Tην κατηγορία της απάτης θα αντιμετωπίσει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων την 15η Μαρτίου 2018 ξενοδόχος από την Κω, που ενεπλάκη σε υπόθεση εικονικών τιμολογίων, που είχε προκαλέσει αίσθηση.
Η ξενοδόχος, που υπήχθη σε ευνοϊκή ρύθμιση και κατέβαλε το πρόστιμο που της υποβλήθηκε απηλλάγη από την κατηγορία της κακουργηματικής φοροδιαφυγής.
H ξενοδοχειακή εταιρεία που έλαβε επιχορήγηση – μαμούθ, βρέθηκε με εικονικά τιμολόγια εκατομμυρίων ευρώ, όμως πριν περάσει από το “ταμείο” για να πληρώσει το πρόστιμο φέρεται να της δόθηκε έκπτωση 45%, που στην προκειμένη περίπτωση αντιστοιχεί σε 5,7 εκατ. ευρώ.
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται το 2007. Με απόφαση των τότε υπουργού και υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών εγκρίθηκε η υπαγωγή στις διατάξεις του επενδυτικού νόμου 3299/2004 επιχείρησης Α.Ε., για την ίδρυση ξενοδοχειακής μονάδας πέντε αστέρων στα Δωδεκάνησα.
Το σύνολο της επένδυσης της ξενοδοχειακής μονάδας ανερχόταν στο ποσό των 25.405.875 ευρώ, από το οποίο τα 12.702.937 ευρώ θα καλύπτονταν με κρατική επιχορήγηση. Η ίδια συμμετοχή ανερχόταν σε 7.352.438 ευρώ, ενώ είχε εξασφαλιστεί και τραπεζικό δάνειο 5.350.000 ευρώ.
Πράγματι το 2009 κατασκευάστηκε σε έκταση 45 στρεμμάτων ένα σύγχρονο υπερπολυτελές ξενοδοχείο 360 κλινών, με εστιατόρια, μπαρ, σπα, ενώ τις εντυπώσεις κλέβει η πισίνα υπερχείλισης στο επίπεδο ακριβώς πάνω από την παραλία.
Όταν όμως οι “Ράμπο” της Περιφερειακής Διεύθυνσης Νοτίου Αιγαίου του ΣΔΟΕ πραγματοποίησαν διπλή έφοδο στο ξενοδοχείο το Φεβρουάριο του 2011 και το Μάρτιο του 2012, διαπίστωσαν, ότι η εταιρεία είχε λάβει και καταχωρήσει στα βιβλία της μερικώς εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας συναλλαγών 9.276.040,72 ευρώ.
Η κατηγορούμενη υποστηρίζει ότι ενήργησε νόμιμα. Όπως τονίζει εισαγωγικά από το έτος 1965 είχε εγκατασταθεί οικογενειακώς στο Βελγικό Congo, όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1987, δηλαδή επί 22 και πλέον έτη, ασχολούμενη με το εμπόριο, από το οποίο απεκόμισε μεγάλα κέρδη.
Το έτος 1991 και μετά τον επαναπατρισμό της και τη μόνιμη εγκατάστασή της στην Ελλάδα, απεφάσισε να επενδύσει στον τουριστικό τομέα και έτσι απέκτησε ξενοδοχείο στην περιοχή Άγιος Φωκάς της Κω, μέσω εξαγοράς της ανώνυμης εταιρείας στην οποία ανήκε.
Το ξενοδοχείο αυτό, κατηγορίας 4 αστέρων, έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου εκτάσεως 131 στρεμμάτων, έχει σημερινή δυναμικότητα 700 περίπου κλινών και εμπορική αξία άνω των 30 εκ. €.
Η κατασκευή του άνω ξενοδοχείου, άρχισε τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 και αποπερατώθηκε τον μήνα Μάιο του έτους 2009. Η επένδυση αυτή κόστισε 30.937.152.40 εκ. ευρώ.
Η ανέγερση της ξενοδοχειακής μονάδας, υλοποιήθηκε με υπαγωγή στον Αναπτυξιακό Νόμο.
Όπως τονίζει, προκειμένου να διεκπεραιωθεί το δύσκολο αυτό εγχείρημα, το οποίο συνίστατο στην εξ’ολοκλήρου κατασκευή ενός μεγάλου και πολυτελούς ξενοδοχειακού συγκροτήματος δίπλα στη θάλασσα, αποτάνθηκε σε εργολάβο για την ανάθεση σε αυτόν και την ανάληψη από αυτόν, της γενικής εργολαβίας κατασκευής του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, το οποίο ήθελε να ανεγείρει.
Μάλιστα η εργολήπτρια εταιρεία, για την ταχύτερη και άριστη εκτέλεση της αναληφθείσης εργολαβίας, θα ανελάμβανε την εκτέλεση μόνο του συγκεκριμένου έργου και δεν θα ανελάμβανε άλλο ταυτόχρονα, μέχρι και την παράδοσή του, ώστε να υπάρχουν τα εχέγγυα της εμπρόθεσμης παραδόσεως και αποκλειστικής ενασχολήσεως του διαχειριστή της με το συγκεκριμένο έργο.
Την χρηματοδότηση του πολυδάπανου αυτού εγχειρήματος ανέλαβε η εταιρεία, με καθοριζόμενο από τα συμβαλλόμενα μέρη στο σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό τίμημα ύψους 23.363.901,30 ευρώ.
Δεδομένου δε του γεγονότος ότι η κατασκευαστική εταιρεία δεν διέθετε τα απαραίτητα κεφάλαια προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι δαπανηρές αυτές εργασίες, με πολλά συνεργεία τα οποία θα δούλευαν ταυτόχρονα, ώστε το ξενοδοχείο να έχει ολοκληρωθεί τον Μάιο του 2009, συμφωνήθηκε να γινόταν προκαταβολή των αναγκαίων χρηματικών ποσών σταδιακά.
Συμφωνήθηκε, συνεπώς, ότι το συνολικό τίμημα θα ανέρχονταν στο ποσό των 23.363.901,30 ευρώ, με προκαταβολές ύψους αρχικά 7.000.000 ευρώ.
Δεδομένου, βεβαίως του γεγονότος ότι μετά την εκτέλεση του έργου θα έπρεπε να εκδοθούν αναγκαστικά για την εξόφλησή του, δίγραμμες επιταγές, όπως απαιτείται νομοτυπικά στις εκάστοτε εργολαβίες, μετά το πέρας των εργασιών θα γινόταν μεταξύ τους, όπως τόνισε, ένας λογιστικός εκκαθαρισμός, ήτοι ένας συμψηφισμός του εκτελεσθέντος έργου, με το τίμημα αυτού, ενώ θα επιστρέφονταν τα ποσά που είχαν καταβληθεί πλέον του συμβατικού τιμήματος, δηλαδή τα ποσά που είχαν διπλοπληρωθεί λόγω της απαραίτητης τυπικά έκδοσης και είσπραξης των δίγραμμων επιταγών.
Με τον τρόπο αυτό, όπως υποστηρίζει, η εργολαβική εταιρεία θα μπορούσε ακώλυτα να ξεκινήσει τις απαραίτητες εργασίες βάσει του ασφυκτικού χρονικά διαγράμματος το οποίο δεν επέτρεπε οιαδήποτε παρέκκλιση, καθώς εισπράττοντας από εκείνη ανεπισήμως προκαταβολές θα είχε τη δυνατότητα να πληρώσει υλικά, προσωπικό, υπεργολάβους, ενώ μετά το πέρας των εργασιών και την έκδοση των δίγραμμων επιταγών, κάθε επιπλέον καταβληθέν ποσό, στην ουσία κάθε ποσό που είχε διπλοπληρωθεί λόγω των προκαταβολών, θα επιστρέφονταν σ’ αυτήν, ώστε να κρατούσε η εργολαβική εταιρεία το συμφωνηθέν και μόνο τίμημα.
Όπως είναι φυσικό, ωστόσο, η από μέρους της συνεχής προκαταβολή μεγάλων χρηματικών ποσών ανεπισήμως, δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς κάποιου είδους εξασφάλιση της για την περίπτωση που η εργολαβική εταιρεία καίτοι θα είχε εισπράξει αυτές δεν θα είχε εκτελέσει αντίστοιχο έργο.
Συνεπώς, συμφωνήθηκε η έκδοση συναλλαγματικών υπέρ εκείνης αντιστοίχου ύψους των σχετικών προκαταβολών, ώστε σε περίπτωση που δεν εκτελεσθεί το έργο ή τμήμα αυτού, να δύναται να εισπράξει μέσω αυτών τα ποσά που είχε προκαταβάλει.
Υποστηρίζει ότι το ΣΔΟΕ έκανε λάθος και ότι επειδή ακριβώς στην κατασκευαστική εταιρεία είχαν δοθεί προκαταβολές και συνεπώς είχε εξοφληθεί η εκ του εργολαβικού ανταλλάγματος υποχρέωσή της, με την είσπραξη εκ νέου της ήδη εξοφληθείσας υποχρέωσης της μέσω των δίγραμμων επιταγών, γινόταν η απαραίτητη τακτοποίηση των λογαριασμών της μεταξύ τους σχέσης.
Δηλαδή η κατασκευαστική εταιρεία κρατούσε τα ποσά των δίγραμμων επιταγών που αποτελούσαν και την εξόφληση βάσει του έργου και των τιμολογίων και επέστρεφε σε εκείνη τα ποσά των προκαταβολών που είχε καταβάλει κατά τη διάρκεια αυτού.
Η εμφαινόμενη επιστροφή ύψους 14.173.441,27 ευρώ, όπως ισχυρίζεται είναι πλασματική.
Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Μανώλης Χατζηάμαλος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ