Ένα πολύ σημαντικό κονδύλι για τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ύψους 614 εκατ. ευρώ διέθεσαν τα ελληνικά νοικοκυριά για φροντιστήρια το 2023, ποσό ήταν το υψηλότερο της τελευταίας δεκαετίας, ενώ από το 2021 η σχετική δαπάνη εκτινάχθηκε κατά 35,7% σε πραγματικές τιμές. Τα παραπάνω στοιχεία εμπεριέχονται στη νέα έκθεση του ΚΑΝΕΠ / ΓΣΕΕ, σχετικά με την οργανωμένη φροντιστηριακή εκπαίδευση στην Ελλάδα και προσδίδουν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στο ζήτημα της φροντιστηριακής εκπαίδευσης, αναδεικνύοντας ενδιαφέρουσες παραμέτρους για την ιστορικότητα του φαινομένου, τα χρήματα που δαπανούν οι οικογένειες, τις απόψεις των γονέων, των παιδιών, των εκπαιδευτικών φροντιστηρίων και των ιδιοκτητών.
Όπως λέει στο powergame.gr ο διευθυντής του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ Χρήστος Γούλας « έχει περάσει καιρός που τα φροντιστήρια θεωρούνταν απλά μια ενδημική ιδιοτροπία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Εδώ και δεκαετίες βρίσκονται όλο και πιο ενσωματωμένα στον οργανωτικό πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδρομής χιλιάδων οικογενειών. Η πρόσφατη έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ αναδεικνύει ξεκάθαρα αυτόν τον κεντρικό πλέον ρόλο: το 2023 τα ελληνικά νοικοκυριά δαπάνησαν 614 εκατομμύρια ευρώ για φροντιστήρια, το υψηλότερο ποσό της τελευταίας δεκαετίας, ενώ το 48,7% των γονέων θεωρεί ότι χωρίς αυτά τα παιδιά τους δεν θα περνούσαν στις πανελλήνιες. Φυσικά, το βάρος αυτής της δαπάνης δεν κατανέμεται ισότιμα, καθώς τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα επιβαρύνονται αναλογικά πολύ περισσότερο, προκειμένου να λάβουν, συνηθέστερα, λιγότερες υπηρεσίες σχολικής υποστήριξης».
Από τον 17ο αιώνα ο όρος «φροντιστήριο»
Και τονίζει ότι «το φαινόμενο αυτής «σκιώδους εκπαίδευσης», δεν είναι πρόσφατο. Όπως αναδεικνύεται στο βιβλίο, ο όρος «φροντιστήριο» εμφανίζεται στην ελληνική πραγματικότητα ήδη από τον 17ο αιώνα και συνδέεται διαχρονικά με τις εισαγωγικές εξετάσεις, την επιλεκτική λειτουργία του συστήματος και τις αδυναμίες ισότιμης υποστήριξης των μαθητών του δημόσιου σχολείου. Δεν μπορούμε, όμως, να αντιμετωπίζουμε και ως απόλυτα φυσιολογικό αυτό που στην πράξη λειτουργεί ως ακόμη ένας μηχανισμός αναπαραγωγής εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Το πραγματικό ζητούμενο ήταν, είναι και παραμένει αυτό της ουσιαστικής ενίσχυσης ενός αποτελεσματικού και δίκαιου δημόσιου σχολείου».
Το 52% της ιδιωτικής δαπάνης στα φροντιστήρια
Τα φροντιστήρια αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο το 52,3% της συνολικής ιδιωτικής εκπαιδευτικής δαπάνης των νοικοκυριών και αντιστοιχούν στο 9% της συνολικής τους καταναλωτικής δαπάνης, έναντι 7,5% το 2013. Μάλιστα, η ιδιωτική εκπαιδευτική δαπάνη έφτασε στο 14% των δημόσιων εκπαιδευτικών δαπανών για το 2023, το υψηλότερο ποσοστό της δεκαετίας.
Η μέση οικογενειακή μηνιαία δαπάνη για τα φροντιστήρια ανέρχεται σε 180 ευρώ, με έντονη ανισότητα: το φτωχότερο 25% δαπανά κάτω από 70 ευρώ, ενώ το πλουσιότερο 25% άνω από 250 ευρώ μηνιαίως. Τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 750 ευρώ διαθέτουν για φροντιστήρια το 24,1% του ετήσιου εισοδήματός τους, έναντι μόλις 3,3% που είναι στις υψηλότερες εισοδηματικές τάξεις.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 94,6% των δαπανών αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αντανακλώντας την κεντρικότητα των πανελλαδικών εξετάσεων, αλλά το φροντιστήριο σε αρκετές περιπτώσεις ξεκινά από το Δημοτικό. Το 4,2% των δαπανών για φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης αφορά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση με τη σχετική δαπάνη να έχει τετραπλασιαστεί: από 5,9 εκατ. ευρώ το 2013 έχει ανέλθει σε 26,1 εκατ. ευρώ το 2023.
Τι λένε οι γονείς για τα φροντιστήρια
Σχεδόν 7 στους 10 γονείς και νέους (68-70%) δηλώνουν αρκετά έως πολύ ικανοποιημένοι από την φροντιστηριακή εκπαίδευση. Ωστόσο, το 50% των γονέων, την ίδια στιγμή, θεωρεί ότι τα φροντιστήρια επιβαρύνουν οικονομικά την οικογένεια και υπερφορτώνουν τους μαθητές. Το 48,7% των γονέων πιστεύει ότι το παιδί τους δεν θα είχε περάσει στις πανελλήνιες εξετάσεις χωρίς φροντιστήριο.
Ιδιαίτερα μαθήματα
Το 2023 τα ελληνικά νοικοκυριά δαπάνησαν συνολικά 257 εκατ. ευρώ για ιδιαίτερα μαθήματα. Σύμφωνα με την έρευνα, η εξέλιξη των σχετικών δαπανών την τελευταία δεκαετία παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις: την περίοδο 2015-2018 καταγράφηκε πτώση της τάξης του 26,9%, ενώ το 2019 σημειώθηκε απότομη αύξηση κατά 21,2%. Κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 οι δαπάνες μειώθηκαν, ενώ από το 2022 καταγράφεται σημαντική ανάκαμψη (+30,4%), με τα επίπεδα να παραμένουν σχεδόν σταθερά το 2023(μικρή μείωση -1,3%). Συνολικά, για την περίοδο 2013-2023 η δαπάνη σε ονομαστικές τιμές παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, ενώ σε σταθερές τιμές (2023) εμφανίζει σωρευτική μείωση περίπου 10%
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχετική επιβάρυνση αυτών των δαπανών σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Το 2023 τα νοικοκυριά με άνεργο υπεύθυνο δαπανούν για φροντιστήρια το 15,9% του ετήσιου εισοδήματός τους, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των εργαζομένων (9,3%), των συνταξιούχων (6,6 %) και των μη οικονομικά ενεργών (5,7 %) . Οι διαφορές αυτές είναι στατιστικά σημαντικές , υποδεικνύοντας ότι, παρά το χαμηλότερο απόλυτο ύψος της δαπάνης, τα νοικοκυριά με υπεύθυνο στην ανεργία εμφανίζουν αναλογικά μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση, πιθανώς λόγω χαμηλότερου εισοδήματος.
Το 2013 η κατανομή των ποσοστών ήταν διαφορετική. Τα άνεργα νοικοκυριά εξακολουθούσαν να καταγράφουν υψηλή σχετική επιβάρυνση (17,4%), αλλά η υψηλότερη καταγράφεται στους μη οικονομικά ενεργούς (28,2%). Ωστόσο, όπως αναφέρεται, οι διαφορές μεταξύ των ομάδων δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Παρά ταύτα,η σύγκριση των δύο ετών δείχνει σταθερή τάση: οι άνεργοι καταγράφουν σταθερά υψηλότερη αναλογική επιβάρυνση σε σύγκριση με τον εργαζόμενο πληθυσμό.
Το προφίλ του εκπαιδευτικού προσωπικού
Η μελέτη, επίσης, εστιάζει σε ζητήματα όπως το προφίλ του εκπαιδευτικού προσωπικού προκλήσεις και προβλήματα όπως: οι χαμηλές αποδοχές, η ασάφεια εργασιακού καθεστώτος, η εργασιακή ανασφάλεια, η ανασφάλιστη εργασία και η έλλειψη συλλογικών συμβάσεων, η πίεση για «θετικά αποτελέσματα» κ.ά, η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από τα φροντιστήρια συναρτάται με παράγοντες όπως: το ανθρώπινο δυναμικό, η οργάνωση και το πρόγραμμα σπουδών, το διδακτικό υλικό και τεχνολογικά εργαλεία, το μέγεθος και η σύνθεση τμημάτων, η επικοινωνία με γονείς, οι εργασιακές σχέσεις και ο ρόλος της διοίκησης.
Ως ενδεικτικές προτάσεις πολιτικής σημειώνονται η πολύπλευρη ενίσχυση του δημόσιου σχολείου, ο περιορισμός του ρόλου των εξετάσεων στην δομική λειτουργία των σχολικών βαθμίδων, η δημιουργία δημόσιων δομών ενισχυτικής διδασκαλίας, η θεσμική εποπτεία και πιστοποίηση ποιότητας, καθώς και η προστασία εργαζομένων και των εργασιακών τους δικαιωμάτων.
Πηγή: powergame.gr













