Μάθαμε την φράση, αλλά ποτέ δεν την σκεφθήκαμε ως το τέλος. Γιατί αν το κάναμε, θα είχαμε ανατρέψει τα μισά σχολικά μας βιβλία, που είναι γεμάτα εθνικιστικές υπερβολές. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κατασκευάστηκαν, λένε σήμερα οι ιστορικοί, οι «μύθοι» για την ικανότητα των Ελλήνων να αντιστέκονται στους Οθωμανούς και να βρίσκουν διαύλους διάσωσης της ελληνικής ταυτότητας. Τότε διαδόθηκε και εδραιώθηκε η άποψη ότι η Εκκλησία λειτούργησε κρυφά ελληνικά σχολειά κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Μύθος που συντηρείται και σήμερα με «Κρυφά σχολειά»-μουσεία σε όλη την Ελλάδα: στην Πεντέλη, στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας και, επάνω, σε κρύπτη της Μονής Αγίου Γεωργίου Φενεού, στην Κορινθία

«Η απόκλιση ανάμεσα στην επιστημονική και τη δημόσια ιστορία αποτελεί σοβαρό πολιτιστικό πρόβλημα για την Ελλάδα», λέει στα «ΝΕΑ» ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. «Η δημόσια ιστορία κυριαρχείται από μύθους και αφηγήσεις φορτισμένες συναισθηματικά. Και την ώρα που η επιστημονική ιστορία γίνεται όλο και πιο σοβαρή, λύνει προβλήματα της εθνικής συγκρότησης, η δημόσια ιστορία- σχολικά εγχειρίδια, τηλεόραση, εκλαϊκευτικά βιβλία- αναπαράγει στερεότυπα, συνήθως μέσω ερασιτεχνών λογίων».

Το ελληνικό σχολειό επί Τουρκοκρατίας όχι μόνο δεν ήταν κρυφό αλλά και οδήγησε, μέσω του εκσυγχρονισμού του, στην Επανάσταση του ΄21, υποστηρίζουν ιστορικοί που αναλύουν παρανοήσεις και πραγματικότητες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας  «Τα ελληνικά διδάσκονταν ελεύθερα επί Τουρκοκρατίας ήδη από τον 14ο αιώνα, οπότε οι Τούρκοι άρχισαν να ελέγχουν περιοχές με χριστιανικούς πληθυσμούς», λέει  ο Αλέξης Πολίτης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στον Τομέα Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας. Άρα δεν υπήρχε «κρυφό σχολειό», αλλά… φανερό.

Ως προς τη διδασκαλία των ελληνικών, «δεν υπάρχει ούτε μία μαρτυρία που να λέει ότι εμποδιζόταν. Για την πρώιμη οθωμανική περίοδο ξέρουμε ότι υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι που γνώριζαν γράμματα. Αυτοί κάπου θα τα είχαν διδαχθεί. Και το ότι δεν διασώζονται πολλές πρώιμες πηγές οφείλεται στον τρόπο που οι άνθρωποι σημείωναν στα λεγόμενα παράφυλλα, δηλαδή στα άγραφα λευκά φύλλα των βιβλίων και σε οποιοδήποτε σημείο τους υπήρχε ελεύθερος χώρος όσα ήθελαν να διατηρήσουν στη μνήμη τους. Μπλοκάκι δεν υπήρχε. Τα παλιά βιβλία (κυρίως ευαγγέλια και λειτουργικά κείμενα) όμως φθείρονταν και αντικαθίσταντο. Και έτσι χάνονταν πολλές πληροφορίες για τη ζωή τους». Από μια εποχή και πέρα υπάρχουν, συνεχίζει ο Αλέξης Πολίτης, «ατελείωτες μαρτυρίες για σχολεία και πληρωμές δασκάλων από την κοινότητα. Και καμία ότι κάποιος εμποδίστηκε να μάθει ελληνικά. Ειδικά από τα μέσα του 18ου αιώνα έχουμε σημαντική αύξηση του αριθμού των σχολείων. Είναι πολλά τα σχολεία που μνημονεύονται. Αντίθετα, πουθενά δεν μνημονεύεται ότι ένας παπάς διδάσκει κρυφά στο σπίτι του.  Οι ιστορικοί αισθάνονται πικρία γιατί ενώ παράγουν υπεύθυνο έργο, η γενική εικόνα που αναπαράγει η δημόσια ιστορία βρίσκεται σε καθυστέρηση»

Ο ιστορικός Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008), ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του Κρυφού Σχολειού, λίγο πριν φύγει από τη ζωή έγραφε ότι : «Ορθώς αμφισβητείται η λειτουργία Κρυφού Σχολείου. Διότι δεν μαρτυρείται στις πηγές, αφού μάλιστα οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν την λειτουργία σχολείων μετά την Άλωσιν» («Το Αμφισβητούμενον Κρυφό Σχολειό». Εκκλησία 81 (2004), σ.557.)

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ