Η κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου έρχεται να αναδιατάξει, χωρίς να ανατρέψει, το πλαίσιο των περιοριστικών όρων που είχαν επιβληθεί σε 40χρονο αλλοδαπό πατέρα, κατηγορούμενο για σεξουαλική κακοποίηση του 5,5χρονου γιου του.
Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην προστασία του ανηλίκου και στην αποφυγή μέτρων που, αν παραμείνουν απόλυτα και καθολικά, μπορούν να καταστούν πρακτικά ανεφάρμοστα ή να επιφέρουν μη αναστρέψιμες συνέπειες στη γονεϊκή σχέση πριν ακόμη κριθεί οριστικά η υπόθεση.
Η υπόθεση είχε ήδη λάβει ιδιαίτερη ένταση, καθώς μετά την απολογία του κατηγορούμενου αποφασίστηκε να αφεθεί ελεύθερος με αυστηρούς όρους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και υποχρεωτική μηνιαία εμφάνιση σε αστυνομικό τμήμα.
Το πιο βαρύ σκέλος, ωστόσο, αφορούσε 2 περιορισμούς που διαμόρφωναν μια εικόνα πλήρους αποκοπής από κάθε επαφή με τον ανήλικο και ταυτόχρονα μια καθολική απομάκρυνση από χώρους όπου μπορεί να υπάρχουν ανήλικοι.
Η προσφυγή κινήθηκε ακριβώς πάνω σε αυτούς τους 2 άξονες. Από τη μία, η πλήρης απαγόρευση επικοινωνίας και η προσέγγιση του παιδιού σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων. Από την άλλη, η απαγόρευση συναναστροφής με ανηλίκους και η απαγόρευση προσέγγισης χώρων όπου ανήλικοι συχνάζουν επίσης στα 200 μέτρα, με ενδεικτικές αναφορές σε σχολεία και παιδότοπους.
Η υπεράσπιση, με συνήγορο την κ. Ασημένη Βεργή, έθεσε ως κεντρικό επιχείρημα την αναλογικότητα και το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, επιδιώκοντας αντικατάσταση των απόλυτων απαγορεύσεων με ελεγχόμενα και εποπτευόμενα μέτρα, όπως παρουσία ουδέτερου τρίτου.
Από την πλευρά της μητέρας, με συνήγορο τον κ. Γιώργο Κυπραίο, το ζητούμενο παρέμενε η πλήρης θωράκιση του παιδιού μέχρι να ολοκληρωθεί η κρίση της Δικαιοσύνης, σε μια υπόθεση όπου η καταγγελία έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς και στο αστικό πεδίο της επιμέλειας και της επικοινωνίας.
Η ουσία της απόφασης δεν παρουσιάζεται ως άρση των περιορισμών στο σύνολό τους, αλλά ως αναδιάρθρωση των μέτρων ώστε να υπηρετούν τον σκοπό της πρόληψης χωρίς να οδηγούν σε υπέρμετρο και ανεφάρμοστο αποκλεισμό.
Το Συμβούλιο υιοθέτησε την κατεύθυνση να παραμείνει απαγορευμένη η επικοινωνία και η προσέγγιση, αλλά να εισαχθεί ένας κρίσιμος μηχανισμός ελέγχου: η παρουσία τρίτου ενήλικου προσώπου ως προϋπόθεση, ώστε να αποκλείεται ο κίνδυνος τέλεσης νέων ομοειδών πράξεων, σύμφωνα με τη συλλογιστική που αποτυπώνεται στο βούλευμα.
Με άλλα λόγια, ο περιοριστικός όρος δεν καταργείται, αλλά μετατρέπεται από απόλυτη απαγόρευση προσέγγισης στα 200 μέτρα σε απαγόρευση προσέγγισης χωρίς την παρουσία τρίτου ενήλικου.
Το πιο καθαρό μήνυμα της απόφασης αφορά στον δεύτερο επίδικο περιορισμό, δηλαδή στην καθολική απαγόρευση συναναστροφής με ανηλίκους και προσέγγισης χώρων όπου αυτοί συχνάζουν σε απόσταση 200 μέτρων. Το Συμβούλιο προχώρησε στην άρση αυτού του όρου, στη βάση ότι δεν κρίνεται αναγκαίος για την εξασφάλιση του σκοπού αποφυγής τέλεσης νέων εγκλημάτων και, επιπλέον, ότι η εποπτεία τήρησής του στην πράξη καθίσταται ανέφικτη.
Το χρονικό των πορισμάτων και η σύγκρουση αφηγήσεων
Στη δικογραφία, όπως έχει περιγραφεί, η υπόθεση ξεκίνησε από καταγγελία 41χρονης μητέρας. Η λήψη κατάθεσης του παιδιού έγινε σε ελεγχόμενο περιβάλλον με κάμερα και ειδικό ψυχολόγο. Παράλληλα, ιατροδικαστική εξέταση κατέγραψε εύρημα που χαρακτηρίστηκε ως πιθανώς συμβατό με πράξεις ασέλγειας χωρίς βεβαιότητα ως προς μηχανισμό και χρόνο, ενώ εξειδικευμένος κλινικός έλεγχος την ίδια ημέρα δεν επιβεβαίωσε σημεία κάκωσης ή βίας, γεγονός που προσθέτει πολυπλοκότητα στην αποτίμηση των ιατρικών δεδομένων στο παρόν στάδιο.
Ο κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά και συνδέει την υπόθεση με μακρά και σφοδρή αντιδικία για επιμέλεια και επικοινωνία, υποστηρίζοντας ότι η καταγγελία αποτελεί προϊόν χειραγώγησης με στόχο την πλήρη απομάκρυνσή του από το παιδί. Στον αντίποδα, η μητέρα επιμένει στην ανάγκη άμεσης προστασίας του ανηλίκου.
Η εικόνα συμπληρώνεται από γνωματεύσεις ειδικών με διαφορετικές εκτιμήσεις, από ουδέτερες συστάσεις για σταθερό περιβάλλον έως εισηγήσεις για πλήρη αποφυγή επαφής.
Πέρα από την ποινική διαδικασία, το αστικό πεδίο της επιμέλειας και της επικοινωνίας λειτουργεί ως υπόστρωμα έντασης.













