21 χρόνια μετά την γέννηση ενός παιδιού με σοβαρά προβλήματα υγείας στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, οι γονείς του, που προσέφυγαν ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, διεκδικώντας αποζημιώσεις για τις βλάβες που υπέστησαν, θα περιμένουν την έκδοση νέας απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, μετά τη διενέργεια συμπληρωματικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που θα διερευνήσει εκ νέου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε ο τοκετός.
Το Α’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, που συνεδρίασε την 23 Μαρτίου 2015, για να δικάσει την από 22 Δεκεμβρίου 2009 αγωγή δύο κατοίκων Ρόδου, κατά του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου και ενός ιατρού, οι οποίοι δεν παρέστησαν, με την υπ’ αρίθμ. 2376/2017 απόφαση του, έκρινε ότι πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η υπ’ αριθμ. 727/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.
Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:
Η μητέρα του παιδιού εισήχθη, ως επίτοκος, στη μαιευτική και γυναικολογική κλινική του νοσοκομείου την 1.12.1997 και ώρα 18.00, όπου, μετά από κύηση 40 εβδομάδων, γέννησε με φυσιολογικό τοκετό ένα αγόρι, βάρους 3.400 γραμμαρίων.
Σύμφωνα με το φύλλο νοσηλείας ο τοκετός πραγματοποιήθηκε δια εμβρυουλκίας στις 2.12.1997 και ώρα 6.40 π.μ. λόγω παρατάσεως της εξωθήσεως και αλλοιώσεως των παλμών.
Την ίδια ημέρα το νεογνό διακομίσθηκε δι’ αερομεταφοράς από το Ε.Κ.Α.Β. στην Αθήνα με θερμοκοιτίδα και οξυγόνο και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παίδων όπου νοσηλεύθηκε στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών μέχρι τις 19.1.1998, με τελική διάγνωση «περιγεννητική ανοξία – υποξική – ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια – σηψαιμία».
Έκτοτε η κατάσταση του παιδιού παρέμεινε βαρεία. Από ιατρική βεβαίωση, προκύπτει ότι παρουσίαζε εγκεφαλική παράλυση – σπαστικότητα – αφασία – αφαλία – επιληπτικές κρίσεις – βαρεία διανοητική καθυστέρηση και ήταν ανάπηρο σε ποσοστό 100%.
Κατόπιν αυτών οι γονείς του παιδιού, με την από 25.11.2002 αγωγή που κατέθεσαν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, ζήτησαν, ατομικώς και ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του νοσοκομείου να αποζημιώσει τους ίδιους και το παιδί.
Με την αγωγή τους υποστήριξαν ότι οι ιατροί παρέλειψαν να υποβάλουν την μητέρα σε πυελομέτρηση. Επίσης, ισχυρίσθηκαν ότι, όταν εμφανίσθηκε επιπλοκή και έντονη αλλοίωση των καρδιακών – εμβρυϊκών παλμών και διεγνώσθη έντονη εμβρυϊκή δυσφορία, τα όργανα του νοσοκομείου από αμέλεια τους επέτρεψαν και παρατάθηκε το δεύτερο στάδιο και στάδιο εξωθήσεως κατά μία ώρα και δέκα λεπτά, δεν κλήθηκε και πάλι αναισθησιολόγος και δεν χορηγήθηκε οξυγόνο και συμπαθητικομιμητικά φάρμακα στην μητέρα για να προκαλέσουν αγγειοδιαστολή και χαλάρωση του κυομητρίου και περαιτέρω οξέωση του εμβρύου, δεν ενημερώθηκε ο διευθυντής της Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής για να συναποφασισθεί η περαιτέρω πορεία του τοκετού και ενώ υπήρχαν όλες οι ενδείξεις εξόδου του εμβρύου δια καισαρικής τομής, εν τούτοις επέλεξαν και ενέμειναν στην απόφασή τους να ολοκληρώσουν τον τοκετό με αναρροφητική εμβρυουλκία.
Τέλος επέρριψαν ευθύνη και στην ιατρό που αποπεράτωσε τον τοκετό.
Σημειώνεται ότι μαία, καταθέτοντας στο ακροατήριο υποστήριξε ότι έγγραφα, που επικαλέστηκε το νοσοκομείο, συμπληρώθηκαν από αναρμόδια πρόσωπα και με ψευδή στοιχεία, ότι έγινε εσφαλμένη μαιευτική πράξη (αντί της ορθής που ήταν η καισαρική επέμβαση) και ότι το παιδί κακοποιήθηκε στο στάδιο της εξωθήσεως.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου, με την 280/2004 εν μέρει οριστική απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό των γονέων περί πλαστότητας των εγγράφων, ως αβάσιμο. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω του ό,τι οι προσκομισθείσες από τους διαδίκους γνωματεύσεις κατέληγαν σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα σχετικά με τα αίτια της καταστάσεως της υγείας του τέκνου των αναιρεσειόντων, έκρινε αναγκαίο να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως με την απόφασή του, προκειμένου να συμπληρωθούν οι αποδείξεις με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διορίσθηκε δε ως πραγματογνώμονας μαιευτήρας – γυναικολόγος.
Ο πραγματογνώμονας κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την από 10.6.2005 πραγματογνωμοσύνη του, ότι οι ιατροί και το προσωπικό της αιθούσης διαθέτοντας την πρέπουσα γνώση, εκπαίδευση και εμπειρία, έπραξαν με κάθε επιμέλεια και σύνεση τα δέοντα για το συγκεκριμένο περιστατικό, άρα δεν προκύπτει αμέλεια του ιατρικού ή λοιπού προσωπικού του Γ.Ν.Ν.Ρ.
Οι γονείς με το από 5.1.2006 υπόμνημά τους, ζήτησαν να ανακληθεί η 280/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να διαταχθεί η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης είναι αναξιόπιστο, διότι, ο πραγματογνώμονας ήταν ειδικευόμενος στη Μαιευτική – Γυναικολογική Κλινική του Νοσοκομείου Ρόδου την περίοδο 1994-1996.
Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι, ως προς την πλαστότητα των προαναφερομένων εγγράφων, είχε εκφέρει οριστική παρεμπίπτουσα κρίση και, επομένως, δεν ήταν δυνατή η ανάκληση της σχετικής οριστικής διατάξεως, όσον αφορά δε την εξαίρεση του πραγματογνώμονα δεν έκρινε ως ικανό λόγο εξαιρέσεως αυτού το γεγονός ότι υπήρξε ειδικευόμενος στο νοσοκομείο, διότι αυτό δεν συνεπαγόταν άνευ ετέρου μη αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων του.
Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε, με την 648/2006 οριστική απόφασή του, ότι τα όργανα του αναιρεσιβλήτου καθ’ όλη τη διάρκεια του τοκετού ενήργησαν συμμορφούμενα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, χωρίς να παραλείψουν τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και ενέργειες.
Κατά της εν μέρει οριστικής πρωτόδικης αποφάσεως 280/2004 και της οριστικής πρωτόδικης αποφάσεως 648/2006 οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση.
Η έφεση τους απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 727/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.
Το ΣτΕ έκρινε, αφού πρώτα απέρριψε άλλους ισχυρισμούς των γονέων, ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν απάντησε αιτιολογημένα στα ζητήματα που τέθηκαν με την προδικαστική απόφαση σχετικά με την εφαρμογή της μεθόδου της αναρροφητικής εμβρυουλκίας και την επίδραση της μεθόδου αυτής στην υγεία του παιδιού κι ότι η κρίση του διοικητικού εφετείου δεν είναι ορθή.
Το δικαστήριο επισημαίνει ειδικότερα ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ενώ δέχεται ότι επιστημονικά, έστω σε ένα πολύ μικρό ποσοστό των νεογνών, οι νευρολογικές βλάβες μπορεί να οφείλονται σε ανοξία κατά τη διάρκεια του τοκετού, δεν ερεύνησε καθόλου εάν η συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στο μικρό αυτό ποσοστό νεογνών, αλλά, αντιθέτως, θεώρησε, χωρίς καμία αιτιολογία, ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει σε εκείνες που οι νευρολογικές βλάβες του νεογνού συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στο νευρικό σύστημα του εμβρύου και είτε είναι γενετικά προκαθορισμένες, είτε οφείλονται σε επίδραση εξωγενών, τοξικών ή λοιμωδών παραγόντων, οπότε δεν μπορούσε να γνωρίζει ο πραγματογνώμονας ποιος από τους ανωτέρω παράγοντες έδρασε στο συγκεκριμένο περιστατικό.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ