Την εκτίμηση ότι με αφορμή την κρίση του κορωνοϊού η Ελλάδα θα πρέπει να επανεξετάσει την εξάρτησή της από τον Τουρισμό και να προχωρήσει σε έναν σχεδιασμό με βάθος εικοσαετίας ή τριακονταετίας, στηριζόμενη σε άλλο οικονομικό και αναπτυξιακό μοντέλο, εκφράζει σε συνέντευξή του στην «δ» ο γραμματέας του Εμπορικού Συλλόγου Ρόδου, κ. Κωνσταντίνος Σπανός.
Επιπλέον, μιλάει για την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί μετά την καραντίνα στην αγορά του νησιού, για τις εκτιμήσεις σχετικά με την επιχειρηματική κίνηση αλλά και για το μείζον ζήτημα των επιταγών, που απασχολεί πολύ κόσμο και έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην αγορά.

• Κύριε Σπανέ, να ξεκινήσουμε από την επόμενη μέρα της κρίσης του κορωνοϊού (δηλαδή μετά το lockdown) που άνοιξαν σταδιακά οι εμπορικές επιχειρήσεις στην Ρόδο, μέχρι και σήμερα. Πώς έχει η κατάσταση στην αγορά;
Από την ημέρα που άνοιξε η αγορά μέχρι σήμερα, δυστυχώς η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί. Απλά, βαίνει μειούμενη η κίνηση. Τις πρώτες δύο εβδομάδες, υπήρξε μία αυξημένη κίνηση –ίσως λόγω της ανάγκης των καταναλωτών να βγουν για ψώνια λόγω του εγκλεισμού και ήθελαν να επανέλθουν στις συνήθειές τους. Μετά τις πρώτες εβδομάδες όμως, η κατάσταση είναι φθίνουσα, η κίνηση στην αγορά πέφτει συνεχώς κι έχουμε εναποθέσει τις ελπίδες μας στους τουρίστες, όποιους από αυτούς, βέβαια έρθουν στην Ρόδο.
Είναι γεγονός πως κατά την διάρκεια του lockdown καταγράφηκε μία αύξηση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Αυτό συνεχίζει και τώρα;
Βεβαίως. Και καθ όλη την διάρκεια του εγκλεισμού αλλά και μέχρι σήμερα, ο μεγάλος κερδισμένος είναι τα διαδικτυακά καταστήματα, το διαδικτυακό εμπόριο. Σε αρκετές περιπτώσεις, κυρίως τα καταστήματα που πωλούν ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη, καταγράφτηκαν αυξήσεις της τάξης του 200 και 250% (!) στις πωλήσεις μέσω διαδικτύου και με βάση αυτά τα στοιχεία, σήμερα έχουμε φτάσει στο σημείο, οι πωλήσεις που γίνονται διαδικτυακά να έχουν φτάσει το 25% των συνολικών πωλήσεων (από 14% που ήταν πριν).
• Πάντως αυτό που παρατηρούμε, είναι ότι οι εμπορικές επιχειρήσεις στη Ρόδο δεν έχουν πλέον μεγάλη ποικιλία ούτε και μεγάλη γκάμα από προϊόντα. Αυτό σε τι οφείλεται;
Αυτό, ξέρετε, δεν έχει σχέση με τον κορωνοϊό. Έχει σχέση με την χρηματική και οικονομική πενία! Για να μπορέσεις να έχεις μεγάλη γκάμα προϊόντων θα πρέπει να έχεις και την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθεις στις αγορές αυτές, να πληρώσεις ανάλογα με την εξέλιξη της σεζόν. Αυτή την στιγμή ο περισσότερος κόσμος είναι συγκρατημένος, δεν κάνει πολλές αγορές οπότε και οι επιχειρήσεις δεν προβαίνουν σε επενδύσεις. Υπάρχουν κάποια εμπορικά καταστήματα που βρήκαν ευκαιρία το κλείσιμο της αγοράς για να κάνουν μικρές ανακαινίσεις (τις οποίες δεν θα μπορούσαν να κάνουν υπό φυσιολογικές συνθήκες) αλλά μέχρι… εκεί. Η επένδυση σε εμπόρευμα είναι εξαιρετικά προσεκτική, πολύ μικρές (και συχνές) παραγγελίες μέχρι να δούμε πού θα πάει η αγορά.
• Φαίνεται πάντως ότι ο χειμώνας θα είναι πολύ δύσκολος για τις εμπορικές επιχειρήσεις…
Πράγματι, ο χειμώνας θα είναι πάρα πολύ δύσκολος για όλους. Δεν αφορά μόνον τις εμπορικές επιχειρήσεις, τις μικρομεσαίες, τις πολύ μικρές ή τις μεγάλες. Αφορά όλους μας και η κρίση θα μας επηρεάσει όλους, στην Ρόδο. Εδώ όμως πρέπει να δούμε πώς θα ‘απαγκιστρωθούμε’ από τον εθισμό του Τουρισμού. Είμαστε εθισμένοι στον Τουρισμό, έχουμε δημιουργήσει μια αλυσίδα, όπου όλα κρέμονται από αυτή την αλυσίδα και αν ένας κρίκος σπάσει, βλέπουμε την αντίδραση και τις συνέπειες σε όλη την αγορά. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι εάν φέτος, στην Ρόδο έχουμε περίπου το 20% (σαν ταβάνι) της περσινής μας κίνησης, θα πρέπει να είμαστε πολύ ευχαριστημένοι. Κι αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έχουμε πολλά κρούσματα ή δεν θα ακουστούν κακά νέα για το νησί. Εντούτοις, εκτιμώ πως ούτως ή άλλως θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι όλοι. Ο ανταγωνισμός φέτος θα είναι σκληρός, οι τουρίστες που θα έρθουν θα είναι λίγοι και όλοι θα προσπαθήσουν να πάρουν κάτι από αυτή την πολύ μικρή σε σχέση με άλλες χρονιές, πίτα.

• Μιας και αναφερθήκατε στο ζήτημα του οικονομικού ‘μοντέλου’ της Ρόδου που βασίζεται αποκλειστικά στον Τουρισμό και μάλιστα στον μαζικό Τουρισμό, πώς θα μπορούσε κατά την άποψή σας να αλλάξει αυτό; Μήπως η κρίση του κορωνοϊού είναι η ευκαιρία για να επανεξετάσουμε το μοντέλο αυτό και να σχεδιάσουμε από τώρα για τα επόμενα χρόνια;
Κοιτάξτε, αν θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά για το μέλλον του νησιού αλλά και το μέλλον της χώρας –κατ’ επέκταση διότι όλα είναι συνυφασμένα, θα πρέπει να δούμε ότι μία χώρα της οποίας το ΑΕΠ εξαρτάται από 25 – 30% από τον Τουρισμό, είναι εξαιρετικά μεγάλο.
Η Ισπανία π.χ. που είναι μεγάλη χώρα, το ποσοστό του ΑΕΠ της που εξαρτάται από τον Τουρισμό (κι έχει πολύ μεγαλύτερα μεγέθη τουριστικά σε σχέση με τα δικά μας) είναι μόλις στο 7%, η Γαλλία είναι στο 5%. Δηλαδή, δεν έχουν τόσο υψηλές εξαρτήσεις. Εδώ λοιπόν θα πρέπει να κάνουμε έναν σχεδιασμό με βάθος εικοσαετίας –για να μην πω τριακονταετίας. Θα πρέπει να δούμε με ποιους τρόπους θα μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε και να αξιοποιήσουμε τα πακέτα από την Ευρωπαϊκή Ένωση που θα μας δοθούν έτσι ώστε να φύγουμε επιτέλους από την μονοκαλλιέργεια του Τουρισμού και να ασχοληθούμε με άλλα πράγματα εις τρόπον ώστε η επόμενη κρίση στον Τουρισμό, εάν και όταν ξαναέρθει, να μας βρει θωρακισμένους και προετοιμασμένους.
Να κλείσουμε με το θέμα των επιταγών. Είναι κάτι που απασχολεί πολύ κόσμο.
Για το θέμα των επιταγών έχει δημιουργηθεί ένα πολύ μεγάλο ζήτημα και υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις επί τούτου. Αυτοί οι οποίοι έχουν στα χέρια τους επιταγές, θέλουν να πληρωθούν και αυτοί οι οποίοι έχουν εκδώσει τις επιταγές, προσπαθούν να τις τραβήξουν πίσω για να μην τις πληρώσουν. Ίσως θα έπρεπε να γίνει μια διαφορετική διευθέτηση σε αυτό το θέμα, από αυτό που έγινε. Γιατί υπάρχουν και εργαζόμενοι που έχουν λάβει επιταγές, για τις αποδοχές τους από πέρσι κι αυτή την στιγμή δεν μπορούν να τις πληρωθούν. Ίσως θα έπρεπε να υπάρξει μια συνεργασία με τις τράπεζες, οι εκδότες με τους λήπτες των επιταγών και τις τράπεζες να έρθουν σε μια συνεννόηση ώστε και οι επιταγές να μπορέσουν να πληρωθούν (κατά ένα μεγάλο ποσοστό) με επιβάρυνση των εκδοτών αλλά και ο κόσμος να πάρει χρήματα. Φανταστείτε μια εισαγωγική επιχείρηση η οποία έχει λάβει επιταγές από τους πελάτες της, έχει ρευστότητα ‘μηδέν’. Εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να το επανεξετάσουμε με προσοχή διότι το θέμα των επιταγών έχει δημιουργήσει μια μεγάλη αναστάτωση στην αγορά και απαιτείται μια διαφορετική λύση και διευθέτηση.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ