Συνεντεύξεις

Γ. Πάππου: «Η επιχειρηματικότητα περνά δια πυρός και σιδήρου»!

Συνέντευξη
στην Πέγκυ Ντόκου

Ως ‘εφιαλτικό’ περιγράφει τον χρόνο που έκλεισε η χώρα μας εν μέσω μιας ασφυκτικής οικονομίας με πολύ κακές συνθήκες για την επιχειρηματικότητα, ο πρόεδρος του ΕΒΕΔ κ. Γιάννης Πάππου.
Σε συνέντευξή του στην «δ» ο κ. Πάππου μιλάει για όλους και για όλα, χωρίς περιστροφές από τις κατασχέσεις λογαριασμών, την κατάσταση στην αγορά, την φορολογία, την τουριστική κίνηση αλλά και τις αλυσίδες καταστημάτων μέχρι και την μεταφορά έδρας πολλών επιχειρήσεων σε ξένες χώρες.
Η συνέντευξη αναλυτικά:
• Κύριε Πάππου συμπληρώθηκε πάνω από ένας χρόνος με μια οικονομία η οποία λειτουργεί κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες (capital controls, έλλειψη ρευστότητας, δυσβάστακτη φορολογία, συνεχή λουκέτα κλπ). Τελικά πώς μπορεί να προχωρήσει η επιχειρηματικότητα και κατ’ επέκταση η ανάπτυξη στην περιοχή μας;
Ήταν ένας εφιαλτικός χρόνος. Η επιχειρηματικότητα πέρασε και εξακολουθεί να περνά «δια πυρός και σιδήρου» αφού προς το παρόν δεν έχουμε ενδείξεις βελτίωσης των συνθηκών. Αντιθέτως, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμη δύσκολο φθινόπωρο και ένα ακόμη δυσκολότερο χειμώνα. Από την Δευτέρα ξεκινά μία ακόμη αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, ενώ υπάρχουν σε εκκρεμότητα και νέα μέτρα ως προαπαιτούμενα για την δόση. Να δούμε τι καινούργιο μέτρο θα μας προκύψει για να σφίξει ακόμη περισσότερο την θηλιά στο λαιμό μας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ούτε για προώθηση της επιχειρηματικότητας μπορούμε να μιλάμε, ούτε βεβαίως για ανάπτυξη.

• Μέσα σε ένα τέτοιο οικονομικό – φορολογικό – πολιτικό ασταθές περιβάλλον, εκτιμάτε πως μπορούν να γίνουν σοβαρές επενδύσεις σε αυτή την χώρα και στην δική μας περιοχή;
Η συζήτηση για επενδύσεις είναι μια μεγάλη συζήτηση με πολλές παραμέτρους που δεν έχουν να κάνουν μόνο με την κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας. Θα μπορούσε, πολύ σωστά, να αναρωτηθεί κανείς, γιατί δεν έρχονται επενδύσεις σε μια χώρα όπου η εσωτερική υποτίμηση είναι τεράστια και οι τιμές των ακινήτων έχουν καταβαραθρωθεί; Εδώ θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η διεθνής αρνητική συγκυρία. Η απάντηση συνεπώς στο ερώτημά σας είναι σύνθετη. Κατ’ αρχήν η συνεχιζόμενη διεθνής οικονομική αβεβαιότητα δεν επιτρέπει επενδυτικούς σχεδιασμούς και ρίσκα, πολύ δε περισσότερο σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η οικονομία της εξακολουθεί να είναι μια οικονομία «υψηλού κινδύνου». Από την άλλη πλευρά, η πολυσυζητημένη ανάκαμψη της εγχώριας οικονομίας δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί εσωτερικά, αφού έτσι κι αλλιώς έχει εξαντλήσει την εσωτερική χρηματοδοτική της ικανότητα. Παράλληλα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε αγκυλώσεις και ιδεοληψίες που δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο μια ήδη δύσκολη κατάσταση. Η υπόθεση με την επένδυση στην περιοχή του Γκολφ Αφάντου είναι απολύτως χαρακτηριστική του πώς αυτή η χώρα αντί να προσελκύει τους ελάχιστους ενδιαφερόμενους επενδυτές, φροντίζει με κάθε τρόπο να τους διώξει και αυτούς.

• Μαθαίνουμε ότι όλο και αυξάνεται το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού ελληνικών επιχειρήσεων για μεταφορά έδρας σε άλλες χώρες με χαμηλότερη φορολογία και φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Πώς το βλέπετε αυτό;
Είναι και αυτό ένα ακόμα μέσα στα πολλά παράδοξα της ελληνικής οικονομίας. Τώρα που η χώρα χρειάζεται περισσότερο την επιχειρηματικότητα, όταν μόνο μέσα από υγιείς επιχειρήσεις μπορεί να προσδοκά ανάπτυξη, κάνει ό,τι μπορεί για να διώξει τις υγιείς επιχειρήσεις στο εξωτερικό. Αυτό είναι τραγικό.  Οι βασικότερες αιτίες της φυγής είναι η υψηλή φορολογία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα καθώς και οι συνεχείς αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς. Οι αριθμοί δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Υπολογίζεται ότι το 2015 πάνω από 4.000 ελληνικές εταιρείες μετέφεραν την έδρα τους μόνο στη Βουλγαρία, ενώ για τους πρώτους μήνες του 2016 ο αριθμός ξεπερνάει τις 2.500. Το 5%-10% των νέων εταιρειών που δημιουργούνται στην Ελλάδα από υψηλών επιστημονικών προσόντων νέους, εγκαταλείπουν τη χώρα. Αυτό αντιστοιχεί σε αιμορραγία εκατομμυρίων ευρώ. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν ότι πολλές εταιρείες δεν μεταφέρουν μόνο την έδρα τους αλλά και την παραγωγική τους δραστηριότητα δίνοντας δουλειά σε ξένους, έχουμε ως αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας στο εσωτερικό. Δυστυχώς, ούτε εδώ υπάρχει κάποια θετική προοπτική. Η πρόβλεψη είναι ότι αυτή η κατάσταση θα συνεχισθεί και στα επόμενα χρόνια.

• Ειδικά φέτος, η Ρόδος ‘πλήρωσε’ το φορολογικό τίμημα κατ’ αρχήν με την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, με την αύξηση στον τουριστικό φόρο και μια σειρά από άλλα μέτρα. Τι μπορεί να γίνει τελικά;
Αν οι κυβερνώντες είχαν συναίσθηση του πλήγματος που προκάλεσαν στα νησιά μας, θα έπρεπε χωρίς δεύτερη σκέψη να ανακαλέσουν όλα αυτά τα εξοντωτικά μέτρα που πήραν όλους τους προηγούμενους μήνες. Φυσικά αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Οι κυβερνητικοί βουλευτές διατυμπανίζουν ότι ο πρωθυπουργός θα ανακοινώσει τον Σεπτέμβριο ειδικά μέτρα στήριξης των νησιών, σε αντιστάθμισμα των μέτρων που έχουν πάρει. Ωστόσο, όλο αυτό είναι πολύ ασαφές προς το παρόν. Ποια νησιά θα αφορούν; Μόνο τα μικρά ή το σύνολο; Θα συνεχίσουν οι εμμονές τους για τα μεγάλα και «πλούσια» νησιά; Πρέπει να πω όμως ότι, όσα μέτρα κι αν εξαγγείλουν, δεν θα μπορέσουν να αποκαταστήσουν τη μεγάλη ζημιά που υπέστη η ανταγωνιστικότητα των νησιών μας ως τουριστικοί προορισμοί. Το κόστος αυτής της βλάβης είναι ανυπολόγιστο.

• Για να περάσουμε στο θέμα της αγοράς, βρισκόμαστε στο κλείσιμο του Αυγούστου. Τα στοιχεία λένε ότι οι αριθμοί ευημερούν και ότι οι αφίξεις είναι αυξημένες. Αυτό όμως έχει αντίκτυπο στην τοπική αγορά; Βρίσκεται σε συνάρτηση με τους πραγματικούς αριθμούς;
Παρά το κακό ξεκίνημα, γεγονός είναι ότι από τον Ιούλιο και μετά, σε επίπεδο αφίξεων οι κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά. Οφείλω να τονίσω ότι συνετέλεσε σε αυτό καταλυτικά η τιτάνια προσπάθεια της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, που έγκαιρα είχε διαγνώσει το πρόβλημα και πολύ νωρίς είχε κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες  σε επίπεδο προβολής, για να προλάβει τυχόν δυσάρεστες εξελίξεις, αλλά και για να βελτιώσει το αρνητικό κλίμα για τα νησιά μας. Δεν τολμώ να διανοηθώ ποια θα ήταν η σημερινή κατάσταση αν δεν υπήρχε η κινητοποίηση της Περιφέρειας για να στηρίξει τον τουρισμό.  Βεβαίως, οι εισπράξεις, ειδικά για την Ρόδο, υπολείπονται σημαντικά. Θα έλεγα ότι αυτό είναι αναμενόμενο. Η Ρόδος έχασε προ πολλού το τραίνο του τουριστικού προορισμού που προσελκύει τουρίστες υψηλής εισοδηματικής στάθμης. Το νησί είναι εγκαταλελειμμένο με γηρασμένες υποδομές. Εκείνοι που σήμερα παριστάνουν τους επαΐοντες και κάνουν κριτική  από καθέδρας, είναι οι ίδιοι που το προηγούμενα χρόνια διαμόρφωσαν για τη Ρόδο το προφίλ του μαζικού τουρισμού. Σήμερα, λόγω της διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας, ο μαζικός τουρισμός είναι ως επί το πλείστον φτηνός τουρισμός. Με λίγα λόγια, η Ρόδος πληρώνει σήμερα πολύ ακριβά το τίμημα της έλλειψης τουριστικής ταυτότητας και στρατηγικής. Σήμερα γίνονται επιτέλους προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά  θέλει χρόνο για να επουλωθούν πληγές δεκαετιών.

• Οι αλυσίδες καταστημάτων πάντως, συνεχίζουν να επεκτείνονται στο νησί. Δημιούργησαν τελικώς πρόβλημα στις ντόπιες επιχειρήσεις;
Βεβαίως! Και πολύ μεγάλο. Ως Επιμελητήριο το είχαμε διαγνώσει και προβλέψει προ πολλού, πριν καν ξεσπάσει η κρίση, που προφανώς επιδείνωσε την κατάσταση στις δικές μας μικρές, νησιωτικές οικονομίες. Αρκετά χρόνια πριν το ξέσπασμα της κρίσης, οι ντόπιες μικρομεσαίες επιχειρήσεις ασφυκτιούσαν και πολλές έκλειναν από την σαρωτική επικράτηση των «αλυσίδων». Το μόνο που «προσφέρουν» στην τοπική οικονομία είναι κάποιες χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ενώ η οικονομική αιμορραγία είναι τεράστια.  Σήμερα βέβαια, η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη διότι ελλοχεύει παράλληλα και ο κίνδυνος αφελληνισμού των επιχειρήσεων ή και του πλήρους αφανισμού τους λόγω των κόκκινων δανείων.  Από πουθενά δεν υπάρχει διαφυγή και σωτηρία….

• Έχει δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα με τις κατασχέσεις από το πρώτο ευρώ για τις επιχειρήσεις που έχουν οφειλές στο Δημόσιο. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να βοηθήσει την κατάσταση.
Η κυβέρνηση για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι να εισπράξει χρήματα ακόμα κι αν χρειαστεί να βάλει χέρι στα περιορισμένα, ούτως ή άλλως, κεφάλαια κίνησης των επιχειρήσεων, ακόμα κι αν τις οδηγήσει σε χρεοκοπία και λουκέτο.  Στην πράξη πάντως αποδείχτηκε ότι «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Τα κατασχετήρια τραπεζικών καταθέσεων  που έπεσαν βροχή από την αρχή του έτους, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Το μέσο ποσό που κατάφερε να εισπράξει μέσω κατασχέσεων η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων το πρώτο εξάμηνο του έτους είναι της τάξεως των 530 ευρώ! Το 97% των κατασχέσεων αφορά ποσά κάτω των 3.000 ευρώ και ο συνολικός λογαριασμός από 151.000 κατασχέσεις αγγίζει τα 80 εκατομμύρια.  Αν η σύγκριση γίνει με το σύνολο των συσσωρευμένων ληξιπρόθεσμων οφειλών ύψους 90 δισ. ευρώ, τα 80 εκατομμύρια δεν μπορεί παρά να αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό. Το μέτρο, όπως είχαμε έγκαιρα προβλέψει, δεν απέδωσε. Στραγγαλίζουν τις πολύπαθες επιχειρήσεις για να εισπράξουν ψίχουλα.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου