Ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου εξετάστηκε έφεση που άσκησαν 4 κάτοικοι του νησιού για την ακύρωση απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης, που φέρεται να συντάχθηκε την 8η Μαρτίου 2015, από μια κάτοικο εν ζωή Ρόδου, με την οποία εφέρετο να τους κατέλιπε την περιουσία της.
Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, προσέφυγαν συγκεκριμένα δύο κάτοικοι των Αθηνών με αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης της καρκινοπαθούς συγγενούς τους.
Η ένδικη διαφορά ξεκίνησε το έτος 2008. Το 2014 εκδόθηκε η πρώτη απόφαση, που απέρριψε λόγω αοριστίας την αναγνωριστική αγωγή ακύρωσης της διαθήκης, που είχαν ασκήσει.
Η διαθέτης που ήταν αδελφή του προαποβιώσαντος  πατρός των εναγόντων εμφανίζεται να είχε προβεί στη σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης τον Οκτώβριο του 2005.
Με τη διαθήκη άφησε όλη την περιουσία της και συγκεκριμένα κινητά πράγματα σε τραπεζική θυρίδα, ακίνητα και επιχείρησή της στους εναγόμενους.
Σε τέσσερα ακίνητα μία εκ των εναγουσών είχε ποσοστά συνιδιοκτησίας, που κληρονόμησε από άλλο συγγενή της.
Οι ενάγοντες διατείνονται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, είναι άκυρη διότι έλειπε κατά τον χρόνο σύνταξής της η συνείδηση των πραττομένων της διαθέτιδας προς σύνταξη οιουδήποτε είδους διαθήκης.
Ισχυρίζονται συγκεκριμένα, ότι η αποβιώσασα έπασχε από καρκίνο, λόγω δε των φρικτών πόνων που είχε κατά το τελευταίο διάστημα των 15 ημερών προ του θανάτου της, υποβαλλόταν σε παυσίπονη θεραπεία.
Υποστηρίζουν ότι από τις ισχυρές δε δόσεις των χορηγούμενων φαρμάκων και ναρκωτικών βρισκόταν σε διαρκή λήθαργο κι ότι η ιατρικώς βεβαιούμενη αυτή κατάσταση της κληρονομούμενης δεν της επέτρεπε να σκεφθεί την περιουσία της.
Διατείνονται παραπέρα ότι λόγω του μεταστατικού καρκίνου, που προκάλεσε τελικώς και το θάνατό της, αλλά και των ισχυρών παυσίπονων (συγκεκριμένα μορφίνης) που ελάμβανε η διαθέτιδα είχε περιέλθει σε προκωματώδη έως κωματώδη κατάσταση, γεγονός που επέδρασε στις διανοητικές και ψυχικές λειτουργίες της, πέντε  ημέρες τουλάχιστον πριν από το θάνατό της, επέφερε διανοητική σύγχυση, αδυναμία συγκέντρωσης, υπνηλία και λήθαργο και απέκλεισε έκτοτε την επαφή της με τον εξωτερικό κόσμο και την ικανότητα για δήλωση της βούλησής της.
Θεωρούν ότι ήταν υποκείμενη σε υποβολές και δεν είχε επίγνωση της σημασίας και του περιεχομένου της δήλωσής της τελευταίας βούλησής της.
Τα ανωτέρω λοιπόν προδίδουν την με υποβολή διατύπωση της πιο πάνω δήλωσης της διαθέτιδας προς όφελος των εναγομένων.
Επισημαίνουν δε ότι οι εναγόμενοι έχουν εγκατασταθεί ήδη στην επίδικη κληρονομία.
Το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση, ερήμην των εναγομένων (δεν παραστάθηκαν) έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς των εναγόντων.
Εκρινε συγκεκριμένα ότι λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων, θεωρούνται ομολογημένοι οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί των εναγόντων ενόψει, του ό,τι δεν υπάρχει ένσταση η οποία να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, ενώ ως προς τα σχετικά με την αγωγή γεγονότα επιτρέπεται ομολογία.
Την υπόθεση χειρίστηκαν οι δικηγόροι κ.κ Ελπίδα Κυρμπάση και Φραγκίσκος Αυγερινός.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ