είδη ενυ­δρεί­ου, αυτό όμως ίσως είναι θέμα χρό­νου. «Δεν έχου­με στην Ελ­λά­δα τέ­τοια είδη ακόμη, αλλά στη Με­σό­γειο έχου­με αρ­κε­τά, στην Ιτα­λία, στη Μάλτα, στην Κύπρο, και αυ­ξά­νο­νται συ­νε­χώς. Το 2013 που κά­να­με τη με­λέ­τη εί­χα­με δει ότι σε μία δε­κα­ε­τία είχαν πε­ντα­πλα­σια­στεί, δη­λα­δή από τρία είχαν γίνει δε­κα­πέ­ντε. Ε λοι­πόν, μέσα στα επό­με­να δύο χρό­νια εγώ έχω δει άλλα πέντε. Αρα η τάση είναι αυ­ξη­τι­κή με ταχύ ρυθμό» λέει η ερευ­νή­τρια. Οπως προ­σθέ­τει, είναι ση­μα­ντι­κό όσοι έχουν ενυ­δρεία να κα­τα­λά­βουν ότι η θά­λασ­σα δεν είναι ο απο­δέ­κτης όλων των ανε­πι­θύ­μη­των και ότι δεν πρέ­πει να αφή­νουν τα υδρό­βια κα­τοι­κί­διά τους ελεύ­θε­ρα όταν για κά­ποιον λόγο δεν θέ­λουν να τα έχουν πια κοντά τους (θυ­μη­θεί­τε τον κρο­κό­δει­λο του Νεί­λου «Σήφη» στην Κρήτη). Αλ­λιώς, το­νί­ζει, θα γίνει στις θά­λασ­σές μας αυτό που έχει συμ­βεί με τα πα­πα­γα­λά­κια που έχουν ξε­φύ­γει ή αφε­θεί ελεύ­θε­ρα από κλου­βιά και έχουν γίνει μό­νι­μοι κά­τοι­κοι των χώρων πρα­σί­νου σε προ­ά­στια αλλά και στο κέ­ντρο της Αθή­νας – εν­δε­χο­μέ­νως κά­ποιοι από εσάς θα έχουν δει σμήνη από «άγρια» πα­πα­γα­λά­κια να πε­τούν στον Αλιμο αλλά και στο Πα­γκρά­τι.
«Πύλη» η Ρόδος
Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ξε­νι­κά είδη που έρ­χο­νται από το Σουέζ μπαί­νουν στα ελ­λη­νι­κά νερά από τη Ρόδο και τα νότια Δω­δε­κά­νη­σα. Φθά­νουν ως εδώ «ανε­βαί­νο­ντας» μέσω των ακτών του Ισ­ρα­ήλ, του Λι­βά­νου, της Συ­ρί­ας, της Κύ­πρου και της Μι­κράς Ασίας. Ετσι η πε­ριο­χή της Ρόδου είναι ου­σια­στι­κά μια «πύλη ει­σό­δου», μια πε­ριο­χή πολύ ση­μα­ντι­κή για την πε­ραι­τέ­ρω εξά­πλω­ση των ειδών αυτών προς το Βό­ρειο και το Δυ­τι­κό Αι­γαίο αλλά και προς το Ιόνιο και την υπό­λοι­πη Με­σό­γειο. Ενας πα­ρά­γο­ντας που συμ­βάλ­λει ιδιαί­τε­ρα σε αυτό είναι οι θερ­μές πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κές συν­θή­κες. «Τα νερά εδώ είναι υπο­τρο­πι­κά και έτσι ευ­νο­ούν τα τρο­πι­κά και υπο­τρο­πι­κά είδη που προ­έρ­χο­νται από την Ερυ­θρά Θά­λασ­σα» λέει στο «Βήμα» η Μαρία Κορ­σί­νι-Φωκά, ει­δι­κή λει­τουρ­γι­κή επι­στή­μο­νας στον Υδρο­βιο­λο­γι­κό Σταθ­μό του ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ στη Ρόδο. «Πα­ράλ­λη­λα όμως τα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια η ει­σα­γω­γή αυτών των ειδών στην πε­ριο­χή μας έχει αυ­ξη­θεί σε συν­δυα­σμό με την αύ­ξη­ση της θερ­μο­κρα­σί­ας της επι­φά­νειας της θά­λασ­σας».
Με έρευ­νές τους που δη­μο­σιεύ­θη­καν πρό­σφα­τα η κυρία Κορ­σί­νι-Φωκά και οι επι­στή­μο­νες του ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ στη Ρόδο έδει­ξαν ότι στα νότια Δω­δε­κά­νη­σα, όπως και στην υπό­λοι­πη Ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο και στο Αι­γαίο, από τη δε­κα­ε­τία του 1990 άρ­χι­σε να είναι εμ­φα­νής μια αύ­ξη­ση της θερ­μο­κρα­σί­ας στην επι­φά­νεια της θά­λασ­σας.«Εδώ στην πε­ριο­χή μας φαί­νε­ται ότι πε­ρισ­σό­τε­ρο οξύν­θη­καν τα χει­μω­νιά­τι­κα ελά­χι­στα, δη­λα­δή η ελά­χι­στη θερ­μο­κρα­σία που με­τρά­με τον Φε­βρουά­ριο και τον Μάρ­τιο. Το κα­λο­καί­ρι έτσι κι αλ­λιώς εί­χα­με πάντα υψη­λές θερ­μο­κρα­σί­ες, όμως από τις έρευ­νές μας φαί­νε­ται ότι με τη θέρ­μαν­ση του κλί­μα­τος πα­ρα­τεί­νε­ται και η διάρ­κεια του κα­λο­και­ριού, η πολλή ζέστη αρ­χί­ζει νω­ρί­τε­ρα τα τε­λευ­ταία χρό­νια σε σχέση με πα­λαιό­τε­ρα» λέει η ερευ­νή­τρια. Αυτό ση­μαί­νει ότι τα νερά είναι ζεστά για με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κό διά­στη­μα προ­σφέ­ρο­ντας στα ξε­νι­κά είδη ευ­νοϊ­κό­τε­ρες συν­θή­κες για την ανα­πα­ρα­γω­γή τους αλλά και για την επι­βί­ω­ση των αβγών και την ανά­πτυ­ξη των απο­γό­νων τους.
Ως απο­τέ­λε­σμα, στη Ρόδο ανα­φέ­ρο­νται αυτή τη στιγ­μή 108 ξε­νι­κά είδη και σε όλα τα Δω­δε­κά­νη­σα 130 – πε­ρί­που τα μισά δη­λα­δή του συ­νο­λι­κού αριθ­μού των 240 και πλέον θα­λάσ­σιων ξε­νι­κών ειδών που κα­τα­γρά­φο­νται στην Ελ­λά­δα. «Εχου­με σε με­γά­λο αριθ­μό ξε­νι­κά μα­λά­κια, δε­κά­πο­δα – δη­λα­δή κα­βού­ρια και γα­ρί­δες – καθώς και ψάρια. Τα ψάρια μέχρι σή­με­ρα είναι όλα λε­σε­ψια­νοί με­τα­νά­στες» ανα­φέ­ρει η κυρία Κορ­σί­νι-Φωκά, προ­σθέ­το­ντας ότι τε­λευ­ταία έχει ταυ­τό­χρο­να πα­ρα­τη­ρη­θεί αύ­ξη­ση της με­τα­φο­ράς ειδών με πλοία από την Ερυ­θρά Θά­λασ­σα. «Εχου­με επί­σης με­γά­λο αριθ­μό μα­κρο­φυ­κών» συ­νε­χί­ζει. «Για να σας δώσω μια ιδέα, με βάση τις κα­τα­γρα­φές που έχουν γίνει ως σή­με­ρα, τα ξε­νι­κά μα­κρο­φύ­κη και τα ψάρια αντι­στοι­χούν πε­ρί­που στο 11% του συ­νο­λι­κού αριθ­μού των μα­κρο­φυ­κών και των ψα­ριών που γνω­ρί­ζου­με στην πε­ριο­χή. Τα ξε­νι­κά κα­βού­ρια και οι γα­ρί­δες αντι­στοι­χούν πε­ρί­που στο 18% του συ­νό­λου των ειδών των δύο αυτών ομά­δων που κα­τα­γρά­φο­νται στην πε­ριο­χή. Από τα 130 ξε­νι­κά είδη που ξέ­ρου­με στα Δω­δε­κά­νη­σα, μόνο τα 30 είναι ψάρια. Ολα τα άλλα είναι μα­κρο­φύ­κη και ασπόν­δυ­λα, και συμ­με­τέ­χουν ση­μα­ντι­κά στη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δια­φο­ρο­ποί­η­ση της σύν­θε­σης των πα­ρά­κτιων βιο­κοι­νω­νιών της Ρόδου και στην τρο­φι­κή αλυ­σί­δα».
Γερ­μα­νοί και ρώσοι, φλο­γέ­ρες και γου­ρου­νό­ψα­ρα
Αν και υπο­λεί­πο­νται σε αριθ­μό σε σχέση με τα ασπόν­δυ­λα, τα ξε­νι­κά ψάρια κά­νουν ολο­έ­να και πιο αι­σθη­τή την πα­ρου­σία τους στην αλιεία στη Ρόδο. «Σε μια κα­λά­δα με δί­χτυα, από τα 20 ως 25 συ­νο­λι­κά είδη ψα­ριών που συ­να­ντά­με του­λά­χι­στον πέντε είναι ξε­νι­κά. Οσον αφορά τη βιο­μά­ζα, αυτή ποι­κίλ­λει με τις επο­χές. Με­ρι­κές φορές είναι πολύ λίγη σε σχέση με τα αυ­τό­χθο­να, άλλες φορές όμως φθά­νει στο 40%, ακόμη και στο 70% του συ­νο­λι­κού βά­ρους – δη­λα­δή, για πα­ρά­δειγ­μα, στα δέκα κιλά ψάρια τα επτά κιλά μπο­ρεί να είναι ξε­νι­κά είδη».
Τα πιο συ­νη­θι­σμέ­να ξε­νι­κά ψάρια που αλιεύ­ο­νται στα Δω­δε­κά­νη­σα και κα­τα­να­λώ­νο­νται είναι οι γερ­μα­νοί, άσπροι και μαύ­ροι (Siganus rivulatus και Siganus luridus αντί­στοι­χα). Λέ­γο­νται και αγριό­σαλ­πες, και είναι από τους πιο «πα­λιούς» λε­σε­ψια­νούς με­τα­νά­στες. Ο άσπρος γερ­μα­νός ονο­μά­στη­κε έτσι το­πι­κά γιατί ει­σέ­βα­λε στα Δω­δε­κά­νη­σα τη δε­κα­ε­τία του 1930 και την πε­ρί­ο­δο της Κα­το­χής. Ο δεύ­τε­ρος εμ­φα­νί­στη­κε αρ­γό­τε­ρα, τη δε­κα­ε­τία του 1960, και επει­δή μοιά­ζει με τον πρώτο ονο­μά­στη­κε μαύ­ρος γερ­μα­νός. Ση­μα­ντι­κά στην αλιεία και εμπο­ρεύ­σι­μα στα Δω­δε­κά­νη­σα είναι ο κου­τσο­μου­ρό­λου­τσος (Sphyraena chrysotaenia), ο οποί­ος δια­φέ­ρει από τους αυ­τό­χθο­νους λού­τσους στο ότι έχει μια χρυσή γραμ­μή στο πλάι, καθώς και το πε­λα­γι­κό είδος γαυ­ρό­ψα­ρο ή σαρ­δε­λό­γαυ­ρος (Etrumeus golanii) που μοιά­ζει με γαύρο ή σαρ­δέ­λα. Αφθο­νεί επί­σης το ψάρι κορ­νέ­τα, τρο­μπέ­τα ή φλο­γέ­ρα (Fistularia commersonii), το οποίο έχει αρ­χί­σει να πω­λεί­ται και εμπο­ρι­κά στη Ρόδο. Αντί­θε­τα, η άφθο­νη ακαν­θό­περ­κα, που λέ­γε­ται και κρεμ­μύ­δι ή ρώσος  (Sargocentron rubrum), ένα κοκ­κι­νω­πό ψάρι με δη­λη­τη­ριώ­δη αγκά­θια όπως η σκορ­πί­να, δεν έχει εμπο­ρι­κή αξία. Δυ­στυ­χώς οι κα­λά­δες εμ­φα­νί­ζο­νται πολ­λές φορές γε­μά­τες από πολλά άτομα του το­ξι­κού λα­γο­κέ­φα­λου (Lagocephalus sceleratus), η κα­τα­νά­λω­ση του οποί­ου απα­γο­ρεύ­ε­ται αυ­στη­ρά. Στη Ρόδο επί­σης σή­με­ρα αλιεύ­ο­νται και πω­λού­νται στο εμπό­ριο το με­γά­λο και πολύ νό­στι­μο ξε­νι­κό κα­βού­ρι Portunus segnis καθώς και η γα­ρί­δα Penaeus japonicus.
Ευ­νοϊ­κές συν­θή­κες για την επι­βί­ω­ση των ξε­νι­κών ειδών έχει και η Κρήτη, όπου η θερ­μο­κρα­σία και η αλα­τό­τη­τα των νερών είναι υψη­λό­τε­ρες από ό,τι στο Βό­ρειο Αι­γαίο. Οπως λέει στο «Βήμα» η Νότα Πε­ρι­στε­ρά­κη, συ­νερ­γα­ζό­με­νη ερευ­νή­τρια στο ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ στην Κρήτη, οι επι­στή­μο­νες έχουν κα­τα­γρά­ψει στο νησί γύρω στα 13 είδη ψα­ριών, υπο­λο­γί­ζο­ντας επί­σης πόσο συχνά εμ­φα­νί­ζο­νται ορι­σμέ­να από αυτά στα πα­ρά­κτια αλιευ­τι­κά ερ­γα­λεία, δη­λα­δή στα δί­χτυα και στα πα­ρα­γά­δια. Τα πιο άφθο­να φαί­νε­ται να είναι και εδώ οι γερ­μα­νοί, οι οποί­οι πα­ρα­τη­ρού­νται στο 25%-30% των κα­λά­δων της πα­ρά­κτιας αλιεί­ας στην Κρήτη, ενώ αμέ­σως επό­με­νο σε συ­χνό­τη­τα εμ­φά­νι­σης είναι το γου­ρου­νό­ψα­ρο (Stephanolepis diaspros), το οποίο έχει αι­σθη­τή πα­ρου­σία και βο­ρειό­τε­ρα, στο Κε­ντρι­κό και στο Νότιο Αι­γαίο και στον Σα­ρω­νι­κό. «Είναι ένα μικρό ψάρι το οποίο έχει επί­σης εμ­φα­νι­στεί από πολύ παλιά αλλά, αντί­θε­τα με τους γερ­μα­νούς, δεν έχει ανα­πτυ­χθεί σε πολύ με­γά­λους πλη­θυ­σμούς» λέει η κυρία Πε­ρι­στε­ρά­κη. «Εχει όμως εγκα­τα­στα­θεί κα­νο­νι­κά – εγώ θυ­μά­μαι ότι πρώτη φορά το είδα στις Κυ­κλά­δες το 1987». Ακο­λου­θεί ο λα­γο­κέ­φα­λος, ο οποί­ος μέσα σε λίγο πα­ρα­πά­νω από δέκα χρό­νια έχει φθά­σει να πιά­νε­ται στο 10% των κα­λά­δων της κρη­τι­κής πα­ρά­κτιας αλιεί­ας – οι ει­δι­κοί μά­λι­στα πι­στεύ­ουν ότι η αφθο­νία του είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με­γα­λύ­τε­ρη επει­δή το ψάρι αυτό συχνά κόβει τα πα­ρα­γά­δια και δια­φεύ­γει. Στο 7% των κα­λά­δων πιά­νε­ται το ψάρι κορ­νέ­τα ή φλο­γέ­ρα, ενώ σχε­τι­κά άφθο­νο είναι και εδώ το γαυ­ρό­ψα­ρο (Etrumeus golani), το οποίο οι Κρη­τι­κοί λένε γαυ­ρό­φρισ­σα.
Νέοι επι­κίν­δυ­νοι επι­σκέ­πτες
Οι γνώ­σεις μας για την πα­ρου­σία των ξε­νι­κών ειδών στη λε­κά­νη της Με­σο­γεί­ου βελ­τιώ­νο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια χάρη στη συ­νερ­γα­σία των ερευ­νη­τών σε με­σο­γεια­κό αλλά και σε ευ­ρω­παϊ­κό επί­πε­δο, μέσω και δι­κτύ­ων όπως το ELNAIS που «τρέ­χει» το ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ (στην ιστο­σε­λί­δα του, http://elnais.hcmr.gr, μπο­ρεί­τε να δείτε όλα τα ξε­νι­κά είδη που υπάρ­χουν στα ελ­λη­νι­κά νερά συ­νο­δευό­με­να από φω­το­γρα­φί­ες και πλη­ρο­φο­ρί­ες, αλλά και να δη­λώ­σε­τε στους ει­δι­κούς την όποια «ξένη» πα­ρου­σία εντο­πί­σε­τε). Ετσι οι επι­στή­μο­νες είναι σε θέση συχνά να προ­βλέ­πουν τις νέες αφί­ξεις, με κύριο στόχο να ενη­με­ρώ­νουν το κοινό στην πε­ρί­πτω­ση που αυτές ενέ­χουν κιν­δύ­νους. Στο επό­με­νο διά­στη­μα λοι­πόν, όπως μας λένε, ανα­μέ­νου­με δύο επι­κίν­δυ­νους επι­σκέ­πτες. Ο ένας είναι το λε­ο­ντό­ψα­ρο (Pterois miles, lion fish), ένα εντυ­πω­σια­κό ψάρι του Ιν­δοει­ρη­νι­κού που ίσως να έχετε δει σε ενυ­δρεία. «Ανή­κει στις σκορ­πί­νες και τα αγκά­θια του είναι το­ξι­κά» λέει η κυρία Ζε­νέ­του. «Εχει φθά­σει ήδη στην Κύπρο και στην Τουρ­κία, οπότε το πε­ρι­μέ­νου­με και εδώ». Το άλλο ανα­με­νό­με­νο επι­κίν­δυ­νο είδος είναι το Plotosus lineatus, το οποίο επί­σης έχει ισχυ­ρό δη­λη­τή­ριο στα αγκά­θια του.
Επει­δή ωστό­σο οι επι­στή­μο­νες δεν μπο­ρούν να βρί­σκο­νται πα­ντού, η Αρ­γυ­ρώ Ζε­νέ­του και η Πα­ρα­σκευή Κα­ρα­χλέ σχε­διά­ζουν ένα πρό­γραμ­μα που θα βα­σί­ζε­ται στη φι­λο­σο­φία της «επι­στή­μης των πο­λι­τών» με­τα­τρέ­πο­ντας τους επαγ­γελ­μα­τί­ες και ερα­σι­τέ­χνες ψα­ρά­δες και δύτες, τους μα­θη­τές, τους ιστιο­πλό­ους και γε­νι­κώς οποιον­δή­πο­τε πο­λί­τη έρ­χε­ται σε επαφή με τη θά­λασ­σα σε ερευ­νη­τή-επι­στή­μο­να ο οποί­ος θα κα­τα­γρά­φει κάθε πα­ρά­ξε­νο είδος που συ­να­ντά και θα ενη­με­ρώ­νει σχε­τι­κά τους επι­στή­μο­νες. Ωσπου να τεθεί σε εφαρ­μο­γή πά­ντως, μπο­ρεί­τε να εκτε­λεί­τε τα πο­λι­τι­κά επι­στη­μο­νι­κά σας κα­θή­κο­ντα στέλ­νο­ντας τις σχε­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες στο ELNAIS ή ερ­χό­με­νοι σε επαφή με τις δύο ερευ­νή­τριες στο ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ ([email protected], [email protected]).
Το κόλπο της γλυ­κιάς δε­ξα­με­νής
Τα επό­με­να χρό­νια οι ερευ­νη­τές πε­ρι­μέ­νουν ακόμη με­γα­λύ­τε­ρη αύ­ξη­ση του ρυθ­μού ει­σό­δου των λε­σε­ψια­νών με­τα­να­στών όχι μόνο λόγω της ανα­με­νό­με­νης πε­ραι­τέ­ρω ανό­δου της θερ­μο­κρα­σί­ας των υδά­των αλλά και εξαι­τί­ας της «δια­πλά­τυν­σης» που σχε­διά­ζε­ται στη Διώ­ρυ­γα του Σουέζ με τη διά­νοι­ξη ενός πα­ρά­πλευ­ρου κα­να­λιού. «Επει­δή η διώ­ρυ­γα είναι στενή και τα πλοία πε­ρι­μέ­νουν στα ανοι­χτά για να πε­ρά­σουν ένα ένα, ανοί­γουν ένα δεύ­τε­ρο κα­νά­λι για να διευ­κο­λυν­θεί η διέ­λευ­ση, μια άλλη δίοδο. Με την αύ­ξη­ση της ροής των πλοί­ων όμως θα αυ­ξη­θεί και η ροή των ειδών» λέει η κυρία Ζε­νέ­του.
Για τον λόγο αυτόν έχει αρ­χί­σει να δη­μιουρ­γεί­ται σε με­σο­γεια­κό επί­πε­δο μια κί­νη­ση από επι­στή­μο­νες οι οποί­οι ζη­τούν αφε­νός να μην προ­χω­ρή­σουν οι αλ­λα­γές που έχουν προ­γραμ­μα­τι­στεί και αφε­τέ­ρου να λη­φθούν μέτρα για τον πε­ριο­ρι­σμό της με­τα­νά­στευ­σης των ειδών.

«Το με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα στο Σουέζ είναι ότι δεν υπάρ­χει κά­ποιος φραγ­μός, όπως υπάρ­χει ας πούμε στον Πα­να­μά»
επι­ση­μαί­νει η κυρία Πε­ρι­στε­ρά­κη. «Στη Διώ­ρυ­γα του Πα­να­μά δεν περ­νά­νε είδη από τη μία προς την άλλη πλευ­ρά γιατί υπάρ­χουν δε­ξα­με­νές γλυ­κού νερού. Θα μπο­ρού­σε και στο Σουέζ να γίνει κάτι ανά­λο­γο».

Λα­γο­κέ­φα­λος, ένας θα­νά­σι­μος κίν­δυ­νος

Ο το­ξι­κός λα­γο­κέ­φα­λος (Lagocephalus sceleratus) έχει δυ­να­τά δό­ντια και φου­σκώ­νει σαν μπα­λό­νι όταν απει­λεί­ται. Φω­το­γρα­φία: Fish Base

Ενα ψάρι που δεν πρέ­πει σε καμία πε­ρί­πτω­ση να τρώμε είναι ο λα­γο­κέ­φα­λος (Lagocephalus sceleratus) που μας έχει έρθει μέσω της Ερυ­θράς Θά­λασ­σας από τον Ιν­δι­κό και τον Ει­ρη­νι­κό Ωκε­α­νό. Είναι ένα είδος το­ξι­κό που ανή­κει στην ίδια οι­κο­γέ­νεια με τα ψάρια που χρη­σι­μο­ποιού­νται στην Ια­πω­νία για την πα­ρα­σκευή του φού­γκου. Οι σεφ του φού­γκου περ­νούν από του­λά­χι­στον τριε­τή εκ­παί­δευ­ση για να μά­θουν πώς να κα­θα­ρί­ζουν τον λα­γο­κέ­φα­λο και τους συγ­γε­νείς του από τα δη­λη­τη­ριώ­δη μέρη τους (κυ­ρί­ως το δέρμα, τα σπλά­χνα, οι γο­νά­δες και τα μάτια), αλλά παρ’ όλα αυτά το έδε­σμα θε­ω­ρεί­ται επι­κίν­δυ­νο – στην Ια­πω­νία και στα κράτη όπου επι­τρέ­πε­ται η κα­τα­νά­λω­σή του τα εστια­τό­ρια που το σερ­βί­ρουν ελέγ­χο­νται αυ­στη­ρά από τον νόμο.


«Ο λα­γο­κέ­φα­λος πα­ρά­γει μια νευ­ρο­το­ξί­νη, την τε­τρο­δο­το­ξί­νη, η οποία είναι θα­να­τη­φό­ρος»
λέει η Πα­ρα­σκευή Κα­ρα­χλέ από το ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ. «Αν κά­ποιος πάρει την το­ξί­νη τρώ­γο­ντας λα­γο­κέ­φα­λο, δεν υπάρ­χει θε­ρα­πεία, υπάρ­χει μόνο αντι­με­τώ­πι­ση με ενερ­γό άν­θρα­κα. Αν η πο­σό­τη­τα της το­ξί­νης δεν είναι με­γά­λη, μπο­ρεί να προ­λη­φθεί το μοι­ραίο, αλ­λιώς ο ασθε­νής κα­τα­λή­γει». Η κα­τα­νά­λω­ση του λα­γο­κέ­φα­λου απα­γο­ρεύ­ε­ται με νο­μο­θε­σία από την Ευ­ρω­παϊ­κή Ενωση, όμως σύμ­φω­να με πλη­ρο­φο­ρί­ες κά­ποιοι αφε­λείς τρώνε το το­ξι­κό ψάρι, το οποίο στη χώρα μας έχει εξα­πλω­θεί πα­ντού – στο Αι­γαίο ως τις ακτές της Μα­κε­δο­νί­ας (δεν φαί­νε­ται να έχει φθά­σει ακόμη στη Θράκη και στα νησιά βό­ρεια της Μυ­τι­λή­νης) αλλά και στο Ιόνιο ως την Κέρ­κυ­ρα.
Το θερ­μό­με­τρο της ψα­ριάς ανε­βαί­νει
Η Μέση Θερ­μο­κρα­σία του Αλιεύ­μα­τος (Mean Temperature of the Catch – MTC) είναι ένας δεί­κτης που έχει ει­σα­χθεί τα τε­λευ­ταία χρό­νια για την εκτί­μη­ση των επι­πτώ­σε­ων της ανό­δου της θερ­μο­κρα­σί­ας των υδά­των στα θα­λάσ­σια οι­κο­συ­στή­μα­τα. Ο δεί­κτης αυτός εξά­γε­ται υπο­λο­γί­ζο­ντας τον μέσο όρο του θερ­μο­κρα­σια­κού εύ­ρους στο οποίο προ­τι­μούν να ζουν τα ψάρια που συ­νι­στούν το ετή­σιο αλί­ευ­μα μιας θά­λασ­σας αφού πρώτα η «ψαριά» ζυ­γι­στεί ως προς το αλί­ευ­μα κάθε εί­δους. Οι επι­στή­μο­νες δη­λα­δή κα­τα­με­τρούν τα είδη ψα­ριών που αλιεύ­ο­νται κάθε χρόνο, βλέ­πουν σε ποιες θερ­μο­κρα­σί­ες ευ­δο­κι­μεί το κα­θέ­να από αυτά και, υπο­λο­γί­ζο­ντας τον μέσο όρο αυτών των θερ­μο­κρα­σιών, εξά­γουν ένα συ­μπέ­ρα­σμα σχε­τι­κά με το αν η σύν­θε­ση των αλιευ­μά­των στο συ­γκε­κρι­μέ­νο οι­κο­σύ­στη­μα έχει με­τα­βλη­θεί εξαι­τί­ας της ανό­δου της θερ­μο­κρα­σί­ας του νερού.
Σε μια με­λέ­τη που δη­μο­σιεύ­θη­κε την πε­ρα­σμέ­νη άνοι­ξη στην επι­θε­ώ­ρη­ση «Frontiers in Marine Science» ο Κώ­στας Στερ­γί­ου, κα­θη­γη­τής στο Αρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης (ΑΠΘ) και διευ­θυ­ντής του Ιν­στι­τού­του Θα­λάσ­σιων Πόρων και Εσω­τε­ρι­κών Υδά­των του ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ, ο Θα­νά­σης Τσί­κλη­ρας, επί­κου­ρος κα­θη­γη­τής στο ΑΠΘ, ο Γιώρ­γος Τσερ­πές, διευ­θυ­ντής Ερευ­νών στο ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ, και η Νότα Πε­ρι­στε­ρά­κη, επί­σης από το ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ, υπο­λό­γι­σαν τη μέση θερ­μο­κρα­σία του αλιεύ­μα­τος στα ελ­λη­νι­κά νερά. Σύμ­φω­να με τα απο­τε­λέ­σμα­τά τους από το 1970 ως το 2010 (δη­λα­δή με βάση όλα τα στοι­χεία που δια­θέ­του­με ως σή­με­ρα) η μέση θερ­μο­κρα­σία του αλιεύ­μα­τος (MTC) έχει ση­μειώ­σει πολύ με­γα­λύ­τε­ρη αύ­ξη­ση από αυτήν που βλέ­που­με στην πραγ­μα­τι­κή τιμή της μέσης επι­φα­νεια­κής θερ­μο­κρα­σί­ας των υδά­των. Το «θερ­μό­με­τρο της ψα­ριάς» έχει ανέ­βει από τους 11,8 στους 16,2 βαθ­μούς Κελ­σί­ου στο Αι­γαίο και από τους 10 στους 14,7 βαθ­μούς Κελ­σί­ου στο Ιόνιο (αυτό με­τα­φρά­ζε­ται σε άνοδο του MTC κατά 1,01 βαθ­μούς ανά δε­κα­ε­τία στο Αι­γαίο και κατά 1,14 βαθ­μούς ανά δε­κα­ε­τία στο Ιόνιο), τη στιγ­μή που στο διά­στη­μα αυτών των 40 ετών η μέση επι­φα­νεια­κή θερ­μο­κρα­σία των ελ­λη­νι­κών νερών έχει ανέ­βει κατά 1 βαθμό Κελ­σί­ου (πα­ρό­μοια τάση προ­κύ­πτει για τον MTC και με βάση τα στοι­χεία από έρευ­νες πε­δί­ου με μη­χα­νό­τρα­τες).
Οπως μας λένε μά­λι­στα οι ερευ­νη­τές, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η άνο­δος του MTC θα πρέ­πει να είναι με­γα­λύ­τε­ρη, αφού στον υπο­λο­γι­σμό δεν έχουν συ­μπε­ρι­λη­φθεί τα ξε­νι­κά είδη, καθώς η αλιευ­τι­κή πα­ρα­γω­γή τους δεν κα­τα­γρά­φε­ται από την Ελ­λη­νι­κή Στα­τι­στι­κή Αρχή και άρα τυ­πι­κά δεν συμ­με­τέ­χουν στα επί­ση­μα αλιεύ­μα­τα. Για τον λόγο αυτόν οι ίδιοι επι­στή­μο­νες εξέ­τα­σαν, ει­δι­κά για το ΒΗΜΑ Science, ένα «σε­νά­ριο» για τα έτη μετά το 2000, όπου θε­ω­ρή­θη­κε ότι με­ρι­κά ξε­νι­κά είδη έχουν αλιευ­τι­κή πα­ρα­γω­γή ίση με το 10% της πα­ρα­γω­γής των οι­κο­λο­γι­κά αντί­στοι­χων ντό­πιων ειδών – θε­ω­ρή­θη­κε δη­λα­δή ότι τα δύο είδη Upeneusέχουν αλιευ­τι­κή πα­ρα­γω­γή ίση με το 10% αυτής του μπαρ­μπου­νιού και της κου­τσο­μού­ρας, τα δύο είδη γερ­μα­νών ίση με το 10% της πα­ρα­γω­γής της σάλ­πας και το γαυ­ρό­ψα­ρο (Εtrumeus golani) ίση με το 10% της πα­ρα­γω­γής του γαύ­ρου. Με βάση το σε­νά­ριο αυτό, το οποίο δεν απέ­χει πολύ από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δια­πί­στω­σαν ότι συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τους λε­σε­ψια­νούς με­τα­νά­στες η μέση θερ­μο­κρα­σία του αλιεύ­μα­τος για την πε­ρί­ο­δο 2006-2010 ανε­βαί­νει επι­πλέ­ον κατά 0,25 βαθ­μούς. Αυτό ση­μαί­νει ότι ίσως στο εξής να ήταν καλό να αρ­χί­σει η κα­τα­γρα­φή των ξε­νι­κών ειδών που αλιεύ­ο­νται μαζί με τα δικά μας, ώστε οι επι­στή­μο­νες να έχουν κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κής κα­τά­στα­σης στα νερά μας.
Τι ακρι­βώς μπο­ρεί να μας προ­σφέ­ρει αυτή η κα­λύ­τε­ρη γνώση; «Σί­γου­ρες» απα­ντή­σεις δεν υπάρ­χουν για το μέλ­λον. «Για μένα είναι κάτι πα­ρό­μοιο με το ότι έρ­χο­νται σε μια χώρα με­τα­νά­στες. Δεν μπο­ρείς να κά­νεις σί­γου­ρες και ακρι­βείς προ­βλέ­ψεις. Μπο­ρεί κά­ποια στιγ­μή, ύστε­ρα από πάρα πολλά χρό­νια, με συ­νε­χι­ζό­με­νη αύ­ξη­ση της θερ­μο­κρα­σί­ας και τις αλ­λα­γές στην αλα­τό­τη­τα – γιατί δεν αυ­ξά­νε­ται μόνο η θερ­μο­κρα­σία αλλά και η αλα­τό­τη­τα των νερών, και αυτά είναι είδη τα οποία έρ­χο­νται από υψηλή αλα­τό­τη­τα -, να φθά­σουν να κυ­ριαρ­χούν στη Με­σό­γειο άλλα είδη» λέει στο «Βήμα» ο κ. Στερ­γί­ου. Ενας ση­μα­ντι­κός πα­ρά­γο­ντας που δυ­σκο­λεύ­ει τις προ­βλέ­ψεις είναι το ότι το «ανα­κά­τε­μα» των ειδών που συ­ντε­λεί­ται αυτή τη στιγ­μή στη θά­λασ­σά μας είναι πρω­τό­γνω­ρο, επει­δή οφεί­λε­ται σε αν­θρώ­πι­νη πα­ρέμ­βα­ση. «Το ση­μα­ντι­κό στις αν­θρω­πο­γε­νείς με­τα­βο­λές είναι ότι συ­ντε­λού­νται πάρα πολύ γρή­γο­ρα, σε πολύ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κό διά­στη­μα από τις φυ­σι­κές αλ­λα­γές, οπότε οι ορ­γα­νι­σμοί δεν έχουν τον χρόνο να προ­σαρ­μο­στούν σε αυτές» λέει ο κα­θη­γη­τής.
Σε μια άλλη έρευ­νά του ο κ. Στερ­γί­ου έχει επί­σης δεί­ξει ότι τα ξε­νι­κά είδη που μπαί­νουν στην Ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο από την Ερυ­θρά Θά­λασ­σα μέσω του Σουέζ έχουν μια ση­μα­ντι­κή δια­φο­ρά σε σχέση με εκεί­να που μπαί­νουν στα δυ­τι­κά από τις υπο­τρο­πι­κές πε­ριο­χές του Ατλα­ντι­κού μέσω του Γι­βραλ­τάρ: έχουν χα­μη­λό­τε­ρο μέσο τρο­φι­κό επί­πε­δο. «Τα πρώτα είναι κυ­ρί­ως παμ­φά­γα με προ­τί­μη­ση στα φυτά ή κυ­ρί­ως παμ­φά­γα με προ­τί­μη­ση στα ζώα. Ενώ του Ατλα­ντι­κού είναι κυ­ρί­ως σαρ­κο­φά­γα» εξη­γεί. «Αυτό ση­μαί­νει ότι τα είδη που έρ­χο­νται από την Ερυ­θρά έχουν με­γα­λύ­τε­ρη ελα­στι­κό­τη­τα – πρα­κτι­κά δη­λα­δή ότι έχουν ένα αντα­γω­νι­στι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα, γιατί όταν είσαι παμ­φά­γο θα βρεις κάτι να φας. Εχο­ντας αυτό το πλε­ο­νέ­κτη­μα όταν θα βρουν έναν αντα­γω­νι­στή μπο­ρεί να τον εκτο­πί­σουν, και συ­νή­θως τον εκτο­πί­ζουν κατά βάθος – αν ένα ντό­πιο ψάρι ήταν ας πούμε στα 20 μέτρα, εκτο­πί­ζε­ται και πη­γαί­νει στα 50. Ή, αν είναι υπε­ρα­λιευ­μέ­νο και έχει μειω­θεί ο πλη­θυ­σμός του, μπο­ρεί και να εξα­φα­νι­στεί. Μέχρι στιγ­μής πά­ντως, του­λά­χι­στον εξ όσων γνω­ρί­ζω, δεν έχει υπάρ­ξει εξα­φά­νι­ση εί­δους εξαι­τί­ας των ξε­νι­κών στη Με­σό­γειο». Το βέ­βαιο είναι – και σε αυτό συμ­φω­νούν όλοι οι επι­στή­μο­νες – ότι όσες «ανα­τα­ρά­ξεις» και αν υφί­στα­ται η φύση κά­ποια στιγ­μή θα βρει την ισορ­ρο­πία της. Απλώς δεν μπο­ρού­με να εί­μα­στε κα­θό­λου βέ­βαιοι για το ποια θα είναι η νέα τάξη πραγ­μά­των που θα προ­κύ­ψει.

Ποια μπο­ρού­με να τρώμε
Τρώμε ήδη το φω­σφο­ρι­ζέ Upeneus moluccensis μαζί με τα ντό­πια μπαρ­μπού­νια και τις κου­τσο­μού­ρες

Αρ­κε­τά από τα ξε­νι­κά είδη – λε­σε­ψια­νά και άλλα – που έχουν έρθει στα νερά μας πιά­νο­νται στα δί­χτυα, στα πα­ρα­γά­δια και στα αγκί­στρια των επαγ­γελ­μα­τιών αλλά και των ερα­σι­τε­χνών ψα­ρά­δων. Εκ πρώ­της όψεως ορι­σμέ­να από αυτά μπο­ρεί να μας φαί­νο­νται πολύ εξω­τι­κά για να τολ­μή­σου­με έστω και να τα δο­κι­μά­σου­με, άλλα όμως δια­φέ­ρουν ελά­χι­στα από τα «δικά μας» με απο­τέ­λε­σμα να κα­τα­λή­γουν στο πιάτο – και στο στο­μά­χι μας – χωρίς καν να το κα­τα­λα­βαί­νου­με. Αν το δούμε πά­ντως πρα­κτι­κά, εφό­σον ζουν κοντά μας ίσως είναι καλό σιγά σιγά να τα συ­νη­θί­σου­με και να βά­λου­με στη δια­τρο­φή μας αυτά που είναι κα­τάλ­λη­λα – όπως άλ­λω­στε λένε και οι ει­δι­κοί, κάτι τέ­τοιο απο­τε­λεί και έναν τρόπο για να ελέγ­ξου­με την πα­ρου­σία τους.


«Κά­ποια ξε­νι­κά είδη έχουν ήδη πε­ρά­σει στη δια­τρο­φή μας χωρίς να το κα­τα­λα­βαί­νου­με»
λέει στο «Βήμα» η Πα­ρα­σκευή Κα­ρα­χλέ, εντε­ταλ­μέ­νη ερευ­νή­τρια στο Ιν­στι­τού­το Θα­λάσ­σιων Βιο­λο­γι­κών Πόρων και Εσω­τε­ρι­κών Υδά­των του ΕΛ­ΚΕ­ΘΕ. «Ο λόγος είναι ότι μοιά­ζουν πάρα πολύ με τα είδη που ήδη τρώμε». Ως πα­ρά­δειγ­μα ανα­φέ­ρει τα είδη Upeneus moluccensis καιUpeneus pori που μοιά­ζουν πάρα πολύ με τα μπαρ­μπού­νια και τις κου­τσο­μού­ρες. Αν και το εκ­παι­δευ­μέ­νο μάτι του ψαρά ή του επι­στή­μο­να ξε­χω­ρί­ζει αμέ­σως τη δια­φο­ρά (το Upeneus pori έχει έντο­νες δια­γώ­νιες εναλ­λασ­σό­με­νες πορ­το­κα­λί και υπό­λευ­κες ρίγες στην ουρά, ενώ το Upeneus moluccensis έχει μια έντο­νη κί­τρι­νη γραμ­μή στα πλαϊ­νά του), ο κα­τα­να­λω­τής συ­νή­θως δεν την πα­ρα­τη­ρεί, με απο­τέ­λε­σμα τα λε­σε­ψια­νά «μπαρ­μπού­νια» που πιά­νο­νται μαζί με τα ελ­λη­νι­κά να πω­λού­νται ανα­κα­τε­μέ­να στις ψα­ρα­γο­ρές. Το ίδιο γί­νε­ται και με κά­ποια είδη γά­μπα­ρης. «Πω­λού­νται κα­νο­νι­κά μαζί με τις ντό­πιες» λέει.
Εκτός από τα είδη που μοιά­ζουν πολύ με αυτά που ήδη ζουν στα ελ­λη­νι­κά νερά, αρ­κε­τά από τα ξε­νι­κά είδη που μας «ξε­νί­ζουν» με την εμ­φά­νι­σή τους τρώ­γο­νται στις πε­ριο­χές εξά­πλω­σής τους – δη­λα­δή στην «πα­τρί­δα» τους. «Κά­ποια μά­λι­στα είναι ιδιαί­τε­ρα γευ­στι­κά, όπως η Fistularia commersoni, το ψάρι κορ­νέ­τα, που είναι λε­σε­ψια­νός με­τα­νά­στης» επι­ση­μαί­νει η ερευ­νή­τρια, το­νί­ζο­ντας ότι τα συ­γκε­κρι­μέ­να είδη θα μπο­ρού­σα­με κάλ­λι­στα να τα εντά­ξου­με στη δια­τρο­φή μας. Στην κα­τη­γο­ρία αυτή συ­γκα­τα­λέ­γο­νται και οι γερ­μα­νοί ή αγριό­σαλ­πες, οι οποί­οι κα­τα­να­λώ­νο­νται ήδη στα Δω­δε­κά­νη­σα αλλά η κα­τα­νά­λω­ση αυτή είναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη,«Τα ψάρια αυτά είναι φυ­το­φά­γα και υπάρ­χουν σε με­γά­λη αφθο­νία στα ελ­λη­νι­κά νερά»εξη­γεί η ερευ­νή­τρια. «Δη­μιουρ­γούν μά­λι­στα πρό­βλη­μα στις φυ­το­κοι­νω­νί­ες και στη σάλπα, η οποία είναι ο μο­να­δι­κός τους αντα­γω­νι­στής ως προς την τροφή». Το πρό­βλη­μα αυτό μπο­ρεί να με­τρια­στεί, όπως προ­σθέ­τει, αν οι γερ­μα­νοί μπουν στο κα­θιε­ρω­μέ­νο μενού μας δίπλα στα ψάρια τα οποία έχου­με ήδη συ­νη­θί­σει να τρώμε: η αύ­ξη­ση της ζή­τη­σης θα οδη­γή­σει σε έντα­ση της αλιεί­ας, η οποία με τη σειρά της θα λει­τουρ­γή­σει ως έμ­με­σο μέτρο δια­χεί­ρι­σης των πλη­θυ­σμών τους. Το ίδιο ισχύ­ει για ένα κα­βού­ρι, το Callinectes sapidus. Γνω­στό με την κοινή ονο­μα­σία μπλε κα­βού­ρι (blue crab) το είδος αυτό, το οποίο απο­τε­λεί εκλε­κτό μεζέ στην Αμε­ρι­κή, ει­σή­χθη στην Ιτα­λία για καλ­λιέρ­γεια και από εκεί ξέ­φυ­γε ή απε­λευ­θε­ρώ­θη­κε με απο­τέ­λε­σμα να φθά­σει και στις ελ­λη­νι­κές θά­λασ­σες. «Γι’ αυτό και το λέμε ιταλό» λέει η κυρία Κα­ρα­χλέ. «Αυτή τη στιγ­μή υπάρ­χουν φυ­σι­κοί πλη­θυ­σμοί πα­ντού στην Ελ­λά­δα. Είναι με­γά­λο σε μέ­γε­θος, ένα ενή­λι­κο άτομο φθά­νει να είναι πε­ρί­που σαν την πα­λά­μη του χε­ριού σας. Είναι νό­στι­μο αλλά είναι και επι­θε­τι­κό, δη­μιουρ­γώ­ντας προ­βλή­μα­τα στους ψα­ρά­δες και στο οι­κο­σύ­στη­μα. Αυτή τη στιγ­μή υπάρ­χει στην αγορά, αλλά σε πολύ χα­μη­λή τιμή, επει­δή η κα­τα­νά­λω­σή του δεν είναι ακόμη με­γά­λη».
Πηγή: Το Βήμα

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.