Εξετάστηκαν χθες εκ νέου, ενώπιον του 5μελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Δωδεκανήσου, 4 πειθαρχικές αγωγές εις βάρος του πρώην διευθυντή του Κτηματολογίου Ρόδου.
Όπως έγραψε η «δημοκρατική», με απόφαση που εξέδωσε την 20ή Ιουνίου 2017 ο υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είχε τεθεί σε αργία, μέχρι εκδικάσεως των αγωγών.
Η απόφαση εκδόθηκε μετά από μια άλλη του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, με την οποία ομοφώνως τίθεται σε αργία.
Πιο συγκεκριμένα την 3η Μαΐου 2017 εξετάστηκε ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η διαφωνία του υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά της υπ’ αρίθμ. 2/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία αποφασίστηκε ομοφώνως, να μην τεθεί προσωρινά σε αργία, ο δημόσιος υπάλληλος.
Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που συγκροτήθηκε με την συμμετοχή δύο Εφετών, Αντεισαγγελέα Εφετών και δύο αιρετών μελών, δημοσίων υπαλλήλων, εξέτασε συγκεκριμένα 4 πορίσματα, με τα οποία προτάθηκε η οριστική παύση του δημοσίου υπαλλήλου και δεν έκανε δεκτή την πρόταση.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης άσκησε διαφωνία, αντιτιθέμενος στην απαλλακτική κρίση του Πρωτοβάθμιου Δικαστικού Συμβουλίου.
Ο ελεγχόμενος υπάλληλος επέμεινε και χθες στους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς, όπως αυτοί είχαν διατυπωθεί στην αρχική απαλλακτική κρίση του ίδιου συμβουλίου.
Στο μεταξύ με Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου παραπέμπεται αμετακλήτως σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων για απιστία στην υπηρεσία.
Θυμίζουμε ότι στο πλαίσιο των ερευνών για την πολύκροτη υπόθεση του σκανδάλου της εκποίησης δημοσίων ακινήτων με την χρήση ανυπόστατων αποφάσεων εκποίησής τους, με επίκληση του Ν. 719/1977, είχαν αναζητηθεί αρμοδίως κατά τη διενέργεια δικαστικής έρευνας στοιχεία γύρω από υπόθεση με κατηγορούμενο έναν ιδιώτη, που απηλλάγη τελικώς από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (σε πρώτο βαθμό του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης 8 ετών).
Στο συγκεκριμένο άτομο εκποιήθηκαν νοµίµως 2 τµήµατα επιφανείας 9.920 τ.µ. και 22.750 τ.µ. σε κτηματομερίδα στη Νότια Ρόδο δυνάµει των ΔΚ 4481/78/21-5-85 και ΔΚ 4481/78/13-4-87 αποφάσεων νοµάρχη Δωδ/σου. Μετά από έρευνα στο Κτηµατολόγιο Ρόδου διαπιστώθηκε ότι επ’ ονόµατί του µεταγράφηκαν µε τις προαναφερόµενες αποφάσεις Νοµάρχη Δωδ/σου τµήµατα επιφανείας 9.920 τ.µ. νοµίµως και 26.750 τ.µ. παραποιώντας την απόφαση ως προς την επιφάνεια, 19.200 τ.µ. παρανόµως και 4.400 τ.µ. παρανόµως.
Για τα τελευταία 2 τµήµατα έχει γίνει χρήση της µε αρ. πρωτ. ΔΚ 4481/78/13-4-87 απόφασης Νοµάρχη Δωδ/σου, η οποία είναι ανυπόστατη.
Ενώ ζητήθηκε αρμοδίως από τον τότε Ανακριτή, από τον ελεγχόμενο υπάλληλο του Κτηματολογίου να προσκομιστεί στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας σχετική πράξη κτηματολογικού δικαστή, που εφέρετο να έχει εκδοθεί το έτος 1996, για την μεταγραφή της πλαστής απόφασης εκποίησης, η απάντηση, που είχε δοθεί ήταν ότι δεν είχε βρεθεί.
Τελικώς η συγκεκριμένη απόφαση φέρεται να βρέθηκε από τον Κτηματολογικό Δικαστή στο γραφείο του.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ του ζητήθηκαν την 20η Σεπτεμβρίου 2007 και 2 Ιουνίου 2010 από την Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου και την τότε Ανακρίτρια Ρόδου φωτοαντίγραφα των με αριθμό 6105/6.8.1996 και 6435/21.08.1996 κτηματολογικών πράξεων του Κτηματολογικού Δικαστή δεν τα προσκόμισε.
Απολογούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά τα όσα του αποδίδονται κι άφησε σαφή υπαινιγμό ότι η συγκεκριμένη απόφαση την οποία αγνοούσε «φυτεύτηκε» από άγνωστο πρόσωπο στο γραφείο του για να τον ενοχοποιήσει!!
Επεσήμανε ότι το Κτηματολόγιο Ρόδου, λειτουργεί χωρίς μηχανοργάνωση και εκατοντάδες χιλιάδες πράξεις, βρίσκονται στα αρχεία του Κτηματολογίου, υφισταμένων των εγγενών κινδύνων, της καταστροφής τους, εκούσιας ή ακούσιας ή της ταξινόμησής τους σε λάθος θέση, με αποτέλεσμα την αδυναμία ανεύρεσής τους.
Πρόσθεσε ακόμη ότι η υπόθεση με την κατάρτιση πλαστών παραχωρητηρίων δημοσίων ακινήτων, για την απόκτηση κυριότητας με δόλιο τρόπο από ιδιώτες, αφορούσε δεκάδες περιπτώσεις, τα δε πλαστά παραχωρητήρια, καταρτίστηκαν και καταχωρήθηκαν στα κτηματολογικά βιβλία την δεκαετία του 1990, όταν ο ίδιος ήταν ακόμη φοιτητής.

Τόνισε ότι κάποια από αυτά, που δεν βρέθηκαν στο Κτηματολόγιο είχαν εξαφανιστεί σε χρόνο πολύ προγενέστερο της ανάληψης της υπηρεσίας του. Πρόσθεσε ακόμη ότι τόσο η Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου όσο και οι διωκτικές αρχές γνωρίζουν την συνδρομή του στην εξιχνίαση του σκανδάλου.
Τόνισε ότι δεν είχε γνώση για το πού βρίσκεται η συγκεκριμένη πράξη κι ότι αν επεδίωκε να ωφελήσει τον φερόμενο ως τιτλούχο, θα μπορούσε να την είχε καταστρέψει και όχι να την διατηρεί στο γραφείο του.
Ισχυρίστηκε ότι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να αφήσει οτιδήποτε στο γραφείο του προκειμένου να θεμελιωθεί σε βάρος του ευθύνη.
Ως συνήγοροι υπεράσπισής του παρίστανται οι δικηγόροι κ.κ. Β. Καβουριού, Κ. Σαρής και Μ. Κουτσούκος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ