Συνέντευξη
στην Πέγκυ Ντόκου

Το γεγονός πως η εξοντωτική φορολογία είναι ο υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας που καταδικάζει την οικονομία και την αγορά σε μαρασμό, εκφράζει σε συνέντευξή του προς την «δ», ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος. Λέει ακόμη, ότι για να  ανακάμψει η ελληνική οικονομία χρειάζονται κεφάλαια από τον ιδιωτικό τομέα, κυρίως από επενδυτές του εξωτερικού και για να εμπιστευθούν αυτά τα κεφάλαια στη χώρα μας, οι επενδυτές απαιτούν συγκεκριμένες συνθήκες –οι οποίες όμως, δεν υπάρχουν στην χώρα μας. Παράλληλα, μιλάει για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό που αποτελεί μια διαδικασία η οποία μπορεί, να βοηθήσει πολλές επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια, ενώ για τον δημόσιο τομέα, τονίζει πως εδώ και δεκαετίες έχουμε υιοθετήσει στην Ελλάδα μια φιλοσοφία που εχθρεύεται την ιδιωτική πρωτοβουλία και αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα ως «συνήθη ύποπτο» για όλα τα κοινωνικά προβλήματα….

Η συνέντευξη αναλυτικά:
• Κύριε Μίχαλε, πρόσφατα ζητήσατε την παρέμβαση του επιχειρηματικού κόσμου της Ε.Ε. προκειμένου οι εταίροι μας να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους προς τη χώρα μας. Εκτιμάτε πως μπορεί να ενισχυθεί η ανάπτυξη στην χώρα μας υπό τις παρούσες συνθήκες; 
Από το 2012 οι εταίροι και οι δανειστές της χώρας έχουν δεσμευθεί να λάβουν μέτρα για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους, στο βαθμό που η Ελλάδα θα επιτύγχανε τους συμφωνημένους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η ελληνική πλευρά έχει μέχρι τώρα ανταποκριθεί στο δικό της μέρος της συμφωνίας. Δυστυχώς, από την πλευρά των δανειστών είναι και πάλι εμφανής η πρόθεση για αναβολή των σχετικών αποφάσεων.
Η καθυστέρηση αυτή απειλεί ευθέως την προσπάθεια για ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, καθώς η εξειδίκευση των μέτρων για τη βιωσιμότητα του χρέους συνδέεται άμεσα με την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.  Η συμμετοχή στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, που λήγει τον προσεχή Οκτώβριο, αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο για την ανάπτυξη, αφού θα επιβεβαιώσει τη φερεγγυότητα της χώρας, θα επιτρέψει τη μείωση του κόστους δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων και – μεσοπρόθεσμα – και της Ελλάδας, ενώ παράλληλα θα διευκολύνει την αποκατάσταση του διαμεσολαβητικού ρόλου των τραπεζών στη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Εάν η ένταξη στο πρόγραμμα δεν καταστεί δυνατή, οι πιθανότητες για πραγματική ανάκαμψη εντός του 2017 σαφώς μειώνονται. Η ελληνική πλευρά έχει κάθε λόγο να επιδιώξει, με θετικές προτάσεις, την άμεση επίτευξη συμφωνίας για το χρέος. Οφείλουν όμως και οι εταίροι μας να τιμήσουν αντίστοιχα τις δικές τους δεσμεύσεις. Κι αυτό το αίτημα εξέφρασα με την παρέμβασή μου, από το βήμα της γενικής συνέλευσης των Ευρωεπιμελητηρίων.
• Είναι γεγονός πάντως ότι τα τελευταία δύο χρόνια, η επιχειρηματικότητα βρίσκεται ενώπιον αδιεξόδων. Τι πρέπει να γίνει για να επανέλθει η κατάσταση στην κανονικότητα;
Η υπερφορολόγηση, η συνεχιζόμενη καθίζηση της ζήτησης, η έλλειψη ρευστότητας, ο ακριβός και δυσεύρετος δανεισμός, αλλά και οι δυσβάσταχτες οφειλές σε δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία αποτελούν τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επιχειρήσεις. Όλοι αυτοί παράγοντες μαζί δημιουργούν ένα περιβάλλον ασφυκτικό, ειδικά για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις οι οποίες δίνουν καθημερινά πλέον έναν αγώνα επιβίωσης. Δυστυχώς, όσο οι διαπραγματεύσεις και οι συμφωνίες στηρίζονται σε μέτρα υπερφορολόγησης και λιτότητας, η αγορά δεν θα καταφέρνει να επανέλθει στην κανονικότητα.
Χρειάζεται άμεσα βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στην πραγματική οικονομία – στόχος που περνά μέσα από την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης – και ταυτόχρονα, αλλαγή του δημοσιονομικού μείγματος, με έμφαση σε μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και των εισοδημάτων των καταναλωτών, όπως η μείωση της φορολογίας, η εκλογίκευση των ασφαλιστικών δαπανών και ο περιορισμός του ενεργειακού κόστους.
• Η συνεχής φορολόγηση έχει οδηγήσει σε αδιέξοδα τις επιχειρήσεις με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η μείωση της ασταμάτητης φορολογίας θα μπορέσει να αποτελέσει εφαλτήριο για μία προσπάθεια επανεκκίνησης της επιχειρηματικότητας;

Δεν θα πάψουμε να επαναλαμβάνουμε ότι η εξοντωτική φορολογία είναι ο υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας που καταδικάζει την οικονομία και την αγορά σε μαρασμό. Μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διατηρεί καθηλωμένη τη ζήτηση, υποβαθμίζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και αποτρέπει νέες επενδύσεις, που θα μπορούσαν να στηρίξουν την απασχόληση και την ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, βεβαίως, καλλιεργεί και το έδαφος για αύξηση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής.
Με αυτό το ύψος της φορολογίας δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε ανάπτυξη, αλλά ούτε και σε βιώσιμα πλεονάσματα. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως ένα φορολογικό σύστημα που θα στηρίζεται στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και όχι στην εξόντωση των συνεπών φορολογούμενων πολιτών και επιχειρήσεων. Χρειάζεται επίσης, ένα σταθερό και ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, με ανταγωνιστικούς συντελεστές, με μικρό διαχειριστικό κόστος και με συγκεκριμένα κίνητρα για την προσέλκυση κεφαλαίων σε τομείς και κλάδους στρατηγικής σημασίας.
Η Επιμελητηριακή Κοινότητα έχει διατυπώσει επανειλημμένα τις προτάσεις της, για ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα, το οποίο θα συμβάλει στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. Περιμένουμε ακόμη να εισακουστούμε.

• Με αυτά τα δεδομένα και το οικονομικό περιβάλλον, μπορούν να γίνουν επενδύσεις; Η Ελλάδα είναι ελκυστική για μεγάλες επενδύσεις; Από την άλλη, είναι και η βασική προϋπόθεση για ανάπτυξη.
Πράγματι, για να ανακάμψει η ελληνική οικονομία χρειάζονται κεφάλαια από τον ιδιωτικό τομέα, κυρίως από επενδυτές του εξωτερικού. Για να εμπιστευθούν αυτά τα κεφάλαια στη χώρα μας, οι επενδυτές απαιτούν συγκεκριμένες συνθήκες: σταθερό και ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, μείωση της γραφειοκρατίας, απλούστερο και σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και μια δημόσια διοίκηση η οποία θα το εφαρμόζει με διαφάνεια, με ορθολογισμό και αποτελεσματικότητα.Ζητούν ένα σύστημα δημοσίων υποδομών, οι οποίες υποστηρίζουν την ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όπως μεταξύ άλλων οι υποδομές σε ψηφιακά δίκτυα και μεταφορές. Ζητούν όμως και κυβερνήσεις οι οποίες πιστεύουν πραγματικά στις ιδιωτικές επενδύσεις και στις μεταρρυθμίσεις που αυτές απαιτούν και δεν τις αντιμετωπίζουν ως «πικρό ποτήρι».
Δυστυχώς, οι συνθήκες αυτές σήμερα σε μεγάλο βαθμό εκλείπουν. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε όλες τις διεθνείς κατατάξεις που αξιολογούν το επιχειρηματικό περιβάλλον και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Μάλιστα, η θέση της αντί να βελτιώνεται, υποχωρεί σταθερά τα τελευταία χρόνια. Αν θέλουμε κεφάλαια και επενδύσεις στη χώρα, χρειάζονται δραστικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.
• Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός που προωθεί η κυβέρνηση μπορεί να δώσει μια ‘ανάσα’ στις επιχειρήσεις;
Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός είναι μια διαδικασία που μπορεί, πράγματι, να βοηθήσει πολλές επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια. Ο στόχος αυτός, όμως, θα κριθεί στην εφαρμογή.Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένας αποτελεσματικός μηχανισμός για τη διαχείριση του μεγάλου όγκου των υποθέσεων που αναμένεται να προκύψει. Η ταχύτητα και η αποκεντρωμένη αντιμετώπιση των ζητημάτων είναι τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την εξωδικαστική διαδικασία επίλυσης διαφορών, σε σχέση με την παραδοσιακή δικαστική οδό. Για να αποτυπωθούν στην πράξη αυτά τα οφέλη, θα πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο στη διαδικασία διαχείρισης και εποπτείας ένας φορέας με κατάλληλη εμπειρία και δομή, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει άμεσα και ευέλικτα τα πρακτικά ζητήματα. Και τα κατά τόπους Επιμελητήρια της χώρας είναι ο μόνος φορέας που μπορεί να αναλάβει με επιτυχία αυτή την αποστολή. Έχουμε ζητήσει, λοιπόν, με συγκεκριμένη πρόταση από την Πολιτεία να αναθέσει συγκεκριμένες αρμοδιότητες εποπτείας και διαχείρισης στα Επιμελητήρια, προκειμένου να εξασφαλίσει την ομαλή εφαρμογή ενός κρίσιμης σημασίας νομοθετικού πλαισίου.

 • Φαίνεται πάντως ότι αυτή η κυβέρνηση στηρίζει περισσότερο τον δημόσιο τομέα παρά την ιδιωτική πρωτοβουλία. Πώς θα υπάρξει ανάκαμψη με ένα τεράστιο και ατελείωτο…. δημόσιο;
Το πρόβλημα αυτό, δυστυχώς, έχει βαθιές ρίζες. Εδώ και δεκαετίες έχουμε υιοθετήσει στην Ελλάδα μια φιλοσοφία που εχθρεύεται την ιδιωτική πρωτοβουλία και αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα ως «συνήθη ύποπτο» για όλα τα κοινωνικά προβλήματα. Καταλήξαμε να αναδειχθεί το κράτος σε επιχειρηματία, αλλά και σε απόλυτο ρυθμιστή κάθε οικονομικής δραστηριότητας. Και να δημιουργηθεί ένα σύστημα που διαρκώς έβρισκε τρόπους να τιμωρεί την ιδιωτική πρωτοβουλία: μέσω της υψηλής φορολογίας, της γραφειοκρατίας, των κρατικών μονοπωλίων, των περιορισμών στις αγορές, του ανελαστικού καθεστώτος εργασίας.
Αυτή η στρεβλή αντίληψη ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την εκδήλωση της κρίσης που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Και δυστυχώς, παρά τα λίγα βήματα που έγιναν στο πλαίσιο των μνημονίων, το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί σε βάρος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Εξακολουθεί, κυρίως, να υπάρχει η νοοτροπία ότι οι ίδιοι φορολογούμενοι θα πρέπει να πληρώνουν όλο και περισσότερους φόρους για να συντηρείται ένα σπάταλο και αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα. Ως πότε όμως θα μπορεί να πληρώνει η αγορά και οι φορολογούμενοι την ατολμία διαδοχικών κυβερνήσεων να ελέγξουν το κόστος λειτουργίας του δημοσίου; Η δημιουργία ενός μικρότερου, αποτελεσματικότερου και φιλικότερου προς τον πολίτη και την επιχείρηση κράτους, είναι μια δύσκολη πρόκληση αλλά ταυτόχρονα και ζήτημα επιβίωσης για την ελληνική οικονομία.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ