Του Χάρη Φλουδόπουλου

Θύμα μακροχρόνιων γραφειοκρατικών καθυστερήσεων, ολιγωριών κενών του νόμου αλλά και της βιομηχανίας των προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας, παραμένει ακόμη και σήμερα η αγορά της ενέργειας και οι μεγάλες επενδύσεις στον κλάδο. Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τις τοποθετήσεις που έκαναν οι εκπρόσωποι δύο εκ των μεγαλύτερων επενδυτών της ελληνικής αγοράς στο συνέδριο του ΣΕΒ για τις επενδύσεις.

Το βασικότερο πρόβλημα ωστόσο είναι ότι στο νέο περιβάλλον της αγοράς, εάν συνεχιστούν οι καθυστερήσεις και οι κωλυσιεργίες των κρατικών υπηρεσιών, τότε ισοδυναμούν με ακύρωση των επενδύσεων.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Χθες, κατά το ενεργειακό πάνελ του συνεδρίου του ΣΕΒ, ο επικεφαλής του ενεργειακού κλάδου της Μυτιληναίος Ν. Μπενρουμπή ερωτήθη για την πρόσφατη εξαγγελία της εταιρείας για την κατασκευή της νέας μεγάλης ενεργειακής επένδυσης. Ο λόγος για τη μονάδα ισχύος 650MW, με θερμικές αποδόσεις της τάξης του 63%, που προβλέπεται να είναι η πιο αποδοτική για το ελληνικό σύστημα και θα κοστίσει 350 εκ. ευρώ.

«Έχουμε υποβάλει στο Ρυθμιστή το αίτημα για άδεια παραγωγής. Αλλά έχουν περάσει δύο μήνες και δεν έχουμε ανταπόκριση. Θα περίμενα πιο γρήγορη ανταπόκριση για μια επένδυση 350 εκ. ευρώ. Το αίτημα για την τυπική άδεια παραγωγής έχει υποβληθεί από τις 3 Μαρτίου και ακόμη περιμένουμε” ανέφερε ο κ. Μπενρουμπή σημειώνοντας μάλιστα ότι η άδεια παραγωγής μπορεί να είναι ένα τυπικό προαπαιτούμενο ωστόσο καθυστερεί ολόκληρη την αδειοδοτική αλυσίδα αφού ήδη τρέχουν από πλευράς της εταιρείας οι περιβαλλοντικές μελέτες, που όμως δεν μπορούν να ολοκληρωθούν χωρίς την άδεια παραγωγής από τη ΡΑΕ.

Εδώ να σημειωθεί ότι η άδεια παραγωγής δεν είναι τίποτε άλλο από έναν τυπικό έλεγχο που κάνει ο Ρυθμιστής προκειμένου να διαπιστώσει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις από πλευράς επενδυτή για να υλοποιήσει το έργο.

Και όμως όπως σημείωσε ο κ. Μπενρουμπή, υπάρχουν και χειρότερα, αφού η Μυτιληναίος ολοκλήρωσε ένα επενδυτικό πρόγραμμα 200 μεγαβάτ στις ΑΠΕ και αρκετά έργα που υλοποιήθηκαν την περίοδο 2016 – 2018 είχαν άδειες από το 2003 που κινδύνευαν να λήξουν αφού την περίοδο που εκδόθηκαν είχαν 15ετή ισχύ.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο εντεταλμένος σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή Γ. Σπύρου, αναφέρθηκε στα τεράστια προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει στις επενδύσεις ΑΠΕ, η κρατική μηχανή: ένας δασάρχης ή ένας υπάλληλος του υπουργείου πολιτισμού μπορεί να αναστείλει ένα έργο για πολλά χρόνια. Αυτή τη στιγμή κατασκευάζουμε έργο στην Εύβοια που αδειοδοτήθηκε προ 15ετίας, ανέφερε ο κ. Σπύρου.

Ο ίδιος ωστόσο έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου καθώς στο νέο περιβάλλον της αγοράς οι καθυστερήσεις ισοδυναμούν με ακύρωση: με το καθεστώς των feed in tariffs οι επενδυτές μπορούσαν να εξισορροπήσουν τα επιπλέον κόστη που δημιουργούσε η γραφειοκρατική καθυστέρηση, πλέον με τις αλλαγές στην αγορά και τις ανταγωνιστικές διαδικασίες, η καθυστέρηση σημαίνει πρακτικά ότι το έργο θα εγκαταλειφθεί, ξεκαθάρισε ο κ. Σπύρου.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί και ένα άλλο παράδοξο: η αδειοδότηση για τις μεγάλες θερμικές μονάδες σε ορισμένες περιπτώσεις αποδεικνύεται πιο εύκολη υπόθεση από ό,τι για τα αιολικά.

Για παράδειγμα η μονάδα της Μυτιληναίος βρίσκεται στο χώρο της Αλουμίνιον, όπου ήδη λειτουργούν δύο εργοστάσια παραγωγής και άρα η διαδικασία είναι πιο εύκολη. Το επιβεβαίωσε και ο κ. Μπενρουμπή σημειώνοντας ότι η Μυτιληναίος έχει αδειοδοτήσει τρεις μονάδες και η αδειοδότηση μιας θερμικής μονάδας είναι ευκολότερη από τις αδειοδοτήσεις των ΑΠΕ ακόμη και μικρότερης ισχύος.

Εδώ πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι και για τα θερμικά εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής αλλά και για τις ΑΠΕ, ελοχεύει πάντα ο κίνδυνος των προσφυγών. Ολιγομελείς ομάδες κατοίκων ή ακόμη και άσχετων με την περιοχή εγκατάστασης πολιτών, μπορούν να δημιουργήσουν θέματα και να καθυστερούν επενδύσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα οι επενδυτές προχωρούν, ρισκάροντας το ενδεχόμενο να χάσουν την επένδυση εάν η απόφαση του δικαστηρίου είναι αρνητική.

Σε ό,τι αφορά πάντως τη μεγάλη επένδυση της Μυτιληναίος, όπως τόνισε ο κ. Μπενρουμπή, μόλις εκδοθεί η άδεια παραγωγής και ολοκληρωθούν οι περιβαλλοντικές μελέτες θα ληφθεί η τελική επενδυτική απόφαση ώστε η μονάδα να είναι έτοιμη να λειτουργήσει το φθινόπωρο του 2021.

Πηγή: capital.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ