Να μην γίνει κατηγορία εις βάρος δύο Ιταλίδων, κατοίκων Ρόδου, ηλικίας 65 και 31 ετών, για το αδίκημα της απάτης από κοινού εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, αποφάσισε με βούλευμα, που εξέδωσε, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Το ιστορικό της υπόθεσης φέρεται να έχει ως εξής:
Δυνάμει συμβολαίου αγοράς, που υπεγράφη τον Απρίλιο του 2008, ο εγκαλών, ομοεθνής των κατηγορούμενων, έγινε κύριος μιας μονοκατοικίας.
Στην ως άνω αγορά ο εγκαλών προέβη δεδομένου ότι αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Ρόδο, όπου και κατοικεί μέχρι σήμερα, απόφαση την οποία δεν ασπάσθηκε η τότε σύζυγος του, η οποία και παρέμεινε στην Ιταλία, όπως και τα ενήλικα τέκνα τους, με αποτέλεσμα την επελθούσα διάσταση της έγγαμης συμβίωσης μεταξύ των συζύγων.
Η τότε σύζυγος του εγκαλούντος άσκησε το έτος 2010 αγωγή διαζυγίου και διατροφής ενώπιον Δικαστηρίου της Πάδοβα, επικαλούμενη μεταξύ άλλων, προς επίρρωση του αιτήματος διατροφής της, ότι ο εγκαλών πώλησε και μεταβίβασε τον Φεβρουάριο, του έτους 2008 οίκημα το οποίο είχε ανεγερθεί με κοινές δαπάνες των συζύγων σε ακίνητο του ίδιου, του οποίου (οικήματος) την οικονομική εκμετάλλευση είχε εκείνη, χωρίς να της αποδώσει μερίδιο από την ως άνω πώληση και μειώνοντας περαιτέρω τις εμπράγματες ασφάλειες που θα μπορούσε να προσφέρει σε αυτήν προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της.
Ενόψει των παραπάνω, ο εγκαλών φοβήθηκε ότι η πρώην σύζυγός του σκόπευε και θα προέβαινε ενδεχομένως σε δέσμευση και ακολούθως κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων στην Ελλάδα και δη της νεοαποκτηθείσας κατοικίας του, με αποτέλεσμα να βρεθεί ο ίδιος χωρίς κατοικία, ευρισκόμενος ταυτόχρονα σε προχωρημένη ηλικία, (ήταν τότε περίπου 72 ετών) και έχοντας ως εκ τούτου αυξημένες ανάγκες περίθαλψης.
Εκείνο το χρονικό διάστημα, ήτοι κατά τη διάρκεια του έτους 2010, ο εγκαλών είχε γνωριστεί με την πρώτη κατηγορούμενη, με την οποία είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις και η οποία του συμπαραστεκόταν στα προβλήματα που αντιμετώπιζε και τον φρόντιζε, ήτοι ανά διαστήματα του μαγείρευε και του καθάριζε, αλλά και την δεύτερη κατηγορούμενη, θυγατέρα της πρώτης, η οποία επίσης είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του.
Κατόπιν τούτων, ο εγκαλών μοιράστηκε με τις κατηγορούμενες τον προβληματισμό του και οι τελευταίες τον προέτρεψαν να μεταβιβάσει εικονικά στις ίδιες. Συγκεκριμένα αρχικά προτάθηκε να γίνει η μεταβίβαση στην πρώτη κατηγορούμενη και στην συνέχεια στη δεύτερη, το κείμενο στη Ρόδο ακίνητο του, προκειμένου η εν διαστάσει σύζυγός του, σε περίπτωση δικαίωσης της από τα ιταλικά δικαστήρια, να μην μπορέσει να βρει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση της απαίτησής της στην Ελλάδα.
Πεισθείς ο εγκαλών από τις προτροπές τους, περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2010 πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, επισκέφθηκε με την πρώτη κατηγορούμενη τον δικηγόρο της επιλογής της, στον οποίο ο εγκαλών εξέθεσε τον ανωτέρω εκτιθέμενο προβληματισμό του και εξαρχής του δήλωσε ότι η βούληση μεταβίβασης του ακινήτου του δεν ήταν πραγματική, αλλά φαινομενική, ώστε να μην φέρεται ο ίδιος ως ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα.
Ο δικηγόρος τον συμβούλεψε να πάρει τη γνώμη και κάποιου δικηγόρου που θα γνώριζε το ιταλικό δίκαιο, προκειμένου να διακριβωθεί εάν η αγωγή διατροφής της συζύγου του μπορούσε να ευδοκιμήσει και ως εκ τούτου υπήρχε πραγματικός κίνδυνος κατάσχεσης του ακινήτου του.
Μετά ταύτα, περί τα τέλη Ιανουαρίου και τις αρχές Φεβρουάριου του έτους 2011, ο εγκαλών επισκέφθηκε εκ νέου τον δικηγόρο, μαζί με την πρώτη κατηγορούμενη και του ανέθεσαν την ως άνω εικονική μεταβίβαση, αυτός δε τους παρέπεμψε για την κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου σε συμβολαιογράφο, προτείνοντας τους ταυτόχρονα να προβλεφθεί στο συμβόλαιο που θα συνταχθεί ισόβια οίκηση υπέρ του εγκαλούντος, ως ελάχιστος όρος διασφάλισης αυτού σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της σχέσης μεταξύ των μερών και δεδομένου ότι σε αυτό έγκειτο ο κύριος φόβος του τελευταίου.
Τελικά τον Απρίλιο του 2011 υπογράφηκε το συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου. Το συμβόλαιο μεταγράφηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου. Στο συμβόλαιο δεν τέθηκε τελικά ο όρος της ισόβιας οίκησης, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών, διότι κρίθηκε ως μη οικονομικά συμφέρων, καθώς θα υπήρχε μία πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση ύψους περίπου 3.500 ευρώ.
Επιπλέον και η σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου-αντεγγράφου, δηλωτικού της αληθινής βούλησης των μερών, αμελήθηκε, ενόψει της εμπιστοσύνης που κρίθηκε και από τον ίδιο ότι υπήρχε τότε μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.
Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δεν συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του αδικήματος της απάτης κατά συναυτουργία.
Τούτο πρωτίστως διότι με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της επίδικης σύμβασης λόγω εικονικότητας, συνάγεται με βεβαιότητα ότι ουδεμία παραπλάνηση υπό την έννοια της ψευδούς παράστασης έλαβε χώρα από μέρους των κατηγορουμένων, οι οποίες υπέδειξαν ως λύση την κατάρτιση εικονικής δικαιοπραξίας πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου, στην οποία ο εγκαλών συμβλήθηκε αυτοβούλως, εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμπεριλήφθηκε σύσταση δικαιώματος προσωπικής δουλείας οίκησης υπέρ του.

Ως συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων παρέστη ο δικηγόρος κ. Μανώλης Βλάχος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ