Ο Συμβουλευτικός Σταθμός της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Έρευνας και Προώθησης Αυτοπροστασίας, διοργάνωσε σεμινάριο με θέμα: «Σεξουαλική Βία: Μπορώ να προστατέψω τον εαυτό μου», στο Παν. Αιγαίου.

Το Σάββατο οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν διάλεξη με θέμα: Νομική Προστασία του Θύματος – Ποινές Δραστών.
Εισηγητές ήταν η Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Αιμιλία – Σοφία Μέρη και η τακτική Ανακρίτρια Ρόδου κ. Μαρίνα Κρανίτη.

Σήμερα υπήρξε εκπαίδευση σε τεχνικές και τακτικές αντιμετώπισης σεξουαλικών επιθέσεων από τον αστυνομικό κ. Γ. Ρουμπίνη, εκπαιδευτή αυτοάμυνας – αυτοπροστασίας.

Η ημερίδα ξεκίνησε με την εισήγηση της Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Αιμιλίας Σοφίας Μέρη.

Η κ. Εισαγγελέας αναφέρθηκε εισαγωγικά στην ιστορική διαδρομή της αντιμετώπισης των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας επισημαίνοντας ότι διατάξεις για τον ποινικό κολασμό τους υπήρχαν στον κώδικα Χαμουραμπί, στην Εβραϊκή νομοθεσία και στην Αρχαία Ελλάδα. Στην αρχαία Σπάρτη δεν υπήρχε ανάλογη αντιμετώπιση καθώς προτεραιότητα ήταν η αναπαραγωγή, πάση θυσία, της φυλής.

Νομοθεσία για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής βίας υπήρχε στην Αρχαία Ρώμη, το Βυζάντιο αλλά και στην Τουρκοκρατία.
Η νομοθεσία ωστόσο δεν προστάτευε τη γυναίκα αλλά την ηθική ή την τιμή.

Στην Ελλάδα υπήρχαν μέχρι το έτος 1984 στην ποινική νομοθεσία διατάξεις για τον κολασμό των εγκλημάτων κατά των ηθών. Όπως εξήγησε η κ. Εισαγγελέας «δεν ενδιέφερε τόσο το νομοθέτη ως τότε το δικαίωμα επιλογής και αυτοπροσδιορισμού>>.

Ο νόμος άλλαξε το 1984 αλλάζοντας τον τίτλο του κεφαλαίου. Το 2006 εισήχθησαν διατάξεις όχι μόνο για εγκλήματα που αφορούν συνουσία αλλά και για ασελγείς πράξεις.

Η τακτική Ανακρίτρια Ρόδου κ. Μαρίνα Κρανίτη εν συνεχεία ανέλυσε τις προβλέψεις του ποινικού κώδικα για την τιμωρία των αδικημάτων του βιασμού, της κατάχρησης σε ασέλγεια αλλά και των σεξουαλικών εγκλημάτων με θύματα ανήλικα παιδιά.

Η κ. Ανακρίτρια εξήγησε ότι μέχρι το έτος 2007 το 336 άρθρο του Ποινικού Κώδικα δεν τιμωρούσε τον βιασμό μεταξύ παντρεμένων γιατί θεωρούσε ουσιαστικά ηθικό καθήκον της συζύγου να ανταποκρίνεται στις ορέξεις του άνδρα της.

Εξήγησε επίσης ότι το αδίκημα του βιασμού διώκεται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται περιορισμός της ελευθερίας κινήσεων του θύματος. Όταν το θύμα βρίσκεται σε αδυναμία διαύγειας πνεύματος (π.χ. μέθη) τότε ο δράστης διώκεται ως κατάχρηση σε ασέλγεια.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει το ότι υφίσταται διχογνωμία στη νομολογία γύρω από την ποινική αντιμετώπιση ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκων και συγκεκεριμένα αν αυτές θα πρέπει να διώκονται σε βαθμό κακουργήματος ή πλημμελήματος. Τονίστηκε ότι η ανηλικότητα δεν αξιολογείται στο βιασμό.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ποινική αντιμετώπιση του αδικήματος της αποπλάνησης παιδιών. Κατέστη σαφές ότι για τη δίωξη δραστών για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανηλίκων δεν απαιτείται εξαναγκασμός.

Σε ότι αφορά ειδικότερα ανήλικους Ρομά τονίστηκε ότι το φαινόμενο αντιμετωπίζεται ως “Sui Generis” από την Ελληνική Δικαιοσύνη, που μπορεί να μην αναγνωρίζει το εθιμικό δίκαιο που επιτρέπει γάμους με ανήλικα κορίτσια, αλλά ταυτόχρονα δεν επιλαμβάνεται υποθέσεων του είδους από τη στιγμή που δεν υφίσταται ενημέρωση επί συγκεκριμένων περιπτώσεων.

Η κ. Εισαγγελέας ακολούθως αναφέρθηκε σε σεξουαλικά εγκλήματα που διώκονται σε βαθμό πλημμελήματος και κυρίως για εκείνα που διαπράττονται με τη χρήση του διαδικτύου.

Επεσήμανε ότι τιμωρείται ακόμη και η όρεξη και η διάθεση του ενήλικου να αποκτήσει επαφή με ανήλικο.
Αναφορά έκανε και στη σεξουαλική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο και στις δημόσιες και ιδιωτικες υπηρεσίες.

Εισαγγελέας και Ανακρίτρια εξήγησαν εν συνεχεία τις διαδικασίες που ακολουθούνται για την δίωξη και απολογία των διωκόμενων για αδικήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, που δεν αφορούν εξάλλου μόνο γυναίκες αλλά και άνδρες.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο καθεστώς που υφίσταται για την επιβολή του μέτρου της προσωρινής κράτησης στους κατηγορούμενους. Επισημάνθηκε συγκεκριμένα ότι η επιβολή της προσωρινής κράτησης γίνεται στους κατηγορούμενους όταν είναι ύποπτοι για την τέλεση νέων αδικημάτων ή υπότροποι ή ύποπτοι φυγής.

Επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο μέτρο δεν έχει χαρακτήρα επιβολής ποινής αλλά περιορισμού για να εξασφαλιστεί κυρίως η παρουσία του κατηγορούμενου στη δίκη και να αποτραπεί η τέλεση νέων αδικημάτων. Τονίστηκε εξάλλου ότι το μέτρο έχει «παρεξηγηθεί» ακόμη και από ΜΜΕ που θεωρούν σε ορισμένες περιπτώσεις επιβεβλημένη την επιβολή του, παρότι δεν προβλέπεται πάντα από το νόμο.

Στη συζήτηση που αναπτύχθηκε υπήρξε και παρέμβαση του αξιωματικού της ΕΛΑΣ κ. Μ. Μυλωνά ο οποίος αναφέρθηκε κυρίως στις διαδικασίες που ακολουθούνται από την αστυνομία όταν καταγγελθούν σεξουαλικά αδικήματα.

Επισημάνθηκε ότι είναι απαραίτητο τα θύματα να μην κάνουν μπάνιο πριν να εξεταστούν από ιατροδικαστή προκειμένου να μην χαθούν πειστήρια που θα οδηγήσουν στην καταδίκη του δράστη.

Τονίστηκε επίσης ότι τα θύματα θα πρέπει να μη διστάζουν να απευθύνονται στις αρχές ενώ επισημάνθηκε ότι προστατεύονται τα προσωπικά τους δεδομένα.

Στη διάλεξη υπήρξε μεγάλη ανταπόκριση από φοιτητές και δικηγόρους ενώ αναπτύχθηκε συζήτηση και απαντήθηκαν ερωτήσεις.

Φωτορεπορτάζ:

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ