Η κατάρριψη ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, από τη Μοίρα της Πολεμικής Αεροπορίας που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία, έτυχε -όπως ήταν αναμενόμενο- μικτής υποδοχής στο εσωτερικό.
Η κυβερνητική πλευρά εστίασε σε δύο σημεία: στην επιχειρησιακή ετοιμότητα και αποτελεσματικότητα των ελληνικών ΕΔ και, ταυτόχρονα, στη συμβολή της Ελλάδας στην προστασία των ενεργειακών υποδομών του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας και, κατ’ επέκταση, στη διεθνή ενεργειακή ασφάλεια και τις οικονομικές προεκτάσεις της.
Από την πλευρά των κομμάτων της αντιπολίτευσης, οι ενστάσεις σχετίζονται, κατά κύριο λόγο, με το αν η κατάρριψη ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από Έλληνες αξιωματικούς που χειρίζονται ελληνικά οπλικά συστήματα εκτός συνόρων, εντός της σαουδαραβικής επικράτειας, συνιστά ενεργό εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Θα μπορούσαμε να αναλωθούμε επί μακρόν σε αναλύσεις για το τι ακριβώς είναι η «ενεργός» εμπλοκή σε μια πολεμική σύρραξη, τι σημαίνει το άνοιγμα της ελληνικής αντιαεροπορικής ομπρέλας πάνω από τη Βουλγαρία, ποια είναι η σκοπιμότητα της παρουσίας των ελληνικών Patriot στη Σαουδική Αραβία – ή πώς αυτή διαφέρει από την αποστολή της «Κίμων» και των ελληνικών F-16 στην Κύπρο, στο σκέλος που αφορά την ανάμιξη της Ελλάδας στον πόλεμο στο Ιράν.
Η δημόσια συζήτηση είναι χρήσιμη, όχι όμως όταν διεξάγεται επιφανειακά ή όταν, ακόμα χειρότερα, απειλεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία της χώρας. Να σημειωθεί ότι οι ελληνικοί Patriot δεν «ενεργοποιήθηκαν» τη στιγμή που εντοπίστηκαν οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι. Το σύστημα ήταν ήδη ενεργό και για αυτό ήταν σε θέση να εντοπίσει τους ιρανικούς πυραύλους. Εξίσου ενεργό είναι και το σύστημα στην Κάρπαθο. Το «νέο της ημέρας», λοιπόν, δεν ήταν η «ενεργοποίηση» του συστήματος, αλλά η απόφαση εμπλοκής και το γεγονός ότι όταν εντοπίστηκε εισερχόμενη απειλή οι αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας «πάτησαν το κουμπί».
Φοβικό σύνδρομο
Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η κατάρριψη, η κυβέρνηση ξεκαθάρισε ότι επρόκειτο για αμυντική ενέργεια, παρόλο που αυτό είναι προφανές όταν ένα αντιαεροπορικό σύστημα καταρρίπτει εισερχόμενους βαλλιστικούς πυραύλους στον χώρο ευθύνης του. Παράλληλα η κυβέρνηση πλαισίωσε την εμπλοκή των ελληνικών Patriot με οικονομικούς όρους: ενεργειακή ασφάλεια, τιμές καυσίμων, ακρίβεια, πληθωρισμός και… τσέπη του καταναλωτή.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που δεν εστιάζει στις στρατηγικές προεκτάσεις της συγκεκριμένης εμπλοκής. Είναι κατανοητή η ανάγκη «διαχείρισης» μιας εσωτερικής κοινής γνώμης που διαχρονικά αντιμετωπίζει με επιφύλαξη κάθε εξωστρεφή προβολή ή χρήση στρατιωτικής ισχύος. Όμως αυτή η προσέγγιση δεν απαντά στην ανάγκη ενός ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου σχετικά με τη νέα διεθνή πραγματικότητα και για το αν αυτή υπαγορεύει αλλαγές στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.
Αξιοπιστία και φήμη
Στις διεθνείς σχέσεις η έννοια της αξιοπιστίας εντός συμμαχικών δομών και η τήρηση των διεθνών συμφωνιών έχει σημασία. Γι’ αυτό συζητάμε τόσο εντατικά, για παράδειγμα, αν ο Ντόναλντ Τραμπ και οι ΗΠΑ παραμένουν ή όχι αξιόπιστος σύμμαχος της Ευρώπης. Η αξιοπιστία και φήμη μιας χώρας είναι σωρευτικό κεφάλαιο και όχι μια αφηρημένη έννοια.
Η Ελλάδα έχει πάρει το μάθημά της περί αξιοπιστίας στο πεδίο της οικονομίας. Γνωρίζουμε πολύ καλά τι συμβαίνει όταν χάνεται η αξιοπιστία και πόσο δύσκολη είναι η ανάκτησή της. Όπως κάθε συμφωνία , έτσι και μια αμυντική συμφωνία όπως η διμερής μεταξύ Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας, αποκτά νόημα όταν τα συμβαλλόμενα μέρη ενεργούν εντός του πλέγματος δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει.
Η φήμη και αξιοπιστία μιας χώρας δεν τιμολογείται μόνο στις αγορές, αλλά και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Κάθε υπαναχώρηση δημιουργεί αβεβαιότητα και πολιτικό κόστος που διαχέεται πέραν του όποιου μεμονωμένου περιστατικού. Ποια εικόνα θα εξέπεμπε η Ελλάδα, σε συμμάχους και μη, αν οι Έλληνες χειριστές των Patriot είχαν διαταγή να μην εμπλέξουν ιρανικούς πυραύλους ή αν αποφασιζόταν η απόσυρσή τους, ενώσω η συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία παρέμενε ενεργή;
Η συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία
Η συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας υπεγράφη τον Ιούλιο του 2022 και κυρώθηκε από τη Βουλή τον Ιούλιο του 2024 με τις θετικές ψήφους των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ.
Στο σχετικό νομοσχέδιο περιλαμβάνονται ρυθμίσεις ακόμα και για ευαίσθητα θέματα, όπως η μεταχείριση ανθρώπινων σορών και, επομένως, είναι απολύτως θεμιτό να υποτεθεί ότι υπήρχε πλήρης επίγνωση της φύσης και του σκοπού αυτής της συμφωνίας. Ακόμα κι αν τότε δεν υπήρχε στον ορίζοντα η προοπτική του πολέμου.
Το γεγονός ότι, περίπου ενάμιση χρόνο μετά την κύρωση της συμφωνίας, κόμματα που την υπερψήφισαν αντιδρούν για το γεγονός ότι η Ελλάδα ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις που ανέλαβε, συνιστά πολιτική αντίφαση, αλλά αναδεικνύει και μια βαθύτερη παθογένεια. Αν η τήρηση τέτοιου είδους συμφωνιών εξαρτάται από τη συγκυρία ή από το εσωτερικό πολιτικό κλίμα, τότε παύουν να λειτουργούν ως μηχανισμοί ασφάλειας. Αυτό θα ήταν σκόπιμο να το έχουμε κατά νου, ως μια χώρα που τα τελευταία χρόνια έχει επιδιώξει να «θωρακιστεί» συνάπτοντας αμυντικές συμφωνίες και με άλλες χώρες.
Στον κόσμο του Τραμπ
Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ έχει πυροδοτήσει τεκτονικές αλλαγές στο διεθνές στερέωμα. Ο «νόμος του ισχυρού» ίσχυε ανέκαθεν στις διεθνείς σχέσεις, αλλά η νέα πραγματικότητα καθίσταται ακόμα πιο ωμή, καθιερωμένες συμμαχίες αντιμετωπίζουν προκλήσεις και «παραδοσιακές» εγγυήσεις ασφαλείας παύουν να θεωρούνται δεδομένες.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια χώρα όπως η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να μη συζητά ανοιχτά μια βασική αρχή, ήτοι το στοιχείο της προβολής ισχύος στο μίγμα της εξωτερικής της πολιτικής. Ακόμη και χώρες που δεν διεκδικούν αναθεωρητικό ρόλο καλούνται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιχειρούν πέραν των συνόρων τους, ιδίως όταν συμμετέχουν σε συλλογικά σχήματα ασφάλειας. Η ιδεοληπτική απόρριψη αυτής της αρχής δεν μας καθιστά «ουδέτερους».
Η Τουρκία έχει, για περισσότερο από μία δεκαετία, ενσωματώσει την «εξωστρεφή» στρατιωτική παρουσία ως βασικό πυλώνα της στρατηγικής της. Οι επιχειρήσεις εκτός τουρκικής επικράτειας και η ενεργός παρουσία σε άλλες περιφερειακές κρίσεις απορρέουν από την εφαρμογή μιας στρατηγικής που συνδέει την ισχύ με την επιρροή.
Η Ελλάδα βρίσκεται βεβαίως σε διαφορετική αφετηρία και με διαφορετικές επιδιώξεις. Όμως, η συμμετοχή σε αποστολές όπως αυτή στη Σαουδική Αραβία συνιστά προσαρμογή σε ένα περιβάλλον όπου η πλήρης αποχή από την προβολή ισχύος καθίσταται ολοένα και λιγότερο βιώσιμη επιλογή. Δυστυχώς, η δημόσια συζήτηση που ξεκίνησε με αφορμή την εμπλοκή των ελληνικών Patriot στη Σαουδική Αραβία μετατοπίζει το βάρος από το ουσιώδες στο επικοινωνιακά διαχειρίσιμο.
Πηγή: insider.gr














