Να μην γίνει κατηγορία για τα αδικήματα της απάτης κατά συναυτουργία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με τη μορφή της απόκτησης και κατοχής κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, εις βάρος δύο εκπροσώπων γνωστής ξενοδοχειακής εταιρείας της Κω, ηλικίας 54 και 53 ετών, αποφάσισε με βούλευμα, που εξέδωσε, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου.
Η δικαστική έρευνα εις βάρος τους προκλήθηκε τον Ιούλιο του 2015 μετά από πόρισμα ελέγχου του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, που κοινοποιήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κω.
Η εταιρεία, που λειτουργεί τρεις ξενοδοχειακές μονάδες ζήτησε το έτος 2008, την υπαγωγή της στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004 για ξενοδοχείο, ιδιοκτησίας της, για την υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου, που αναφέρεται στον εκσυγχρονισμό ολοκληρωμένης μορφής της προαναφερόμενης ξενοδοχειακής μονάδας τριών αστέρων με αναβάθμιση σε πέντε αστέρων, συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης 17.504.590,7 ευρώ.
Ακολούθησε τον Σεπτέμβριο του 2009 απόφαση του υπουργού και υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών περί υπαγωγής της εν λόγω εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 για την ενίσχυση επενδυτικού σχεδίου της με το κίνητρο της επιχορήγησης.
Σύμφωνα με την απόφαση το συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί με την ίδια συμμετοχή του φορέα (ανώνυμη εταιρία) με μεσομακροπρόθεσμο τραπεζικό δάνειο.
Από έγγραφα τραπεζών προέκυψε ότι σε λογαριασμούς όψεως της εταιρείας το πραγματικά κατατεθημένο ποσό που δεν είχαν αναλάβει ήταν 10.354,72 ευρώ ενώ έπρεπε να ανέρχεται σε 3.943.625 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό της ιδίας συμμετοχής τους στην εταιρεία για την επένδυση.
Είχε εκτιμηθεί ότι προέβαιναν σε «εικονικές» μη πραγματικές καταθέσεις χρηματικών ποσών, τα σχετικά παραστατικά των οποίων ήταν στην ουσία ψευδή που δεν αποδείκνυαν την ύπαρξη πραγματικών κατατεθειμένων κεφαλαίων, αφού τα τελευταία αναλαμβάνονταν από τους κατηγορούμενους αμέσως μετά την τυπική κατάθεσή τους.
Οι κατηγορούμενοι εφέροντο να πέτυχαν να εμφανίσουν με τον τρόπο αυτό ότι είχαν προβεί σε κατάθεση του ποσού της ιδίας συμμετοχής, που αποτελούσε αναγκαίο όρο προκειμένου να εγκριθεί και στη συνέχεια να τους χορηγηθεί η επιχορήγηση.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, αφού μελέτησε την υπόθεση, έκρινε ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή του επενδυτικού σχεδίου στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, είχε πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την καταβολή του ποσού που αντιστοιχούσε στην αύξηση αυτή, τα δε κατατεθέντα χρηματικά ποσά ήταν διαθέσιμα για τους σκοπούς της επένδυσης, καλύπτοντας την ίδια συμμετοχή του φορέα της επένδυσης στο κόστος αυτής.
Το γεγονός της ανάληψης των κατατεθέντων χρηματικών ποσών από τους κατηγορουμένους μετά την κατάθεσή τους, ουδόλως αναιρεί το παραπάνω συμπέρασμα. Και τούτο, διότι αφενός από καμία διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται ο επενδυτής να διατηρεί κατατεθειμένα στην τράπεζα τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στην ίδια συμμετοχή στο κόστος της επένδυσης, αφετέρου, η ανάληψη των ποσών αυτών δεν σημαίνει ότι αυτά δεν είναι «διαθέσιμα» για τους σκοπούς της επένδυσης, εις τρόπον ώστε να παραβιάζονται οι υποχρεώσεις του επενδυτή για τη λήψη της επιχορήγησης.
Αντίθετα, η χρήση των παραπάνω ποσών για την εξόφληση των πάσης φύσεως δαπανών ανταποκρίνεται πλήρως στην έννοια του όρου «διαθέσιμα», στην ερευνώμενη δε περίπτωση, η εξόφληση όλων των δαπανών της επένδυσης πιστοποιήθηκε κατά τον πλέον επίσημο τρόπο από το Κεντρικό Όργανο Ελέγχου.
Άλλωστε, θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική, μία επιχείρηση να ζητεί επιχορήγηση για την πραγματοποίηση μίας επένδυσης, να αυξάνει το μετοχικό της κεφάλαιο καταθέτοντας στο τραπεζικό σύστημα το ανάλογο χρηματικό ποσό και να εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το ποσό αυτό για το σκοπό της επένδυσης, ακυρώνοντας στην πράξη την ίδια τη συμμετοχή της.
Το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν προκύπτουν καθόλου ενδείξεις ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας δεν ήταν πραγματική αλλά εικονική, ούτε ότι η εγκριθείσα επιχορήγηση ελήφθη χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ