Με την υπ’ αρίθμ. 25/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή γνωστού δικηγόρου κατά εργολάβου οικοδομών, που τον κατήγγειλε ψευδώς για άδικες πράξεις.
Το δικαστήριο υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη επίδοσης της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση και κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την ως άνω καταψηφιστική της διάταξη και μέχρι του ποσού των 5.000 ευρώ.
Ο δικηγόρος με την αγωγή του διεκδικεί χρηματική αποζημίωση συνολικού ύψους 80.000 ευρώ
Όπως εκθέτει ο δικηγόρος, την 2α Μαΐου 2010 τον επισκέφθηκε σε γραφείο του ο εναγόμενος, τον οποίο έβλεπε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, ζητώντας του να αναλάβει υπόθεσή του, καθώς ήθελε να κινηθεί δικαστικώς εναντίον έτερου δικηγόρου.
Ισχυρίσθηκε ότι του είχε αναθέσει κάποια υπόθεση και ότι ο συνάδελφός του από δόλο δήθεν, δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην.
Ο ενάγων φέρεται να του εξήγησε εξ αρχής ότι δεν αναλαμβάνει υποθέσεις εναντίον συναδέλφων, παρόλα αυτά του ζήτησε να του αναπτύξει το ιστορικό, προκειμένου να καταλάβει τι ήταν εκείνο που θεωρούσε ως λανθασμένο χειρισμό εκ μέρους του συναδέλφου κι εάν πράγματι απώλεσε κάποιο δικονομικό ή άλλο δικαίωμά του, όπως υποστήριζε.
Πράγματι, όπως υποστηρίζει, οι αρχικές του υποψίες επιβεβαιώθηκαν, καθώς από τον τρόπο που του εξέθετε τα περιστατικά, αντιλήφθηκε ότι πρόκειται περί ατόμου δικομανούς και καχύποπτου, γεγονός που επιβεβαιώθηκε, ενώ αντίθετα από τα έγγραφα που του επέδειξε διεπίστωσε ότι όλες οι ενέργειες του συναδέλφου του είχαν γίνει κατά τρόπο υποδειγματικό.
Στη συνάντηση, που είχαν στο γραφείο του, αφού ολοκλήρωσε το θέμα με τον συνάδελφό του, άρχισε να του εξιστορεί περιστατικά που αφορούσαν μία άλλη υπόθεση για απαίτηση που είχε προερχόμενη από σύμβαση έργου και του άφησε στο γραφείο του τρία τιμολόγια, ένα συμφωνητικό και κάποιες φωτογραφίες.
Αν και δεν του έδωσε την καλύτερη εντύπωση, από τη στιγμή που ζήτησε τη συμβουλή του για υπόθεση που δεν υπήρχαν λόγοι συναδελφικοί και δεοντολογικοί, οι οποίοι να τον εμποδίζουν να πάρει θέση, όφειλε να τον ακούσει και να του απαντήσει.
Όπως αναφέρει στην αγωγή του, του είπε πως εάν ήθελε να αναλάβει την υπόθεση του έπρεπε καταρχήν να του αποστείλει εγγράφως το ιστορικό της υπόθεσης του και μάλιστα ενυπογράφως και τον ενημέρωσε ότι προηγουμένως έπρεπε να απευθυνθεί στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος και να ζητήσει επιμέτρηση των εργασιών. Του είπε, όπως τονίζει, ότι εφόσον ο ίδιος έκανε την αίτηση και οριζόταν πραγματογνώμονας από το Τεχνικό Επιμελητήριο, είχε γνωστούς μηχανικούς για να του συστήσει για να ορίσει, εφόσον το επιθυμούσε, τεχνικό σύμβουλο.
Ουδέποτε όμως του απέστειλε το ιστορικό της υπόθεσης, ενώ δεν γνωρίζει εάν πράγματι ανέθεσε τον έλεγχο των εργασιών σε μηχανικό ή εάν απευθύνθηκε στο ΤΕΕ.
Θεώρησε λοιπόν ότι δεν σκόπευε να του αναθέσει την υπόθεση και δεν ασχολήθηκε περαιτέρω. Εξάλλου με τα έγγραφα που του είχε αφήσει, ακόμα και να του είχε δώσει εντολή να προχωρήσει, δεν μπορούσε, καθώς δεν ήταν αρκετά για οποιαδήποτε ενέργεια, γεγονός, το οποίο από την πρώτη στιγμή του γνωστοποίησε τόσο ο ίδιος, όσο και δια της γραμματέως του.
Μάλιστα λίγο πριν φύγει από το γραφείο του, έκανε την κίνηση να του αφήσει 50 ευρώ, για το χρόνο που αφιέρωσε να τον ακούσει, λέγοντας χαρακτηριστικά «Αυτά για να πιεις ένα καφέ.»
Αυτός αρνήθηκε να τα κρατήσει και του δήλωσε ότι δεν συνηθίζει να παίρνει χρήματα εάν δεν έχει αναλάβει κάποια υπόθεση και εφόσον δεν είχε ενεργήσει το παραμικρό.
Έκτοτε δεν τον είδε ποτέ ξανά, ούτε είχε καμία επικοινωνία μαζί του.
Για πρώτη φορά, μετά από ενάμιση χρόνο κάλεσε στο τηλέφωνο του γραφείου του στη Ρόδο, όπου του απάντησε η γραμματέας του, στην οποία, όπως τονίζει, μίλησε με ανάρμοστο και αγενή τρόπο. Αναγκάστηκε λοιπόν να τον καλέσει πίσω και να του δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να έχει πελάτες σαν κι αυτόν. Εκείνος τότε, όπως εξιστορεί, τον απείλησε.
Στις 10 Φεβρουαρίου 2012 κατέθεσε στον Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου καταγγελία σε βάρος του, ισχυριζόμενος ότι τάχα του είχε δώσει ως προκαταβολή το ποσό των 1.000 € χωρίς μάλιστα να του δώσει και απόδειξη.
Ο ενάγων κλήθηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου να δώσει εξηγήσεις, όπως και έπραξε και δεν κινήθηκε καμία πειθαρχική διαδικασία.
Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2013 επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του δικηγόρος από το Ηράκλειο Κρήτης, λέγοντάς του ότι εκπροσωπεί τον εναγόμενο ζητώντας του για πρώτη φορά τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που του είχε αφήσει ο εναγόμενος τότε στο γραφείο του.
Ο ενάγων εκθέτει ότι δεν είχε καμία αντίρρηση να επιστρέψει αυτά τα έγγραφα, αλλά μετά την ενέργεια του εναγομένου να τον καταγγείλει στο Δικηγορικό Σύλλογο, δεν μπορούσε να επιστρέψει τα έγγραφα χωρίς να ζητήσει από τον εναγόμενο να υπογράψει μία απόδειξη παραλαβής φακέλου και δήλωση με τα γεγονότα, ως αυτά στην πραγματικότητα είχαν λάβει χώρα, ήτοι ότι ουδέποτε είχε λάβει χρήματα από εκείνον και ότι η καθυστέρηση παραλαβής των εγγράφων από αυτόν οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, που δεν τα ζήτησε ποτέ νωρίτερα.
Ο εναγόμενος δεν υπέγραψε αυτό το έγγραφο και στις 22/10/2013 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου μηνυτήρια αναφορά εις βάρος του. Η μήνυσή του τέθηκε στο αρχείο.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ