Πτυχή μιας υπόθεσης, που στην εξέλιξή της αποτέλεσε αντικείμενο δυσμενούς σχολιασμού για τους χειρισμούς της από πλευράς της δικαιοσύνης, θα απασχολήσει το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Ρόδου, την 26η Φεβρουαρίου 2018.
Στο λαϊκό δικαστήριο έχει παραπεμφθεί συγκεκριμένα η 37χρονη σήμερα σύζυγος σωματέμπορου, που αποφυλακίστηκε εσπευσμένα, ενώ είχε καταδικαστεί και που ενεπλάκη πριν ακόμη ξεχάσει τα σίδερα της φυλακής σε υπόθεση εμπορίας ηρωίνης και σε εμπόριο όπλων.
Ο κατηγορούμενος καταζητείται ακόμη και την 5η Δεκεμβρίου 2005 η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήριχτη.
Παραμένει άγνωστο αν η σύζυγός του, κατηγορούμενη για απλή συνέργεια σε σωματεμπορία και για παράνομη παρακράτηση διαβατηρίου άλλου έχει συλληφθεί ή αν θα δικαστεί ερήμην.
Πώς έχει όμως το ιστορικό της υπόθεσης;
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ρόδου επέβαλε την 7η Iουνίου 2004 ποινή κάθειρξης 6 ετών χωρίς ανασταλτικό ως προς την έφεση αποτέλεσμα και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ στον 31χρονο, τότε Αλβανό υπήκοο A. C. του M.. Ο 31χρονος κρίθηκε τότε ένοχος κατά πλειοψηφία (6-1) σωματεμπορίας και διευκόλυνσης προώθησης στην Eλλάδα αλλοδαπού και αθώος της κατηγορίας της απειλής κατ’ εξακολούθηση.
O C. συνελήφθη την 28η Αυγούστου και ώρα 15.50 από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου. Από την ακροαματική διαδικασία προέκυψε ότι τον Οκτώβριο του 2002 «αγόρασε» από Ρωσοπόντιο «ατζέντη» στη Χαλκίδα αντί χρηματικού ποσού 3.000 ευρώ μια 21χρονη Ρωσίδα την οποία προωθούσε έκτοτε στην πορνεία και την πρόσφερε για εργασία σε ιδιοκτήτες μπαρ στο Αίγιο, στη Χαλκίδα, στην Κόρινθο και στη Ρόδο, παρακρατώντας το διαβατήριό της και μέρος των χρημάτων που κέρδιζε για την «εργασία» της αυτή σε συνεργασία με τη σύζυγό του E. C, ηλικίας τότε 21 ετών.
Διαπιστώθηκε ακόμη ότι παρακρατούσε το διαβατήριό της Ρωσίδας, ενώ άλλα ταξιδιωτικά της έγγραφα βρίσκονται στα χέρια της αδελφής του 30χρονου Αλβανού K. C. ετών 32 τότε, που διέμενε στο Αμαρύνθιο. Για να της το επιστρέψει απαιτούσε ο 31χρονος Αλβανός την καταβολή χρηματικού ποσού 2.000 ευρώ από τον φίλο της Ι. Ζ., πρώην υπάλληλο του στριπτιζάδικου «Infinity» που την έχει θέσει υπό την προστασία του και την βοήθησε να καταγγείλει τον «βασανιστή» της.
Η 21χρονη Ρωσίδα θύμα κυκλώματος σωματεμπορίας κατέθεσε ότι ήρθε στην Ελλάδα πριν από 12 χρόνια από τη χώρα της με βίζα 15 ημερών. Με το που έφτασε στη χώρα μας με λεωφορείο από την Μόσχα την συνάντησαν δύο Ρωσοπόντιοι ονόματι «Παναγιώτης» και «Αλέξης» και της πρότειναν να εργασθεί σε μπαρ, διαβεβαιώνοντάς την, ότι θα της εξασφάλιζαν μόνιμη διαμονή στη χώρα και έκδοση των απαραίτητων δικαιολογητικών. Ενα μήνα μετά της εξέδωσαν άδεια παραμονής από την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας και της πρόσφεραν εργασία σε κοκτέιλ – μπαρ, στην Χαλκίδα. Από εκεί έφυγε 3 μήνες μετά και εργάσθηκε σε άλλο μπάρ, στο Αίγιο. Οι ίδιοι Ρωσοπόντιοι την μετέφεραν στη συνέχεια σε άλλο μπαρ στην Κόρινθο, όπου παρέμεινε για 7 μήνες. Στα μπαρ αυτά η 21χρονη εργαζόταν με «κονσομασιόν» και ως στριπτιζέζ, παίρνοντας μεροκάματο από τα ποσά των πελατών με τους οποίους έκανε παρέα. Ευρισκόμενη στη Χαλκίδα γνώρισε τον 30χρονο Αλβανό που την ακολούθησε στο Αίγιο και στην Κόρινθο. Την παρότρυνε να φύγει από τη δούλεψη των Ρωσοπόντιων και να εργασθεί σε μπαρ στη Ρόδο. Η 21χρονη Ρωσίδα μίλησε σχετικά στους Ρωσοπόντιους οι οποίοι την «πούλησαν» στον 31χρονο Αλβανό έναντι 3.000 ευρώ. Τον Οκτώβριο του 2002 ανεχώρησε με τον 31χρονο Αλβανό και την αδερφή του και αφίχθη στη Ρόδο.
Τα χρήματα που κέρδιζε από την εργασία της σε στριπτιζάδικα τα έπαιρνε ο 31χρονος Αλβανός και υπολόγισε ότι της έχει αφαιρέσει συνολικά 20.000 ευρώ.
Αποκάλυψε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο 31χρονος Αλβανός την εξωθούσε στην πορνεία με τη χρήση βίας και ότι εισέπραττε από τις «βίζιτες» που της κανόνιζε από 100 έως 150 ευρώ την φορά. Αποκάλυψε ειδικότερα ότι την οδηγούσε σε ξενοδοχείο στην περιοχή «Ζέφυρος» και την διέτασσε να πηγαίνει σε συγκεκριμένα δωμάτια, όπου την περίμεναν πελάτες τους οποίους είχε βρει ο 31χρονος σε στριπτιζάδικο, όπου εργαζόταν ως στριπτιζέζ.
Κατέθεσε επίσης ότι την εξανάγκασε να συνευρεθεί ερωτικά και έναντι αμοιβής με 35 άτομα περίπου και ότι την χτυπούσε κατ’ επανάληψη με βιαιότητα. Σε μια περίπτωση όπως κατέθεσε, την χτύπησε διότι δεν ήθελε να συμμετάσχει σε πληρωμένο όργιο με δύο άνδρες. Τόνισε επίσης ότι απειλούσαν την ίδια και την μητέρα της στη Ρωσία για να μην καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου.
Ο Ι. Ζ. στην κατάθεση του, αφού επιβεβαίωσε τα όσα υποστήριξε η αλλοδαπή τόνισε ότι ο 31χρονος κακοποιός σε μια προσπάθεια εκβίασης και εκφοβισμού του είχε επισκεφθεί το κέντρο στο οποίο εργαζόταν και του παρουσιάστηκε με περίστροφο στο παντελόνι για να τον ρωτήσει που ήταν η 22χρονη. Κατέθεσε επίσης ότι σε δύο περιπτώσεις του είχε πετάξει μια σφαίρα 9mm για να τον εκφοβίσει και είχε τοποθετήσει άλλη μία στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του. Και οι δύο σφαίρες παραδόθηκαν από τον Ι. Ζ. στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου.
Ο 31χρονος Αλβανός αρνήθηκε, απολογούμενος τότε, κατηγορηματικά τις κατηγορίες ισχυριζόμενος ότι με την Ρωσίδα είχαν ερωτική σχέση και ότι την βοήθησε να ξεφύγει από τους Pωσοπόντιους δανείζοντας της 3.000 ευρώ.
Η ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΗ, ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΟΠΛΩΝ
Την 14η Ιουλίου 2004, έναν μήνα περίπου μετά την απόφαση του Λαϊκού Δικαστηρίου το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου τον άφησε ελεύθερο με περιοριστικούς όρους (χρηματική εγγύηση 3.000 ευρώ, απαγόρευση εξόδου από την χώρα, εμφάνιση την 1η κάθε μήνα στο ΑΤ της περιοχής που διαμένει) σε ικανοποίηση σχετικής αίτησης με την οποίαν ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να εργαστεί για να αναθρέψει το παιδί του διότι η γυναίκα του, κατηγορούμενη στην ίδια υπόθεση, είχε εγκαταλείψει την Ρόδο.
3 μήνες μετά την εσπευσμένη αποφυλάκισή του ο A. C. ενεπλάκη σε υπόθεση διακίνησης ηρωίνης.
Ο 31χρονος Αλβανός από κοινού με τον 22χρονο ανιψιό του Q. C. «στρατολόγησαν» σε δύο περιπτώσεις, το Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2004 και την Κυριακή 17η Οκτωβρίου 2004, την 24χρονη τότε φοιτήτρια των ΤΕΙ Αθηνών Γ. Κ., με την οποία είχε συνάψει σχέση ο τελευταίος προκειμένου να χρησιμοποιείται ως «βαποράκι» για την διακίνηση ναρκωτικών.
Την 23η Οκτωβρίου 2004 η 24χρονη φοιτήτρια κατελήφθη με 300 γρ. ηρωίνης στην κατοχή της και 3 ημέρες μετά, με την ολοκλήρωση της απολογίας της κρίθηκε προσωρινά κρατούμενη στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού.
Πληροφορίες που περιήλθαν τότε σε γνώση των αστυνομικών εμφάνισαν τον 31χρονο Αλβανό να ασχολείται και με το εμπόριο όπλων! Στους αστυνομικούς, καταγγέλθηκε ότι το όπλο που χρησιμοποιήθηκε στην απόπειρα ληστείας του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Κρεμαστή την 12η Μαΐου 2004 και που χρησιμοποιήθηκε από τον Δ. Κ. 32 ετών, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό, στο χέρι, του διευθυντή του υποκαταστήματος, το είχε πωλήσει ο Αλβανός.
Ο 31χρονος εργάστηκε αρχικά στη Ρόδο ως μικροπωλητής σε παραλίες. Σχέσεις φέρεται να είχε και με Ρόδιους (ορισμένοι μάλιστα έχουν απασχολήσει την Δίωξη).
Εκτοτε αναζητείται με ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εις βάρος του 3 μήνες μετά την αποφυλάκιση του.
Ο Ι.Ζ. τον εντόπισε στην οδό Γρίβα τον Σεπτέμβριο του 2004, τον καταδίωξε προκειμένου να τον ακινητοποιήσει αλλά δεν το κατόρθωσε.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ